Ώρα για δράση: Οι 30 καλύτερες action ταινίες του 21ου αιώνα

Ώρα για δράση: Οι 30 καλύτερες action ταινίες του 21ου αιώνα

Οι νέες ταινίες των Mission: Impossible και John Wick franchises μας αναγκάζουν να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά, ψύχραιμα και τακτοποιημένα

Το action cinema είναι το απόλυτο genre-σύμπτωμα. Τι σημαίνει αυτο; Σημαίνει πως οι mainstream ταινίες δράσης που παράγονται μέσα στο σύστημα της κινηματογραφικής βιομηχανίας αποτελούν, είτε το θέλουν είτε όχι κι είτε το επιχειρούν συνειδητά είτε όχι, αντανάκλαση των κυρίαρχων ιδεών αλλά και των κυρίαρχων αντιθέσεων της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Θεωρητικά, θα έλεγε κανείς, αυτό ισχύει συνολικά για την μαζική κουλτούρα και την πολιτιστική βιομηχανία. Και πράγματι, κάθε μαζικα παραγόμενο πολιτιστικό προϊόν στον καπιταλισμό μας λέει πράγματα για την κοινωνία, είτε στοχεύει σε αυτό ειτε όχι. Μας δείχνει κυρίαρχες πεποιθήσεις, μορφές υποκειμενοποίησης και τρόπους άσκησης εξουσίας, και κυρίως μας αποκαλύπτει άγχη και φόβους για μια σειρά από φαινόμενα που απειλούν (πραγματικά ή φαντασιωτικά) τον κόσμο όπως τον ξέρουμε.

Ο κινηματογράφος δράσης, ειδικά στην χολιγουντιανή εκδοχή του, τραβάει αυτήν την δυναμική μέχρι τα λογικά της άκρα. Γιατί; Γιατί πρώτα απ’ όλα το συμβατικό action film είναι de facto συντηρητικό, με την κυριολεκτική έννοια. Το πιο σύνηθες μοτίβο εδώ και έναν αιώνα, από τους πρώτους action stars βουβών ταινιών του ‘20, είναι η προστασία από μια απειλή, η αποτροπή ενός κινδύνου, η αποκατάσταση μιας επιθυμητής ταξης πραγμάτων. Αυτες οι αναταραχες και αποσταθεροποιήσεις μπορούν να πάρουν πολλές μορφές. Μπορεί να αφορούν απειλες προς την προσωπική ηθική, την οικογενειακή κανονικότητα, την εθνική ασφάλεια, την πολιτική εξουσία, την οικολογική ισορροπία ή και την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας. Όσο μεγάλα ή μικρά κι αν είναι τα stakes, ο αφηγηματικός και ψυχικός μηχανισμός είναι ο ιδιος: ο action star καλείται (ηθικά ή και θεσμικά) να αναχαιτίσει την απειλή και να αποκαταστήσει την πραγματικότητα.

Όπως είναι λογικό, για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει να υπάρχει μια (σιωπηλή ή ρητή) αποδοχή μιας σειρά παραδοχών για τον κόσμο. Ένας διαχωρισμός του σωστού από το λάθος, του δίκαιου από το άδικο. Πρέπει επίσης να υπάρχει ένα σώμα ιδεών πάνω στην ηρωισμό, την φιγούρα και την αποστολή του ήρωα, η οποία βεβαίως συνδέεται σε κάθε εποχή και με την κυρίαρχη αντίληψη για την αρρενωπότητα. Και πρέπει να υπάρχει επίσης μια βαθιά πεποίθηση ότι το υποκείμενο της δράσης, και όσα εκείνο εκπροσωπεί, διατηρούν την ικανότητα να επιδρούν ουσιαστικά πάνω στον κόσμο, και να τον αλλάζουν με τις πράξεις τους. Όλα αυτά βεβαίως δεν είναι αν-ιστορικά και ουδέτερα, αλλά τουναντίον αντιστοιχούν σε αυτό που θα λέγαμε καπιταλιστική ιδεολογία του action cinema, στενά δεμένη με την αμερικάνικη αυτοκρατορική ηγεμονία, την λευκή πατριαρχική εξουσία και την macho αρρενωπότητα. Με άλλα λόγια, μια ιδεολογία της ισχύος, ιστορικά προσδιορισμένη και πολιτισμικά εκφρασμένη. Γι’ αυτό λέμε ότι αν μια ταινια ή σειρά αποτελεί σύμπτωμα της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα στην οποία γεννιέται, αυτό σημαίνει πως ναι μεν αντανακλά πραγματικά κοινωνικές φαινόμενα, σχέσεις, δομές και υποκείμενα αλλά αυτά εμφανίζονται μέσα στην αναπαράσταση με τον αλλοτριωμένο, μερικό ή απατηλό τρόπο που καθορίζει η κυρίαρχη αντίληψη και ιδεολογία.

Πριν δυο χρόνια, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου τότε Mission: Impossible: Dead Reckoning – Part One, γράφαμε πολύ αναλυτικά για την κρίση του χολιγουντιανού action cinema, την δυσκολία που αντιμετωπίζει πια στο επιτελέσει αυτές τις ιδεολογικές λειτουργίες με τρόπο αποτελεσματικό, και ταυτόχρονα την δυσκολία του να εκπλήξει, να προκαλέσει αυθεντικό ενθουσιασμό ή δέος με την (τεχνοκρατική) του γιγάντια κλίμακα θεάματος. Μια κρίση του είδους λοιπόν που αντιστοιχεί στην κρίση και την παρακμή της αμερικάνικης αυτοκρατορικής μονοκρατορίας στον πλανήτη. Δεν θα επαναλάβουμε λοιπόν την επιχειρηματολογία εκείνου του κειμένου, αλλά κατά μία είναι η προϋπόθεση ώστε να τεθεί σε ένα κριτικό πλαίσιο αυτή εδώ η λίστα. Όχι ότι είναι απαραίτητο να το διαβάσετε πριν συνεχίσετε, αλλά το προτείνουμε. Σήμερα, οι αφορμές μας είναι επίσης δύο νέες ταινίες δράσεις μπλοκμπαστερικών προδιαγραφών: το νέο Mission: Impossible: The Final Reckoning και το Ballerina, δηλαδή το πρώτο κινηματογραφικό spinoff του John Wick.

Χωρίς να μπούμε εδώ αναλυτικά σε κριτική των δύο ταινιών, έχει σημασία να παρατηρήσουμε πως πρόκειται σαφώς για τα δύο πιο σημαντικά action franchises της τελευταίας δεκαετίας για το χολιγουντιανό σινεμά. Από τη μία, το Mission: Impossible επανέφερε την μεγάλης κλίμακας δράση σε επίπεδο κατασκευαστική αρτιότητας και μαζικολαϊκού θεάματος. Από την άλλη, το John Wick ξανασύστησε μια νέα αισθητική της χολιγουντιανής δράσης, μια νέα ποιητική και μια νέα χορογραφία του βρωμόξυλου ως καλή τέχνη. Έχω την εντύπωση πως, ενώ τεχνικά παραμένουν σε υψηλό επίπεδο, το The Final Reckoning και το Ballerina έδειξαν το όριο των δύο franchises ακριβώς από την σκοπιά της κρίσης της ιδεολογικής λειτουργίας του χολιγουντιανού action cinema, το πρώτο ως απόπειρα για μετα-πολιτικό action cinema και το δεύτερο ως α-πολιτικό action cinema.

Στο νέο M:I, τα πλανητικά stakes είναι τόσο υψηλά, με την απειλή του Α.Ι. να σκεπάζει τον κόσμο ως Αποκάλυψη, που η προσποίηση της ταινίας ότι ζει σε έναν δήθεν μετα-ιδεολογικό κόσμο όπου έχουν ξεπεραστεί όλες οι πολιτικο-οικονομικές/γεωπολιτικές συγκρούσεις και έχει απομείνει μόνο η μάχη της ενοποιημένης ανθρωπότητας (ενσαρκωμένης στον action hero) εναντίον της Τεχνητής Νοημοσύνης μοιάζει αληθινά γελοία – πόσο μάλλον σε μια στιγμή που, εν μέσω γενοκτονίας στη Γάζα, το αμερικάνικο ηγεμονικό μπλοκ βομβαρδίζει ξανά τη Μέση Ανατολή και η πραγματική πυρηνική απειλή έρχεται από αυτούς που υποτίθεται ότι “προστατεύουν” την ανθρωπότητα. Από την άλλη, στο Ballerina βλέπουμε πως, αν λείπει το meta σχόλιο πάνω στο ίδιο το genre – που μέχρι τώρα εκπροσωπούσε στο franchise πρωτίστως η φιγούρα, η ερμηνεία και η μυθολογία του Keanu Reeves – τότε η καλή χορογραφία του ξύλου δεν αρκεί από μόνη της για να προσδώσει χαρακτήρα στην ταινία, αποκαλύπτοντας πως, αν δεν έχει να πει κάτι αισθητικά καινούριο για το genre, τότε ίσως είναι καλύτερα να σιωπήσει.

Οι χλιαρές επιδόσεις των δύο ταινιών σε ταμεία και κριτικές μάλλον τονίζουν περισσότερο την κρίση του είδους, δείχνοντας πως τα δύο χολιγουντιανά franchises που κράταγαν ψηλά την χολιγουντιανή σημαία την τελευταία δεκαετία έχουν φτάσει στα όριά τους. Με αυτήν την αφορμή λοιπόν είπαμε να φτιάξουμε μια λίστα που είχαμε πολύ καιρό στο μυαλό μας: τις καλύτερες action ταινίες του 21ου αιώνα. Αυτές που, μέσα στην σταδιακά ξεδιπλούμενη κρίση του είδους, είχαν κάτι να πουν και κάτι να δείξουν – προερχόμενες πολύ συχνά από το Έξω του Hollywood, και ειδικά την κινηματογραφική Ανατολή που υπήρξε πάντα πρωτοπόρα στο είδος, την αισθητική και την πολιτική του. Έτσι, θέλησα να φτιάξω ένα πανόραμα του σινεμά δράσης των τελευταίων δυόμιση δεκαετιών, να το χαρτογραφήσω αλλά και να το κατατάξω. Με υποκειμενικά κριτήρια σαφώς (ειδικά όσον αφορά την σειρά) αλλά και με μια πρόθεση αποστασιοποιημένης εκτίμησης για την μεγάλη εικόνα.

Πριν πάμε στη λίστα, μερικές σημειώσεις για τα κριτήρια. Σίγουρα θα υπάρχουν διαφωνίες εδώ, αλλά αναγκαστικά έπρεπε να γίνουν κάποιες επιλογές και να τηρηθούν κάποιες συμβάσεις. Πρώτον, κατά κύριο λόγο απέφυγε fantasy και sci-fi ταινίες που είναι περισσότερο plot-driven και character-driven, και κράτησα από το είδος του φανταστικού τις ταινίες που εστιάζουν κυρίως στην δράση και την περιπέτεια (ανθρώπινη ή/και μηχανική). Έτσι, έμειναν έξω ας πούμε ταινίες σαν το Minority Report ή το Snowpiercer που θα μπορούσαν να είναι στη λίστα, ενώ μπήκαν ταινίες σαν το Fury Road και το Inception που η κινηματογραφική τους πρόταση αφορούσε εν πολλοίς το ίδιο το action στοιχείο. Επίσης, αποφάσισα να παραλείψω όλες τις υπερηρωικές ταινίες, καθώς θεωρώ ότι το superhero στοιχείο επιβάλλεται εν τέλει πάνω στην δράση και τον συνολικό κινηματογραφικό τους χαρακτήρα, παρότι κάποιες, όπως το The Dark Knight πχ, αποτελούν σπουδαία επιτεύγματα. Τέλος, έμεινα στον κανόνα “ένα φιλμ ανά franchise” και “ένα φιλμ ανά σκηνοθέτη” (παρότι κάποιες αγάπες, όπως ο Michael Mann, με δυσκόλεψαν σε αυτό), προσπαθώντας βέβαια αυτή η επιλογή ταινία ή σκηνοθέτη να εκπροσωπεί κάπως το franchise ή το έργο του.

Αυτά λοιπόν εισαγωγικά, οπότε χωρίς περαιτέρω χρονοτριβές πάμε στην λίστα, όμορφα και ψύχραιμα.

30. Unstoppable (Tony Scott, 2010)

Αν μιλάγαμε για action auteurs, τότε ένα από τα σίγουρα ονόματα στην λίστα θα έπρεπε να ήταν ο Tony Scott, ακόμα κι αν δεν είναι τόσο εδραιωμένος στην μέση σινεφιλική συνείδηση. Ο μικρότερος αδερφός του Ridley Scott ξεκίνησε με το arthouse ερωτικό horror The Hunger, και έπειτα άφησε το στίγμα του στο αμερικάνικο action film με ταινίες σαν το Top Gun, το Beverly Hills Cop 2, το The Last Boy Scout και το Crimson Tide μεταξύ άλλων – όλα ενδεικτικές ταινίες του αμερικάνικου ιδεώδους που συνέδεε την δράση και την ρώμη με την εθνική ιδεολογία του exceptionalism και τον αυτοκρατορικό ρόλο των ΗΠΑ στην διεθνή πολιτική.

Στα 00s ο Scott διένυσε μια ελάχιστα δημιουργική δεκαετία με action ταινίες της σειράς, σαν βγαλμένες από αλυσίδα παραγωγής, τύπου Domino, Deja Vu και ένα χλιαρό remake του κλασικού The Taking of Pelham 123. Το 2010 όμως, 2 χρόνια πριν τον θάνατό του, ρέφαρε με μια απρόσμενα δυνατή και δυστυχώς θαμμένη ταινία δράσης, το Unstoppable που αφηγείται την ξέφρενη πορεία μια εκτροχιασμένης αμαξοστοιχίας. Αξιοθαύμαστος ρυθμός και χειρισμός του σασπένς, ένα μηχανολογικό θρίλερ κατ’ ουσίαν (αγαπημένο του Quentin Tarantino και του Christopher Nolan), που στις καλύτερες στιγμές του έχει κάτι από το αριστουργηματικό Runaway Train του Andrei Konchalovsky.

29. Dredd (Pete Travis, 2012)

Το 2012 ήταν μια εποχή που οι κινηματογραφικές μεταφορές κόμιξ έπαιρναν μία και μοναδική κυρίαρχη μορφή: αυτήν των βιομηχανικών μεγα-franchises της Marvel και της DC. Πολύ λίγες ταινίες που βασίζονταν σε χαρακτήρες από κόμιξ κατάφερναν να ξεφύγουν από την αισθητική, εμπορική και ιδεολογική μονοκρατορία του MCU και του DCEU, τα οποία άλλωστε διατηρούσαν ακέραια την απλοϊκή ηθική του αμερικάνικου υπερηρωισμού.

Το Dredd, από την άλλη, ήρθε φαινομενικά από το πουθενά για να αποτελέσει το σκοτεινό αρνητικό αντίγραφο αυτής της κυρίαρχης υπερηρωικής ηθικής, ένα κυνικό υπερ-βίαιο action film που αντανακλά το γεγονός ότι η μόνη ηθική θεμελίωση του χολιγουντιανού μπλοκμπαστερισμού είναι ο νόμος της δύναμης. Το Dredd είναι μια μεταμοντέρνα meta σάτιρα του βιτζιλαντισμού που παίρνει την μορφή της δοξολογικής κατάφασης, όπως περίπου έκανε ο Paul Verhoeven με τον μιλιταρισμό στο Starship Troopers.

Πρόκειται για μια ταινία που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του σινεμά του Alex Garland (σεναριογράφου, παραγωγού και περίπου ghost director της ταινίας), από το 28 Days Later και το Sunshine μέχρι το Ex Machina και το Annihilation: έξυπνο, στυλιζαρισμένο, απολαυστικό. Δηλαδή μαζικολαϊκή διασκέδαση στα καλύτερά της, και κρίμα που πέρασε τόσο απαρατήρητο.

28. Why Don’t You Play in Hell? (Sion Sono, 2013)

Θα δούμε διάφορες εκδοχές του ασιατικού action σινεμά στην συνέχεια της λίστας, καθώς ειδικά Ιαπωνία και Νότια Κορέα κράτησαν ζωντανό και καινοτόμο το είδος όταν το Hollywood έτρωγε τις σάρκες του και βυθιζόταν στην βιομηχανοποιημένη τυποποίηση, αλλά ας ξεκινήσουμε εδώ με μια αληθινά μοναδική και sui generis περίπτωση δημιουργού. Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις το σινεμά του Sion Sono παρά μόνο με έναν αρνητικό τρόπο: δηλαδή ως μια διαρκή απόπειρα παράβασης των κυρίαρχων αισθητικών και ηθικών κανόνων της κινηματογραφικής ιστορίας.

Γιατί πώς να περιγράψουμε αυτήν την εντελώς ανορθόξη ταινία δράσης που επιχειρεί να συνοψίσει την ιστορία του κινηματογράφου πολεμικών τεχνών με την μορφή ενός αυτο-αναφορικού σχολίου πάνω στην ίδια την σινεφιλία μέσα από την ιστορία μιας παρέας εφήβων film nerds που άθελά τους μπλέκουν σε ένα ξέφρενο μπιλμπάο με την ιαπωνική μαφία; Το Why Don’t You Play in Hell? δεν είναι από τις καλύτερες ταινίες του Sono (όπως πχ τα Suicide Club, Strange Circus, Exte, Love Exposure και Antiporno), και γι’ αυτό δεν είναι πιο ψηλά στην λίστα, αλλά είναι μια καλή υπενθύμιση των καλλιτεχνικά ανατρεπτικών δυνατοτήτων που περιέχουν ακόμα και τα πιο φαινομενικά “κοινότοπα” κινηματογραφικά είδη.

27. A Bittersweet Life (Kim Jee-woon, 2005)

Έχουμε μιλήσει και με άλλες φορές για την κορεάτικη στιγμή του παγκόσμιου σινεμά, σχολιάζοντας συγκεκριμένα το πώς η έφεση του σύγχρονου κορεάτικου σινεμά προς την βία και την εκδικητικότητα ξεσκεπάζει το πέπλο της κοινωνικής ομαλότητας και ειρήνης και δείχνει τον εκρηκτικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων. Με άλλα λόγια, το κορεάτικο action cinema έχει τόσο ενδιαφέρον και τόση δημιουργικότητα όχι μόνο λόγω της φόρμας και του στυλιζαρίσματός του, αλλά κι επειδή ο τρόπος που αναπαριστά την δράση και την βία είναι κοινωνικο-ιστορικός, έχοντας τις πηγές του στις δομικές-συστημικές αιτίες που παράγουν την βία ως κυρίαρχο φαινόμενο.

O Kim Jee-woon υπήρξε ένας από τους βασικότερους εκφραστές της κορεάτικης ούλτρα-βίας κατά τα 00s, κινούμενος όπως και οι υπόλοιποι σύγχρονοί του διαρκώς ανάμεσα στα genres, με μεγαλύτερη επιτυχία στο ψυχολογικό θρίλερ όπως στις περιπτώσεις των A Tale of Two Sisters και I Saw the Devil. Εδώ λοιπόν έχουμε την αιματηρή σύγκρουση ενός επαγγελματία δολοφόνου με το μαφιοζοαφεντικό του, επειδή ο πρώτος αρνείται να δολοφονήσει την ερωμένη του δεύτερου. Εγγυημένη κορεατίλα.

26. Crank: High Voltage (Mark Neveldine & Brian Taylor, 2009)

Υπάρχει κάτι πολύ συναρπαστικό στον action κινηματογράφο που τραβάει τα δομικά του χαρακτηριστικά μέχρι τις ακραίες του λογικές συνέπειες ώστε να γίνει τόσο υπερβολικός που να καταλήξει αλλόκοτος, απόκοσμος και ανοίκειος. Μια τέτοια περίπτωση είναι το Crank 2, μία ταινία τόσο άσχημη που η ασχήμια της γίνεται καλλιτεχνική δήλωση, γυρίζοντας τούμπα τους αισθητικούς κανόνες του ωραίου και πιάνοντας το νήμα μιας παρα-κινηματογραφικής παράδοσης που κινείται στα όρια της παραδεδομένης αισθητικής. Η ταινία των Neveldine/Taylor, με την παρέλαση από σελέμπριτι και πορνοστάρ, είναι ένα παρανοϊκό στιγμιότυπο ενός ποπ πολιτισμού σε παροξυσμό και αυτοκαταστροφή. Και το αποτέλεσμα είναι σχιζοφρενικά απολαυστικό, σαν μια μίξη της κουλτούρας του Grand Theft Auto και του Jackass.

25. The Yellow Sea (Na Hong-jin, 2010)

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της κορεάτικης ούλτρα-βίας, ο Na Hong-jin ξεκίνησε με το κυνικά σκληροτράχηλο The Chaser και συνέχισε με τον μεταφυσικό τρόμο του The Wailing και του The Medium, αλλά στο ενδιάμεσο παρέδωσε μία από τις καλύτερες ταινίες του είδους του και της γενιάς του. Το The Yellow Sea ο κύκλος της βίας διαπερνά την ταξική διαστρωμάτωση και τις εθνοτικές σχέσεις στην κορεατική κοινωνία. Εδώ η βία είναι βιντεογκεϊμίστικη αλλά ασφυκτική, τοποθετημένη σε μικρούς και στενούς χώρους, έχει μια ακινησία – ή μάλλον μια αιώνια επιστροφή ως απωθημένο ασυνείδητο της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας.

24. The Bourne Ultimatum (Paul Greengrass, 2007)

Οκ, προφανώς χρειαζόμασταν και μία ταινία Bourne, αλλά αξίζει να σημειώσουμε πως με τον τρόπο του ο Paul Greengrass έχει εδραιώσει ένα δικό του στυλ κινηματογράφου δράσης που προσιδιάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του 21ου αιώνα. Ένα action cinema που καταπιάνεται σε πραγματικό χρόνο με τα πλανητικά τραύματα (όπως στο United 93 για την 11η Σεπτεμβρίου και το 22 July για την σφαγή του Anders Breivik), χαρακτηρίζεται από μια αισθητική του ψηφιακού, και έχει αυτό το φρενήρες στοιχείο υπερ-διέγερσης των σύγχρονων υποκειμένων που αντανακλάται στην χρήση της shaky κάμερας ως ειδικό στυλ του σύγχρονου action. Και παρότι δεν είμαι τρομερά φαν του Bourne franchise και του Matt Damon ως action hero, οφείλω να δώσω το ρισπέκτ στην συγκεκριμένη ταινία ειδικότερα για την (σπάνια πετυχημένη) αναπαράσταση της χάκερ υποκουλτούρα που τόσο συχνά πετσοκόβει το Hollywood.

23. Exiled (Johnnie To, 2006)

Η παράδοση του σινεμά δράσης του Χονγκ Κονγκ είναι σπουδαία προφανώς, και είναι απαραίτητο να την λάβουμε υπόψιν προκειμένου να κατανοήσουμε την εξέλιξη του action cinema και στο ίδιο το Hollywood. Ο βασικός λόγος είναι ότι η action παράδοση του Χονγκ Κονγκ υπήρξε κομβική για την αναζωογόνηση και την έξοδο της χολιγουντιανής δράσης από την ανέπνευστη macho επανάληψη. Τη δεκαετία του ’70, οι kung fu ταινίες του Bruce Lee και έπειτα του Jackie Chan εδραίωσαν το βρωμόξυλο ως μία από τις καλές τέχνες μέσα από την αρμονική υπερ-χορογραφία.

Έπειτα, στα 80s και τα 90s, σκηνοθέτες σαν τον Tsui Hark και τον John Woo έδωσαν μια σύγχρονη auteur νότα στην χορογραφία της βίας, μεταφέροντας το σκηνικό της από το βάθος της ασιατικής μυθολογίας στο σύγχρονο καπιταλιστικό μητροπολιτικό περιβάλλον. Αυτή η μετατόπιση των πολεμικών τεχνών από το folk παρελθόν στο crime παρόν υπήρξε κομβική, καθώς έδωσε μια νέα γλώσσα και ένα νέο context στο action σινεμά. Μέρος αυτής της παράδοσης είναι και ο Johnnie To, λατρεμένος του Quention Tarantino, και το Exiled είναι η πιο σαρδόνια κουλ ταινία του, ένα ξυλο-bromantic western της Άπω Ανατολής.

22. Universal Soldier: Day of Reckoning (John Hyams, 2012)

Μερικά πράγματα είναι πραγματικά δύσκολο να εξηγηθούν, αλλά ας προσπαθήσουμε. Θυμάμαι πριν καμιά δεκαριά χρόνια να διαβάζω για μια ταινία δράσης, ένα b movie ουσιαστικά, με τον Jean-Claude Van Damme και τον Dolph Lundgren, που λέγανε πως έχει κάτι το βαθιά ανοίκειο και στοιχειωτικό, σαν μία εκδοχή ανεγκέφαλου action cinema που έχει κάτι από την αποστασιοποιημένη ψυχρότητα του Michael Haneke, την αλλόκοτη ατμόσφαιρα του David Lynch και τον απόκοσμο τρόμο του David Cronenberg.

Ακόμα αδυνατώ να καταλάβω αν αυτό το αποτέλεσμα το πέτυχε επίτηδες ή κατά λάθος ο John Hyams, αλλά ξέρω πως υπάρχει σχεδόν ένα avant-garde ασυνείδητο στην braindead παρα-κινηματογραφική δράση. Κάτι που τραβάει την αναυθεντικότητα και την ψευτιά του στα άκρα, σε βαθμό που καταλήγει σχεδόν αφηρημένο, εννοιακό πρότζεκτ. Δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι θα σας αρέσει το Universal Soldier: Day of Reckoning (η 6η ταινία του franchise, αν έχετε τον θεό σας), αλλά μπορώ να σας πω ότι η προβολή της θα είναι τρου εμπειρία.

21. Haywire (Steven Soderbergh, 2011)

Δεν υπάρχει κανένας σκηνοθέτης στο Hollywood που να πλησιάζει αυτό που κάνει ο Steven Soderbergh. Όχι μόνο επειδή έχει κάνει 36 ταινίες σε 36 χρόνια, πράγμα ούτως ή άλλως ψιλο-απίστευτο, αλλά κυρίως επειδή αυτές οι ταινίες είναι τόσο σχιζοφρενικά διαφορετικές κι όμως παράξενα συνεκτικές μεταξύ τους. Το μυστικό του Soderbergh είναι μάλλον αυτό: προσπαθεί να ενεργοποιήσει και να πραγματοποιήσει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου σινεμά *ταυτόχρονα*, την ίδια στιγμή, με όλους τους πιθανούς τρόπους.

Μόνο έτσι εξηγείται μια καριέρα που περιέχει blockbuster heist films σαν τα Ocean’s Eleven, indie δράματα σαν το Sex Lies and Videotape, σουρεαλιστικές κωμωδίες σαν το Schizopolis, κυριλέ biopics σαν το Erin Brockovich, πειραματικά φιλμ-δοκίμια σαν το The Laundromat, επικές ιστορικές ταινίες σαν το Che, low-budget καινοτομίες σαν το γυρισμένο με iPhone Unsane, αυτοσχεδιαστικά διαλογικά δράματα σαν το Let Them All Talk και μαζικολαϊκό hyperlink σινεμά διασυνδεδεμένων ιστοριών σαν το Traffic. Και δεν έχουμε πιάσει ούτε τα μισά, έτσι;

Το 2011 λοιπόν (μια χρονιά όπου μας κέρασε κι ένα Contagion), σε μια από τις πλέον δυστυχώς ξεχασμένες ταινίες του με τίτλο Haywire, ο Soderbergh αποφασίζει να δοκιμαστεί στην κλασική χολιγουντιανή δράση. Αλλά επειδή Soderbergh είσαι αφού, δηλαδή του είναι αδύνατον να μην σχολιάσει με μετα-κινηματογραφικό τρόπο τα genres, επιλέγει για πρωταγωνίστριά του μία αθλήτρια MMA χωρίς απολύτως καμία εμπειρία στην υποκριτική. Έτσι, η Gina Carano δίνει μια ερμηνεία σκόπιμα αναυθεντική όσον αφορά τα παραδοσιακά ερμηνευτικά κριτήρια, αλλά πλήρως αυθεντική όσον αφορά την δράση και το ξύλο. Σημειωτέον πως η ταινία έχει για διευθυντή φωτογραφίας και μοντέρ τον ίδιο τον Soderbergh, αλλά με ψευδώνυμο. Τόσο Soderbergh.

20. RRR (S. S. Rajamouli, 2022)

Όπως είπαμε και πριν, δεν είναι καθόλου σπάνιο για το αμερικάνικο σινεμά δράσης να κοιτάει προς την Ανατολή προκειμένου να αναζωογονήσει το κινηματογραφικό του πτώμα. Είναι κι αυτός ένας από τους τρόπους ύπαρξης του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού: ενοποιεί τον κόσμο αμερικανοποιώντας τον μέσα από την διεθνοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, και την ίδια στιγμή που εξαφανίζει την τοπική ιδιαιτερότητα την απομυζά και την αξιοποιεί ως πόρο για να προσφέρει ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία και αποδοτικότητα στα πολιτιστικά προϊόντα του.

Εν πολλοίς, τον ρόλο που έπαιξαν σε προηγούμενες δεκαετίες η Κίνα, το Χονγκ Κονγκ και η Ιαπωνία όσον αφορά την αναζωογόνηση της χολιγουντιανής δράσης, τώρα τον παίζει η Ινδία και η Ινδονησία. Για την δεύτερη θα μιλήσουμε παρακάτω, αλλά εδώ έχει ενδιαφέρον να δούμε με πόσο ενθουσιασμό αγκαλιάστηκε το 2022 το επικό Bollywood action-bromance RRR του S.S. Rajamouli από δυτικούς σκηνοθέτες, από τον Steven Spielberg και τον James Cameron μέχρι τον J.J. Abrams και τον Edgar Wright.

Είναι νωρίς για να πούμε αν η επιτυχία του RRR θα ανοίξει έναν νέο κύκλο “δανεισμού” action cinema από περιφερειακές κινηματογραφικές βιομηχανίες, αλλά σίγουρα ανέδειξε τι λείπει αυτήν την στιγμή από την συντριπτική πλειονότητα της χολιγουντιανής δράσης: φαντασία, μυθολογία, κλίμακα, συναίσθημα.

19. The Nice Guys (Shane Black, 2016)

Είναι πολύ σημαντικά αυτά που έχει προσφέρει στο action cinema ο Shane Black, και δεν μνημονεύεται τόσο συχνά όσο θα έπρεπε. Ουσιαστικά, μιλάμε για τον άνθρωπο που θεμελίωσε το σύγχρονο action-comedy genre, με το Lethal Weapon βεβαίως-βεβαίως, που μέσα από το buddy cop bromance του αφαίρεσε την σοβαροφάνεια από την χολιγουντιανή macho ιδεολογίας που κυριαρχούσε στο σινεμά δράσης. Ως σεναριογράφος, ο Black επανέλαβε την πετυχημένη συνταγή του Lethal Weapon στο (υποτιμημένο κατά τη γνώμη μου) The Last Boy Scout, ενώ στο Last Action Hero αποδόμησε σατιρικά τα στερεότυπα του action cinema για να φτιάξει μια meta παρωδία που σχολιάζει τον εαυτό της, προσδίδοντας στο genre ένα είδος μεταμοντέρνας αναστοχαστικότητας που παραδοσιακά του έλειπε.

Ο ίδιος πέρασε από το σενάριο στην σκηνοθεσία το 2005 με το Kiss Kiss Bang Bang, μία από τις καλύτερες κωμωδίες του 21ού αιώνα (που θα έμπαινε και σε αυτήν την λίστα αν είχε λίγη παραπάνω δράση), αλλά η ταινία του που μας ταιριάζει περισσότερο εδώ είναι το The Nice Guys του 2016, ένα φανταστικό action-comedy που δυστυχώς δεν εκτιμήθηκε όσο έπρεπε, και απέδειξε γιατί, ενώ μπορεί να μοιάζει απλό, το συγκεκριμένο sub-genre είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να πετύχει πραγματικά.

18. 13 Assassins (Takashi Miike, 2010)

Θέλει μεγάλο θάρρος να κάνει μια ταινία που θα επιχειρήσει να σταθεί στο ύψος των μεγάλων σαμουράι ταινιών του Akira Kurosawa και των άλλων μαστόρων του jidaigeki υποείδους του ιαπωνικού σινεμά όπως ο Kenji Mizoguchi και ο Masaki Kobayashi. Κι όμως, αν ήταν ένας άνθρωπος ικανός να το δοκιμάσει στον 21ο αιώνα αυτός ήταν ο Takashi Miike που είχε δώσει τα διαπιστευτήριά του στον ιαπωνικό τρόμο με τα Audition και Ichi the Killer, αλλά και στα yakuza action films με την σειρά ταινιών Dead or Alive. Ο Miike άλλωστε πάντα είχε μια ιδιαίτερη ευκολία να κινείται ανάμεσα στο “χαμηλό” και το “υψηλό” σινεμά, πράγμα που απέδειξε περίτρανα με το 13 Assassins του 2010, το οποίο ήρθε να αποκαταστήσει την ισορροπία μετά από αποτυχημένες χολιγουντιανές ψευδο-επικές ταινίες σαμουραϊκής δράσης σαν το The Last Samurai.

17. Inception (Christopher Nolan, 2010)

Αν για κάτι αξίζει να δώσουμε ρισπέκτ στον Christopher Nolan, αυτό είναι ότι με το Inception αναζωγόνησε το πώς μπορεί να μοιάζει η κινηματογραφική φαντασία όσον αφορά το action cinema. Το Inception, επιχειρώντας να προσδώσει στην χολιγουντιανή δράση κάτι από το φευγαλέο και το ανοίκειο του ονείρου, επέκτεινε το όρια του δυνατού: το τι μπορείς να κάνεις στο action cinema επαναπροσδιορίστηκε. Για την ακρίβεια, επαναπροσδιορίστηκε τόσο πολύ που σχεδόν κανένας δεν προσπάθησε ξανά στο Hollywood της επόμενης δεκαετίας να πάει εκεί που πήγε ο Nolan. Προσωπικά μιλώντας, δεν ανήκω στους μεγάλους φανς του Inception, κυρίως γιατί θεωρώ ότι οι δραματουργικές και ψυχαναλυτικές φιλοδοξίες του είναι κάπως κούφιες με αποτέλεσμα να πέφτουν στο κενό, αλλά δε μπορώ να μην αναγνωρίσω πως μας έδωσε κάτι που δεν είχαμε ξαναδεί στον κινηματογράφο δράσης.

16. Mission Impossible: Fallout (Christopher McQuarrie, 2018)

Συνεχίζοντας περίπου στο ίδιο κλίμα, θα ομολογήσω πως ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα fan του Mission: Impossible franchise, ούτε και ιδιαίτερα του Tom Cruise ως action star. Ως κατασκοπικές ταινίες, δεν μου έλεγαν κάτι ως προς την θεματολογία και την δραματουργία (κι είναι ένα είδος με σπουδαία παράδοση). Ως ταινίες δράσης, δεν μου προκαλούσαν ιδιαίτερο ενθουσιασμό παρότι σίγουρα πέρναγαν την βάση του 90s και 00s Hollywood. Κι ο ίδιος ο Cruise μου έμοιαζε υπερβολικά άχρωμος, άνευρος, ατσαλάκωτος και clean cut για action star σε σύγκριση με την άντρας-της-διπλανής-πόρτας ποιότητα ενός Bruce Willis ή την σκόπιμη ιδιοσυγκρασιακή υπερβολή ενός Arnold Schwarzenegger.

Όπως πολλοί όμως, έτσι κι εγώ άρχισα να βλέπω με διαφορετικό μάτι το franchise μετά το Ghost Protocol του 2011, όταν ο ρυθμός και η δράση άρχισε να έρχεται με σιγουριά στην επιφάνεια ώστε να γίνει το θεματικό και αισθητικό κέντρο των ταινιών. Αυτό ακριβώς κατάλαβε πλήρως ο Christopher McQuarrie που ανέλαβε έκτοτε την τύχη του franchise, γνωρίζοντας πως αν κάτι το διαχωρίζει από την υπόλοιπη χολιγουντιανή δράση είναι η κατασκευαστική αρτιότητα. Τι σημαίνει κατασκευαστική αρτιότητα για χολιγουντιανή δράση; Αύξηση της τεχνικής πολυπλοκότητας του action οικοδομήματος, με συνειδητό αγκάλιασμα της μινιμαλιστικής απλότητας στην αφήγηση. Αυτό είναι που κατάφερε το M:I στα 10s. Ρισπέκτ.

15. The Raid (Gareth Evans, 2011)

Μερικές φορές, οι διαδρομές που διαγράφονται εντός της pop κουλτούρας, όσο προδιαγεγραμμένη κι αν μοιάζει να είναι η πορεία της σε συνθήκες πολιτιστικής βιομηχανίας, είναι αληθινά απρόβλεπτες. Ας πούμε, πώς βρέθηκε ένας νεαρός Ουαλός στην Ινδονησία και ξαφνικά άλλαξε τον χαρακτήρα των σύγχρονων ταινιών ξύλου; Ο Gareth Evans πήγε πιτσιρικάς στην Ινδονησία ως freelance κινηματογραφιστής για ένα ντοκιμαντέρ πάνω στις ινδονησιακές πολεμικές τέχνες pencak silat και κατέληξε να φτιάχνει μια ταινία δράσης με τον τοπ Ινδονήσιο δάρτη Iko Uwais. Μετά το Merantau του 2009, τα υπόλοιπα ήταν ιστορία, όπως λένε. Για την ακρίβεια, ήταν ιστορία που άλλαξε τον χάρτη των ταινιών πολεμικών τεχνών, όπως και στο παρελθόν το Hollywood στράφηκε για έμπνευση και αναζωογόνηση στο ασιατικό σινεμά. Τα δύο The Raid έγιναν μνημεία ενός κινηματογράφου που βλέπει το βρωμόξυλο ως μία από τις καλές τέχνες, και έδειξαν ξανά πως και πάλι, όπως εδώ και δεκαετίες, ο αέρα ανανέωσης του action cinema φυσάει από την Ανατολή.

14. Sicario (Denis Villeneuve, 2015)

Τι θα συνέβαινε αν έδινες στο κλασικό (και κουρασμένο) μοτίβο των action-crime-thrillers για τα μεξικάνικα καρτέλ ναρκωτικών ένα twist που φανταζόταν αυτόν τον αμερικάνικο εθνικό πόλεμο “εθνικής ασφάλειας” και διεθνούς ηγεμονίας ως ένα σισύφειο έργο κυνισμού και ματαιότητας, αντίστοιχο με τον τρόπο που αντιμετώπισε τον πόλεμο του Βιετνάμ ο Francis Ford Coppola στο Apocalypse Now; Το αποτέλεσμα είναι μια σκοτεινή ταινία που δεν βρίσκει καμία δόξα και ηθική στην αποστολή του ήρωά της, έναν φανταστικό Benicio del Toro που κινείται μέσα στις σκιές με μια σκληρότητα και μια μελαγχολία που του δίνουν ένα βάθος σπάνιο για χαρακτήρες του χολιγουντιανού action cinema. Έτσι γίνεται όταν έχεις Denis Villeneuve στην σκηνοθεσία και Taylor Sheridan στο σενάριο, κι ήταν η τελευταία φορά που το Hollywood κατάφερε να μας δώσει “σοβαρό” action cinema.

13. Battle Royale (Kinji Fukasaku, 2000)

Για τα παιδιά των 90s, αυτή ήταν μια πολύ σημαντική ταινία. Όχι μόνο γιατί αποτέλεσε ένα cult hit, ένα word-of-mouth φαινόμενο, και μια μοσχοπουλημένη (μοσχονοικιασμένη) DVD κυκλοφορία που προσφερόταν για απανωτά rewatches. Αλλά και γιατί ήταν μια είσοδος σε ένα άλλο είδος mainstream σινεμά, μια διαβατήρια τελετή σε ένα άλλο είδος κινηματογραφικής βίας που ξεφεύγει από το χολιγουντιανό πρότυπο, ένα πρότυπο βαθιά συνδεδεμένο με τον αμερικάνικο (οικονομικό και πολιτισμικό) ιμπεριαλισμό και τον παραδοσιακό macho ηρωισμό. Ήταν μια κινηματογραφική βία μαζικολαϊκής απεύθυνσης και κατανάλωσης μεν, αλλά προσδεδεμένη σε ένα πνεύμα κοινωνικής κριτικής που έφερνε με αυτόν τον τρόπο στην επιφάνεια την βία και την σύγκρουση που έτσι κι αλλιώς βράζει κάτω από την επιφάνεια της ευπρεπούς καπιταλιστικής “κανονικότητας”.

Το Battle Royale έγινε μύθος γιατί η ούλτρα-βία του, έστω ποπ ή φετιχιστική, είχε σαν στόχο τον κοινωνικό κανιβαλισμό και την τάση της μετατροπής της ζωής σε μια προσομοίωση reality τηλεόρασης όπου ο αγώνας για επιβίωσης γίνεται ένα πολιτιστικό προϊόν μεγάλης αξίας και κερδοφορίας προς μαζική κατανάλωση. Κι ακόμα κι αν ο τρόπος που η ταινία του Kinji Fukasaku επεξεργαζόταν αυτά τα ζητήματα ήταν απλοϊκός και επιφανειακός (κάτι σαν Squid Game της εποχής), δεν αλλάζει το γεγονός ότι η ανακάλυψη του Battle Royale, με την αύρα του “απαγορευμένου” που το συνόδευε για τον έφηβο θεατή της εποχής, ήταν κάτι ξεχωριστό μέσα στην μαζική κουλτούρα της εποχής.

12. Brawl in Cell Block 99 (S. Craig Zahler, 2017)

Αν κάτι βλέπουμε πραγματικά σπάνια στον mainstream κινηματογράφο δράσης, αυτό είναι ένα πνεύμα παραβατικό, βλάσφημο, περιθωριακό. Αυτό που συχνά στην γλώσσα της αμερικάνικης pop κουλτούρας ονομάζεται transgressive. Κατά πλειοψηφία, οι action ταινίες, ως προς την αισθητική τους γλώσσας, ποντάρουν είτε στα επιβλητικά larger-than-life set pieces είτε στο υπερ-χορογραφημένο ξύλο. Και στις δύο περιπτώσεις, κατά κανόνα η βία αισθητικοποιείται, είτε ως υπερ-θέαμα είτε ως χορογραφία. Υπάρχουν όμως και κάποιες εξαιρέσεις που αναζητούν στην δράση την βρωμιά, την αίσθηση της απειλής, του ταμπού και της παραβίασης των ορίων. Πολλά μπορούμε να πούμε κριτικά για το neo-macho σινεμά εξύμνησης της παραδοσιακής αρρενωπότητας που εκπροσωπεί ο S. Craig Zahler, είτε στο Brawl in Cell Block 99 είτε στο Bone Tomahawk είτε στο Dragged Across Concrete, αλλά μιλάμε για ένα αυθεντικά σκληροτράχηλο σινεμά που στρέφεται εκεί που απέφευγε όλο το Hollywood εδώ και δεκαετίες: στην αμερικάνικη 70s βρωμιά των grindhouse και exploitation films. Και το αποτέλεσμα είναι υπέροχα βρωμερό και τρισάθλιο.

11. Zatoichi (Takeshi Kitano, 2003)

Θα επικαλεστώ και πάλι ένα γενεακό σινεφιλικό βίωμα, αλλά το σοκ που προκάλεσε στους εφήβους της εποχής το Kill Bill του Quentin Tarantino ήταν μεγάλο – κι ευτυχώς υπήρξε επίσης μια δίοδος, μια διαβατήρια τελετή, προς ένα σύγχρονο ιαπωνικό σινεμά που συνδύαζε την ξέφρενη δράση με μια ποιητική κινηματογραφική ματιά. Κι ήταν μεγάλη η έκπληξή μας όταν ανακαλύπταμε τον Takeshi Kitano, δηλαδή τον κατεξοχήν σκηνοθέτη που ανακάλυπτες πρώτο μετά το trigger της ιαπωνοφιλίας (έστω και φετιχοποιημένης) που προκαλούσε τότε ο ταραντινισμός, γιατί μας φαινόταν τρομερό πώς μπορεί ένας σκηνοθέτης να συνδυάσει αυτές τις δύο ποιότητες έστω ώστε τη μία χρονιά να γυρίσει το Dolls και την άλλη το Zatoichi.

Με τα χρόνια, συνειδητοποιούσαμε βέβαια την ιστορικότητα του εγχειρήματος του Kitano με το Zatoichi, πως ήταν δηλαδή κάτι παραπάνω από μία fun και artful πρόταση samurai film αλλά μια επαναδιαπραγμάτευση ενός εμβληματικού χαρακτήρα από την ιαπωνική λαϊκή κουλτούρα που χαράχτηκε βαθιά στην συλλογική φαντασία της Ιαπωνίας με την σειρά Zatoichi ταινιών στα 60s. Ιστορικοποιώντας αυτό που έκανε ο Kitano καταλαβαίναμε και την γραμμή που συνδέει την φιγούρα του τυφλού σαμουράι με τους σιωπηλούς φονικούς ήρωες του δυτικού σινεμά, όπως το Le Samurai και το Ghost Dog μεταξύ πολλών άλλων. Αυτό το λιωμένο best-selling DVD του Zatoichi από το βίντεο κλαμπ της γειτονιάς λοιπόν κατέληξε να σημαίνει πολλά.

10. Mandy (Panos Cosmatos, 2018)

Πώς μπορεί το action σινεμά να γίνει σουρεαλιστικό, παραληρηματικό, τρομακτικό; Ο Panos Cosmatos, σε μία από τις καλύτερες ταινίες της περασμένης δεκαετίας, βασίζεται σε μια μεθυστική οπτική πάνω στην βία, μετατρέποντας σε μια αλλόκοτη δύναμη που δημιουργεί μια ατμόσφαιρα παραισθησιακή. Και ποιος είναι ο μοναδικός action star που θα μπορούσε να υπηρετήσει μια τέτοια εκκεντρική και πειραματική αντίληψη πάνω στο action cinema; Αν δεν απαντάτε Nicolas Cage σε αυτήν την ερώτηση, τότε δεν θα μπορέσουμε ποτέ να γίνουμε φίλοι. Τα έχουμε πει ξανά πολύ αναλυτικά για το Mandy, οπότε δεν θα επεκταθώ παραπάνω εδώ, προχωράμε γιατί έχουμε μπει στο τοπ-10.

9. Hot Fuzz (Edgar Wright, 2007)

Σε ένα επιφανειακό επίπεδο, οι ταινίες της Cornetto τριλογίας των Edgar Wright και Simon Pegg, είναι απλώς απολαυστικά spoofs, παρωδίες, από αυτές που πάντα έφτιαχνε το Hollywood για τον εαυτό του. Κι όμως, εδώ έχουμε κάτι παραπάνω. Έχουμε ένα τεκμήριο μιας πολιτισμικής μετατόπισης που έλαβε χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή της διεθνοποίησης της αμερικάνικης pop κουλτούρας σε βαθμό που από την δεκαετία του ’80-’90 κι έπειτα έγινε συγκροτητικό βίωμα για την επαφή των νέων γενιών του πλανήτη με το ίδιο το πεδίο της κουλτούρας συνολικά. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν οι Wright και Pegg, παιδιά μεγαλωμένα ανάμεσα στην βρετανική παράδοση του BBC και τον αμερικάνικο πολιτισμικό ιμπεριαλισμό – δύο στοιχεία αλληλένδετα μέσα τους και στην τέχνη τους.

Έτσι, ξεκινώντας μαζί από το θρυλικό τηλεοπτικό Spaced του 1999, και προχωρώντας έπειτα στη μεγάλη οθόνη με το Shaun of the Dead του 2004, μας έδειξαν το πώς αυτές οι αντιφατικές αναφορές, δηλαδή η τοπική καταγωγή και η αμερικάνικη επιρροή, μπορούν να φτιάξουν ένα συναρπαστικό, μεταμοντέρνο μείγμα χαρακτηριστικό των κοινωνιών του 21ου αιώνα. Έτσι, οι Wright-Pegg δεν παρωδούν απλώς τα κλασικά genres: το zombie film, το buddy cop action, το sci-fi apocalypse. Συνοψίζουν την ιστορία τους, σχολιάζουν κινηματογραφικά μέσα από το ιδιαίτερο βλέμμα εκείνων που τα έβλεπαν απ’ έξω, που έφταναν στα μάτια τους ως εκθαμβωτικές αμερικανιές, μέχρι που έγιναν (ημι-καταναγκαστικά) δική τους ιστορία και κουλτούρα.

Από εκεί πηγάζει το αβίαστο συναίσθημα και η αίσθηση βάθους που έχουν οι ταινίες Cornetto, ακόμα και στις πιο ηλίθιες και γελοίες στιγμές τους. Και το Hot Fuzz, η ταινία που ουσιαστικά είναι Lethal Weapon στην βαθιά αγγλική επαρχία, τυχαίνει να είναι μία από τις πιο απολαυστικές ταινίες του αιώνα.

8. Crouching Tiger, Hidden Dragon (Ang Lee, 2000)

Ας μεταφερθούμε νοητά πίσω στην στροφή της χιλιετίας. Έχουμε δει μόλις στο σινεμά το The Matrix, και σταδιακά καταλαβαίνουμε πως η επανάσταση που έφερε στην χολιγουντιανή δράση βασιζόταν εν πολλοίς στο άνοιγμα των αδερφών Wachowski σε ένα πλήθος εξω-αμερικάνικων επιρροών, από τον βουδισμό και τον πλατωνισμό μέχρι τον Γάλλο Φιλόσοφο Jean Baudrillard, τον Σκωτσέζο κομιξά Grant Morrison και τους Ιάπωνες anime μάστορες του φιλοσοφημένου cyberpunk, ενώ η προσέγγιση της ταινίας στο ξύλο προερχόταν καρφί από τον John Woo και την χονγκ-κονγκ-ική σχολή του gun fu. Τότε όμως, ως πιτσιρικάδες, ψυλλιαζόμασταν πως έχουμε να κάνουμε με κάτι ρηξικέλευθο στο action cinema, το οποίο ερχόταν κυρίως από την Ανατολή.

Ε, φανταστείτε την ακόμα μεγαλύτερη έκπληξή μας όταν καπάκια είδαμε το Τίγρης και Δράκος του Ang Lee. Εκεί που νομίζαμε ότι ξύλο εξ Ανατολής σημαίνει μόνο John Woo, Jackie Chan και Bruce Lee, ξαφνικά αποκαλύφθηκε μπροστά μας ένα κινηματογραφικό όραμα επικής κλίμακας, ένας υπερβατικός ρομαντισμός και ηρωισμός τον οποίο δεν μπορούσε να παράξει πια αυτοτελώς το Hollywood, βάζοντας στην θέση του απλώς την εξύμνηση της δύναμης και της επιβολής. Σίγουρα το οριενταλιστικό μας βλέμμα έπαιξε ρόλο στο να θαμπωθούμε έως το επίπεδο του πολιτισμικού σοκ, αλλά ήταν πραγματικά αδύνατον να αρνηθείς την κινηματογραφική δύναμη μιας τέτοιας ταινίας. Και ακόμα μάλλον δεν έχουμε ξαναδεί κάτι αντίστοιχο.

7. Valhalla Rising (Nicolas Winding Refn, 2009)

Βάζοντας να δω το Valhalla Rising στο PC μου, πίσω στο 2010, δεν είχα πραγματική την παραμικρή ιδέα τι με περίμενε. Βασικά, εγώ νόμιζα ότι θα δω μία λίγο-πολύ κλασική action-adventure ταινία νορδικής μυθολογίας για βίκινγκ, κάτι να περάσει ευχάριστα η ώρα με λίγο παλιό καλό ηρωισμό και περιπέτεια. Ε, ο Nicolas Winding Refn (με τον οποίο νομίζω πως ήταν η πρώτη μου επαφή), είχε άλλα σχέδια. Για την ακρίβεια, τα σχέδιά του ήταν για μια ταινία σιωπηλή και υπερβατική, μουντή και ψυχοτροπική, σαν ένα bad trip από το οποίο βγαίνεις λουσμένος με λάσπη και αίμα. Σα να πήρες το Beowulf που είχε βγει στα σινεμά λίγο νωρίτερα, και να το έντυσες με την μυθική ψυχεδελική ούλτρα-βία που βρίσκει κανείς στο σινεμά του Alejandro Jodorowsky και του Werner Herzog. Το Valhalla Rising ήταν μια φανταστική υπενθύμιση πως η δράση και η περιπέτεια δεν χρειάζεται να είναι πάντα το ίδιο κοινότοπο και προβλέψιμο πράγμα. Μπορούν να γίνουν οτιδήποτε. Και να σου αφήσουν στο μυαλό κάποιες εικόνες φρίκης που δεν θα φύγουν ποτέ.

6. John Wick: Chapter 2 (Chad Stahelski, 2017)

Πιστεύω ότι θα χρειαστεί να περάσει καιρός ακόμα μέχρι να εκτιμήσουμε πραγματικά το τι συνέβη με το John Wick πριν περίπου μια δεκαετία, πώς δηλαδή κατάφερε μια τέτοια σειρά ταινιών να γίνει πραγματικότητα και να λατρευτεί με αυτόν τον τρόπο. Μοιάζει με ένα αξιοπερίεργο, μια ανωμαλία, ένα glitch που πήρε την θέση του κανόνα και τρύπωσε μέσα στην ομαλή τάξη πραγμάτων. Έχουμε έναν κασκαντέρ, που κυριολεκτικά τον λένε *Chad* Stahelski (stunt double του Keanu Reeves στο The Matrix αν δεν το ξέρατε), ο οποίος αποφασίζει να γίνει σκηνοθέτης. Έχουμε έναν Reeves καταπονημένο και βαριεστημένο, να παίζει με τον πιο deadpan τρόπο τον πιο βίαιο και τρυφερό ξυλοδάρτη που έχουμε δει ποτέ στο σινεμά. Σα να βάζει να πιει ένα ποτήρι νερό. Επειδή του σκότωσαν το κουτάβι. Κι έχουμε στο φόντο ένα αντικειμενικά σαχλό αλλά ακαταμάχητα γοητευτικό μυθολογικό background μιας μυστικής κοινωνίας δολοφόνων με ιπποτικούς κώδικες που ζουν κρυφά στον κόσμο των κανονικών ανθρώπων. Αν αφαιρούσε κανείς ένα από αυτά τα στοιχεία, ακόμα και το απίστευτα memeworthy μαλλί του Reeves, το οικοδόμημα δεν θα δούλευε. Αλλά δούλεψε. Και δούλεψε τόσο καλά γαμώτο.

5. Hero (Zhang Yimou, 2002)

Ας αφήσουμε εδώ τον θρύλο να μιλήσει από μόνος του. Από τη μία, ο Zhang Yimou, μετά μια μεγάλη arthouse/φεστιβαλική πορεία με πολλά βραβεία σε Κάννες, Βενετία και Βερολίνο (και εμβληματικότερες ταινίες το Raise the Red Lantern και το The Story of Qiu Ju), αποφασίζει να στραφεί στην κινεζική κινηματογραφική παράδοση πολεμικών τεχνών και να φτιάξει την δική του εκδοχή μιας wuxia ταινίας, συντηρητική στην εξύμνηση της εξουσίας της παράδοσης και την μονοκρατορία του ήρωα, αλλά και ρηξικέλευθη στην χορογραφία και την σκηνογραφία της δράσης ως ποιητικής έκφρασης και φιλοσοφικής ενατένισης (με την υπογραφή ενός Christopher Doyle στην κινηματογράφηση).

Την ίδια στιγμή, ο Jet Li, έχοντας αποπειραθεί (και ψιλο-αποτύχει) να κατακτήσει την Δύση με τον τρόπο που το έκαναν πριν από αυτόν ο Bruce Lee και ο Jackie Chan, επιστρέφει στην Κίνα όπου τις προηγούμενες δεκαετίες υπήρξε σπουδαίος kung fu αθλητής και μεγάλος κινηματογραφικός σταρ. Το αποτέλεσμα είναι η μεγαλύτερη μέχρι τότε παραγωγή στην ιστορία του κινεζικού σινεμά, η οποία όμως καθυστερεί να βγει στις αμερικάνικες αίθουσες από την Miramax. Μέχρι που, σύφωνα με τον μύθο, ο Quention Tarantino πρήζει και πείθει τον Harvey Weinstein να βγάλει την ταινία το 2004, δηλαδή έναν χρόνο μετά το…

4. Kill Bill Vol.1 (Quentin Tarantino, 2003)

Ο Quentin Tarantino είναι αυτό που θα λέγαμε “το τέλειο παιδί του μεταμοντέρνου”. Ειρωνικός, απρόβλεπτος, σταθερά καχύποπτος απέναντι στην συνοχή και την σοβαφοφάνεια των μεγάλων αφηγήσεων, κάθετα ενάντιος στην διάκριση υψηλής και χαμηλής κουλτούρας, έμπρακτα υποστηρικτής της άποψης ότι οι παραδόσεις είναι για να διαβρώνονται, να ανασυνδυάζονται και να αναμειγνύονται σε χαοτικά κολάζ και παστίς. Στα 90s, έπειτα από την αποβλακωτική κυριαρχία της mainstream χολιγουντιανής κουλτούρας που είχε εδραιωθεί το ’80 (εν πολλοίς ως αντίδραση του συστήματος των στούντιο και των δυνάμεων της αγοράς απέναντι στην ανανεωτική φάση που πέρασε το αμερικάνικο σινεμά στα 70s με το New Hollywood), ο Tarantino έμοιαζε να φέρνει μαζί του μια αληθινά ανατρεπτική υπόσχεση για το σινεμά του μέλλοντος.

Σήμερα όμως δεν είμαστε στα 90s, και ξέρουμε πια ότι η meta αυτοαναφορικότητα και ο διαρκής ειρωνικός ανασυνδυασμός γνώριμων στοιχείων όχι μόνο δεν έφεραν κάποια “επανάσταση” στην μαζική κουλτούρα και την πολιτιστική βιομηχανία αλλά μάλλον έγιναν ο νέος “κανόνας” τους, η νέα τους βαθύτερη λογική και κυρίαρχο παράδειγμα. Κι όμως, εν έτει 2003, το Kill Bill έμοιαζε με επανάσταση. Και ξέρετε γιατί; Όχι μόνο γιατί ήταν ακραία πορωτικό (που ήταν), αλλά και γιατί εκείνη τη στιγμή ξανάγραφε τον κινηματογραφικό κανόνα στο επίπεδο του mainstream. Έλεγε, δηλαδή, ότι ο πραγματικός πλούτος του σινεμά σαν μαζικολαϊκής τέχνης βρισκόταν σε όλα εκείνα που για την επίσημη κινηματογραφική ιστορία θεωρούνταν “χαμηλή” κουλτούρα και “β’ διαλογής” σινεμά.

To Kill Bill λοιπόν ήταν η πιο εμφατική και εμπορικά πετυχημένη τότε δήλωση του Tarantino πως ό,τι αξίζει στο σινεμά είναι αυτό που θεωρείται “λιγότερο σινεμά” ή “παρα-κινηματογράφος”: τα πιστολίδια, τα ξυλίκια, τα μικιμάου, τα καράτε, τα φτηνά γουέστερν, τα exploitation και blaxploitation έργα που έπαιζαν τα φτηνά, σκοτεινά, κακόφημα σινεμά της Αμερικής του ’70. Αυτή η ταραντινική βλασφήμια βεβαίως ερχόταν μαζί με μια βαθιά γνώση του κινηματογραφικού κανόνα που επιζητούσε να αναταράξει, και πράγματι μόνο έτσι γίνεται: γι’ αυτό οι μόνοι βλάσφημοι που καταφέρνουν κάτι πραγματικά είναι αυτοί που προέρχονται από τα σπλάχνα της θρησκείας που βεβηλώνουν. Και, σε μια στιγμή ακόμα μεγαλύτερης ιδιοφυίας, ο Tarantino εμπιστεύτηκε τον ήχο στον RZA των Wu-Tang.

3. Miami Vice (Michael Mann, 2006)

Ας θυμηθούμε πως η πρώιμη εποχή του digital cinema εκεί στο πρώτο μισό των 00s (όπως πανέμορφα ανατρέχει αυτό το υπέροχο αφιέρωμα του Sight and Sound) ήταν γεμάτη άγριο πειραματισμό, με το ψηφιακό να διεμβολίζει τις ανησυχίες ουκ ολίγων σπουδαίων δημιουργών, από τον Lars von Trier και τους υπόλοιπους σκηνοθέτες του Dogme 95 μέχρι τον David Lynch στο Inland Empire. Και βεβαίως το ίδιο έκανε ο σπουδαίος Michael Mann, ο σημαντικότερος σκηνοθέτης που ξεπήδησε από το αμερικάνικο σινεμά από τα 80s κι έπειτα, με τα καθοριστικής σημασίας Collateral και Miami Vice (αμφότερα εκ των οποίων θα μπορούσαν να είναι σε αυτήν την λίστα, αλλά κρατάμε τον κανόνα της μίας ταινίας ανά σκηνοθέτη).

Σκηνοθέτες σαν αυτούς εμπιστεύτηκαν το ψηφιακό, αξιοποιώντας καλλιτεχνικά με διαφορετικούς τρόπους την ψηφιακότητά των νέων κινηματογραφικών μέσων. Ο Mann λοιπόν, ειδικά στο Miami Vice, αναζήτησε μια ομορφιά στο ψηφιακό – μια ομορφιά που επαναδιαπραγματευόταν την αντίληψη του κινηματογραφικού ωραίου. Είδε σε αυτό και την δυνατότητα ενός νέου τρόπου κινηματογραφικής παραγωγής που να συνδυάζει οργανικά, με εσωτερικό τρόπο, την τέχνη και την τεχνική, με τρόπο που να ταιριάζει στη νέα εποχή. Το Miami Vice δυστυχώς δεν εκτιμήθηκε επαρκώς τότε, αλλά πλέον ευτυχώς παίρνει όλο και συχνότερα την θέση που του αξίζει στην κινηματογραφική ιστορία:

Μια ταινία δράσης όπου το ψεύτικο μοιάζει πιο πραγματικό από το πραγματικό, και πίσω από την μόνιμη υπερ-διέγερση κρύβεται μια διαρκής μελαγχολία, η μυστική θλίψη του 21ου αιώνα.

2. Oldboy (Park Chan-wook, 2003)

Θα το πω κοφτά: στο Oldboy o Park Chan-wook έκανε ό,τι ο Tarantino στο Kill Bill, αλλά από την αντίστροφη – και καλύτερα. Κι είναι αληθινά εντυπωσιακή η σύμπτωση της ταυτόχρονης κυκλοφορίας αυτών των ταινιών με μόλις έναν μήνα διαφορά μεταξύ τους. Αυτό μας δείχνει πως δεν πρόκειται απλώς για δύο καλλιτέχνες που έτυχε να συναντηθούν, αλλά για δύο εκδοχές του αναδυόμενου πνεύματος της εποχής που αναζητούσε χώρο για να εκφραστεί, σαν η ίδια η κινηματογραφική Ιστορία να έδρασε ταυτόχρονα και με ανάλογο τρόπο μέσα από τους δύο δημιουργούς, το βλαχοαμερικανάκι νέρντουλα από το Τένεσι και τον αστό διαννοούμενο από την Σεούλ. Έτσι είναι το ιστορικό πνεύμα, μια αντίφαση εν κινήσει που οδηγεί σε μια ανώτερη σύνθεση.

Αυτό που ενώνει τα δύο έργα και τους δύο σκηνοθέτες είναι η αμφισβήτηση της διάκρισης ανάμεσα σε υψηλή και χαμηλή κουλτούρα – και αυτή η αμφισβήτηση παίρνει τη μορφή της ούλτα-βίας ως κινητήριο δύναμη που αποσταθεροποιεί τις δυαδικότητες και τις διχοτομήσεις της παραδοσιακής αντίληψης για την τέχνη και την αισθητική. O Tarantino ξεκίνησε από το “χαμηλό” για να δέιξει πως μέσα του κρύβει το “υψηλό”. Ο Park, με σπουδές στην φιλοσοφία και θητεία στην κριτική τέχνης πριν πάει στο σινεμά, ξεκίνησε από το “υψηλό” για να δείξει πώς περιλαμβάνει οργανικά το “χαμηλό”. Πώς δηλαδή ο κινηματογραφικός στοχασμός που συνδέει τις αντιθέσεις της κορέατικης κοινωνίας και τα άγχη του 21ου αιώνα, περνώντας διακειμενικά μέσα από την ψυχαναλυτική πρόσληψη της αρχαίας τραγωδίας και την καφκική εμπειρία του ανορθολογισμού μέσα στην ορθολογική οργάνωση της ζωής, δεν συνδυάζεται απλώς με το genre cinema και την ξέφρενη δράση. Τουναντίον, η δράση και το ξύλο είναι η αναγκαστική μορφή που πρέπει να πάρει σήμερα προκειμένου να φτάσει μέχρι το κόκκαλο.

Ξανά, η βία σε αυτές τις περιπτώσεις είναι κάτι περισσότερο από στυλ και χορογραφία (παρότι είναι κι αυτό): είναι η κινηματογραφική παροντοποίηση της ανεξέλεγκτης ενέργειας που διαλύει τις συμβατικές πεποιθήσεις. Η ορμή του καινούριου, με άλλα λόγια. Δυστυχώς, λίγες φορές έκτοτε, είχαμε την χαρά και την τιμή να αντικρύσουμε ξανά αυτήν την ορμή του καινούριου…

1. Mad Max: Fury Road (George Miller, 2015)

…αλλά αυτές οι λίγες, τουλάχιστον, ήταν εμπειρίες που κατάφεραν, σε μια εποχή που είναι δύσκολο να πιστέψεις πραγματικά στην μεταμορφωτική δύναμη της τέχνης και της λαϊκής κουλτούρας, να σε κάνουν να βγεις από το σινεμά σαν διαφορετικός άνθρωπος μετά το σοκ που προκαλεί στις αισθήσεις και την σκέψη η εικόνα που στοχάζεται πάνω στον εαυτό της προικίζοντάς τον με κίνηση. Και οι ξέφρενοι, τρελοί καιροί απαιτούν ξέφρενη, τρελή κίνηση – με την διαφορά ότι ο George Miller εμπότισε αυτήν την κίνηση με ψύχραιμο, στοχευμένο λογισμό.

Μερικά δεκαετίες πίσω, στα αυστραλιανά 70s, ο Miller με το Mad Max φαντάστηκε την μετα-αποκαλυπτική δυστοπία ως ένα ερημικό wasteland στο οποίο οι νόρμες του αστικού δυτικού πολιτισμού έχουν καταρρεύσει και στην θέση τους βρίσκονται δύο νέοι πυλώνες κοινωνικής οργάνωσης: ο τεχνολογικός φετιχισμός της υπερ-αρρενωπής επιθυμίας κυριαρχίας (που εκφράζεται μέσα από το νόμο των συμμοριών της ερήμου) και η οικονομία της ενεργειακής σπάνης που μετατρέπει το εναπομείναν κοινωνικό πεδίο σε έναν αγώνα δρόμου με καύσιμο την ίδια την έλλειψη (και αναζήτηση) καυσίμου.

Αυτό το απόγειο της δυστοπικής μετα-αποκαλυπτικής φαντασίας, που ακόμα και σήμερα παραμένει ορόσημο στο πώς φανταζόμαστε το δυστοπικό μέλλον, αυτο-μετασχηματίστηκε με την επιστροφή του Miller στο franchise 30 χρόνια μετά. Στο Fury Road του 2015 (και το Furiosa του 2024) ο Miller εξερευνά εις βάθος τους “βάρβαρους” πολιτισμούς της οικολογικής αποκάλυψης. Δείχνει πως έχουν κοινωνική οργάνωση, και έχουν και δυνάμεις ανανέωσης που περιέχουν ουτοπική δυναμική. Από κάποιες πλευρές, η οπτική του Miller για τους βάρβαρους πολιτισμούς της ερήμου μοιάζει με αναπαράσταση ενός μεσαίωνα που ίσως επιφυλλάσσει μια αναγέννηση, όπως αυτή που υποννοείται στο φινάλε του Fury Road όπου οι διψασμένοι, επιτέλους, ξεδιψούν.

Για να φτάσουμε εκεί, τι χρειάστηκε; Για να φτάσουμε δηλαδή στην αποκάλυψη του ουτοπικού ασυνείδητου της δυστοπίας, από τι χρειάστηκε να περάσουμε; Μα φυσικά, από την κόλαση του πραγματικού. Από την ανεξέλεγκτη δράση, από την ασταμάτητη βία, από την σχιζοφρενική κούρσα θανάτου στην έρημη λεωφόρο του τέλους της ιστορίας. Πώς τα κατάφερε ο Miller, ένας ήσυχος παππούλης, να φτιάξει κάτι τόσο πολύπλοκο και σύνθετο στην κατασκευή του, και την ίδια στιγμή τόσο άμεσο και αποτελεσματικό στην σκέψη του; Πώς συνδύασε τα πιο άγρια γκάζια με τον πιο νηφάλιο στοχασμό; Πώς, με άλλα λόγια, κατάφερε να συνοψίσει την πρόκληση του αιώνα μας; Ερώτημα – που, αν απαντηθεί, θα είναι αναγκαστικά εν δράσει και εν κινήσει.