Κάποια πράγματα, φίλες και φίλοι, “go with the territory“, όπως λένε οι αγγλόφωνοι. Πάνε πακέτο δηλαδή, αν θέλετε. Δε μπορείς να πάρεις το ένα χωρίς το άλλο. Κι όταν το μεγαλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Αθήνας έρχεται πάντα τον Σεπτέμβρη (αρχικά με τις ανακοινώσεις του και στα τέλη με την έναρξή του), τότε εμείς σχεδόν μοιραία το επενδύουμε με όλη την αντιφατική ένταση αυτού του μοναδικού μήνα: από τη μία η ευφορία (;) των καλοκαιρινών διακοπών και η δίψα των επανασυναντήσεων μέσα στις ροές της πόλης, από την άλλη η δυσφορία της επιστροφής και η αίσθηση μιας όλο και πιο δύσκολης επανεκκίνησης που μας κάνει να τρωγόμαστε με τα ρούχα μας. Από μια πλευρά, είναι κι αυτή μια έκφραση του γεγονότος ότι οι Νύχτες Πρεμιέρας είναι στενά και άρρηκτα δεμένες με την Αθήνα: όχι μόνο σαν πολιτιστικό event ή place-to-be, αλλά και σε σύνδεση με τον πυρήνα και την ουσία αυτής της μητρόπολης, την “δύσκολη ομορφιά” της Αθήνας. Αυτή, αν με ρωτάτε, είναι η απόδειξη της επιτυχίας των Νυχτών Πρεμιέρας όχι με όρους κινηματογραφικού ή θεσμικού στάτους, αλλά με όρους βαθιάς επαφής με την αθηναϊκή πραγματικότητα. Η ίδια η γεωγραφία του ντιπ κέντρου άλλωστε, που ευτυχώς δεν παύει να είναι ο κατεξοχήν χώρος του φεστιβάλ, εκεί όπου τίποτα όμορφο ή άσχημο δεν κρύβεται, δεν επιτρέπει καμία αίσθηση “κινηματογραφικής νησίδας”, καμία αποκοπή από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, από τη συνεχή ροή και κίνηση της ζωής στην αντιφατική μεγαλούπολη. Δεν είναι απλώς ένα φεστιβάλ της Αθήνας, ένα φεστιβάλ του κέντρου της Αθήνας, λειτουργώντας έτσι αναγκαστικά (και μερικές φορές εις βάρος του φεστιβάλ ως επίσημη οντότητα, γιατί το κέντρο είναι ευτυχώς ακόμα απρόβλεπτο παρά την διαρκή απόπειρα για έλεγχο και “προγραμματισμό” του) ως κόμβος συμπύκνωσης μιας αίσθησης πόλης, τόπος συνάντησης διαφόρων πλευρών της αθηναϊκής εμπειρίας. Μ’ αυτήν την έννοια, καθόλου τυχαία η έναρξη και η κατάσταση των Νυχτών Πρεμιέρας κάθε τέλη Σεπτέμβρη γίνεται συχνά αφορμή για να ανοίξουν στη δημόσια σφαίρα ζητήματα σύγχρονης αθηναϊκής δυσφορίας. Για παράδειγμα, τα σχόλια στα social media για τις τιμές των εισιτηρίων δείχνουν μοιραία τον ταξικό αποκλεισμό που κρύβεται στην σφαίρα του πολιτισμού. Η οικονομική πίεση προς το φεστιβάλ και η διαμαρτυρία όσων νιώθουν ότι μένουν απ’ έξω είναι δύο αλληλένδετες πτυχές της (συχνά αόρατης όσον αφορά τη δημόσια εικόνα) εξάρτησης της πολιτισμικής παραγωγής από την καπιταλιστική πραγματικότητα. Παρομοίως, η “γκρίνια” για τις κάρτες, την προπώληση, τις προσκλήσεις και τα sold out αποτελεί σύμπτωμα της τάσης του σύγχρονου κοινού για μια πλήρως καταναλωτική αντίληψη των πραγμάτων, αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί και σύμπτωμα μιας ιδιότυπης αίσθησης αποκλεισμού στην οποία οδηγεί η λογική της eventoποίησης, η κυριαρχία του FOMO, το σοσιαλιμιντιακό φλεξ της παρουσίας στην “φάση” και η λειτουργία πλευρών του πολιτισμού (και) ως μηχανισμός μετατροπής της πόλης σε εξευγενισμένο playground για μεσαία στρώματα με μεγάλο ατομικό συμβολικό κεφάλαιο. Όλα αυτά, που ούτως ή άλλως τα επισημαίναμε και με άλλες αφορμές γύρω από τις Νύχτες Πρεμιέρας τα τελευταία χρόνια, είναι απόδειξη ότι το φεστιβάλ μοιράζεται το DNA αυτής πόλης όπως είναι πραγματικά, και όχι μόνο όπως θα ήθελε να φαίνεται σε προεκλογικά προγράμματα, υπολογισμένες δηλώσεις μάνατζερς, τουριστικές διαφημιστικές καμπάνιες και reports πολιτιστικών οργανισμών. Και πέρσι, όπως αναμφίβολα θυμούνται καλά όσοι παρακολουθούν την κινηματογραφική επικαιρότητα, οι Νύχτες Πρεμιέρας μπήκαν θέλοντας και μη στο επίκεντρο μιας μεγάλης συζήτησης για τη σχέση ανάμεσα στον πολιτισμό και την πολιτική, ή ακριβέστερα ανάμεσα στον πολιτισμό και την εξουσία. Ο υβριδικός πόλεμος των κυβερνητικών μηχανισμών του πολιτισμού εναντίον της ομαλής διεξαγωγής του περσινού φεστιβάλ εμφανίστηκε με την μορφή της γραφειοκρατικής-τεχνοκρατικής ουδετερότητας (απλά “ξαφνικά” την τελευταία στιγμή δεν υπήρχαν λεφτά), αλλά ήταν κοινό μυστικό ότι επρόκειτο για ένα de facto σαμποτάζ-τιμωρία των Νυχτών Πρεμιέρας για την πολιτική του θέση τα τελευταία χρόνια, πρωτίστως μέσω του κινηματογραφικού του προγραμματισμού αλλά και μέσω δηλώσεων του καλλιτεχνικού διευθυντή του, Λουκά Κατσίκα. Φέτος συγκριτικά τα πράγματα ομαλοποιούνται αρκετά, με το φεστιβάλ να έχει στραφεί σε άλλες δημόσιες και ιδιωτικές πηγές χρηματοδότησης ώστε να καλύψει ένα μέρος του χρηματοδοτικού κενού που και της κατάστασης limbo που επιχειρήθηκε να επιβληθεί πέρσι. Έτσι, το πρόγραμμα των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας, παρότι και πάλι πιο περιορισμένο σε κλίμακα σε σύγκριση με άλλες χρονιές (πράγμα που από μόνο του δεν είναι κακό), δίνει μια μεγαλύτερη αίσθηση “κανονικότητας“, η οποία αν μη τι άλλο έχει κάτι το ανακουφιστικό από την σκοπιά ενός σταθερού και πιστού θεατή. Υπάρχουν όμως δύο βεβαιότητας από τις οποίες δεν υπάρχει, πλέον ειδικά, καμία επιστροφή. Πρώτον, ότι ακόμα κι ο πιο αφελής πια είναι δύσκολο να δει το πεδίο της κουλτούρας αποκομμένα από αυτό της πολιτικής και της εξουσίας, εν μέρει γιατί εσχάτως όλο και περισσότερο έρχεται αυτή η τελευταία να σηκώσει το γάντι της σύγκρουσης ακόμα κι εκεί που φαινομενικά μοιάζει να μην υπάρχει κοινωνική αντίσταση. Και δεύτερον, ότι το φεστιβάλ δε μπορεί να γλιτώσει από την Αθήνα – όπως και η Αθήνα δε μπορεί να γλιτώσει από το φεστιβάλ. Και τώρα, αφού τα βγάλαμε από μέσα μας, ας μιλήσουμε για ταινίες. Το ωρολόγιο πρόγραμμα των Νυχτών Πρεμιέρας ανακοινώθηκε χτες, σήμερα ανοίγουν τα εισιτήρια μόνο για τους κατόχους καρτών διαρκείας, και αύριο Παρασκευή στις 12.00 το μεσημέρι ανοίγει η γενική ηλεκτρονική προπώληση για όλο το κοινό. Όπως πιθανότατα έχετε δει ήδη, ταινία έναρξης είναι το Club Kid που έρχεται με μεγάλο hype από τις Κάννες για την αναπαράσταση της queer club κουλτούρας, αλλά και λόγω του σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή του, Jordan Fistman, που μεταξύ άλλων από πέρσι έχει εξελιχθεί σε pop icon λόγω του ρόλου του στο I Love LA. Από την άλλη, ταινία λήξης θα είναι το Wild Horse Nine του Martin McDonagh για το οποίο σας γράψαμε μερικά πολύ ενθουσιαστικά λόγια από το φετινό Φεστιβάλ Βενετίας, οπότε δεν θα επεκταθούμε περισσότερο εδώ. Είναι προφανές πως αυτές οι ταινίες θα έχουν απανωτά και αυτονόητα sold out στις φεστιβαλικές προβολές τους, οπότε είναι δική σας επιλογή αν θα στηθείτε στις ψηφιακές ουρές ή αν θα περιμένετε για την κανονική κυκλοφορία τους που ούτως ή άλλως δεν θα αργήσει πολύ. Παρόμοια θα είναι βεβαίως η κατάσταση στις δύο προβολές του NAZA, του ντοκιμαντέρ των Ισραηλινών δημοσιογράφων Yuval Abraham και Rachel Szor (συνδημιουργών του No Other Land που επίσης είχε κάνει πρεμιέρα στο φεστιβάλ) για τη γενοκτονία στη Γάζα. Η ταινία θα κυκλοφορήσει στις αίθουσες μία ημέρα μετά, οπότε η φεστιβαλικές προβολές έχουν περισσότερο συμβολικό βάρος, δεδομένης της αντιμετώπισης του NAZA ως ζήτημα “εθνικού κινδύνου” από το Ισραήλ, με μέλη της κυβέρνησης να κατηγορούν τους δημιουργούς για προδοσία και να απαιτούν την αφαίρεση της υπηκοότητάς τους. Εντελώς διαφορετικό συμβολικό βάρος θα έχει και μια άλλη προβολή, το Possible Love του Κορεάτη Lee Chang-dong (στον οποίο υπάρχει και ένα φανταστικό συνολικό αφιέρωμα) που επίσης μας ενθουσίασε στη φετινή Βενετία, σε βαθμό να μιλάμε ίσως για την ταινία της χρονιάς, αλλά δυστυχώς δεν θα διανεμηθεί ποτέ στις αίθουσες καθώς έχει αγοραστεί από το Netflix. Κάπως ειρωνικό, αν μη τι άλλο, για μια εξαιρετική ταινία που βασικό της θέμα αποτελεί η ηθική της κινηματογραφικής εικόνας και η σχέση ανάμεσα στο σινεμά και την (καπιταλιστική) πραγματικότητα ως σχέση πρωτίστως πολιτική. Και τέλος, αφού φτάσαμε μέχρι εδώ, πάμε να δούμε και μια κλασική λίστα προτάσεων με τις 20 ταινίες που (λογικά) δεν θα γίνουν sold out από το πρώτο λεπτό και θεωρούμε ότι αξίζει να προσπαθήσετε να δείτε. Κάποιες τις έχουμε δει, κάποιες τις περιμένουμε με αγωνία, κάποιες θα κυκλοφορήσουν στα σινεμά, κάποιες θα είναι η μόνη ευκαιρία σας να τις δείτε σε μεγάλη οθόνη. Προχωράμε με λίγες λέξεις για την καθεμιά, και καλό φεστιβάλ να έχουμε. All of a Sudden Ο Ryusuke Hamaguchi δε μας έχει απογοητεύσει ποτέ, και μάλιστα μας έχει δώσει και δύο από τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας με το Wheel of Fortune and Fantasy και Drive My Car. Αυτονόητα εκεί λοιπόν για τη νέα ταινία του. The Samurai and the Prisoner Παραμένουμε σε ιαπωνικό mood με τη νέα ταινία του λατρεμένου Kiyoshi Kurosawa, μάστερ του τρόμου με ταινίες σαν το Cure και το Pulse, που εδώ παρουσιάζει ένα επικό ιστορικό δράμα για την Ιαπωνία του 16ου αιώνα. A Page of Madness Οκ, άντε ένα ιαπωνικό, αλλά από 100 χρόνια πίσω. Ένα avant-garde κειμήλιο από το 1926 που θεωρούταν χαμένο μέχρι που ανακαλύφθηκε στα 70s και έγινε σύμβολο του ιαπωνικού πειραματικού κινηματογράφου. The Pervert’s Guide to Utopias O Slavoj Zizek επιστρέφει στο σινεμά για την τρίτη του ταινία με την σκηνοθέτρια Sophie Fiennes κι εμείς δε μπορούμε παρά να πανηγυρίσουμε and so on and so forth. Έχουμε και μια συνέντευξη μαζί του, αναμείνατε. The History of Concrete Αν έχετε δει το How to with John Wilson, τότε δεν έχετε καμία απορία σχετικά με το γιατί είναι μία από τις ταινίες που περιμένουμε περισσότερο όλη τη χρονιά φέτος. Μακάρι να έπαιζε μαζί με τη νέα του Nathan Fielder. The Diary of a Chambermaid Μια προσωπική μας λατρεία, και ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, επιστρέφει με νέα ταινία. Radu Jude σημαίνει εγγύηση. Red Rocks Μιλώντας για ιδιοσυγκρασιακούς Ευρωπαίους σκηνοθέτες, ο Bruno Dumont (Flandres, Hors Satan, Li’l Quinquin) επιστρέφει με νέα ταινία, και το μόνο που μπορείς να περιμένεις είναι ότι δεν ξέρεις τι να περιμένεις. The Devils Ίσως το σπουδαιότερο restoration εδώ και χρόνια, αφού το ανίερο αριστούργημα του Ken Russell (Altered States, Tommy, Lisztomania, The Music Lovers) θα παιχτεί για πρώτη φορά σε όλη του την βλάσφημη μεγαλοπρέπεια. I See Buildings Fall Like Lightning Αγαπάμε πολύ την Clio Barnard για την τρυφερή ρεαλιστική της ματιά στην βρετανική ταξική πραγματικότητα από την εποχή του The Selfish Giant και αυτό περιμένουμε να κάνει κι εδώ. Peppermint Candy Όλο το αφιέρωμα στον Lee Chang-dong είναι φανταστικό, αλλά δείτε μόνο μία ταινία τότε ας είναι αυτό το αριστούργημα που μέσα από ένα ψυχαναλυτικό πορτραίτο φωτίζει την κορεάτικη ιστορία των προηγούμενων 20 χρόνων. Once Upon a Time in Harlem Ήταν ένα σπουδαίο κινηματογραφικό νέο ότι ολοκληρώθηκε μετά από μισό αιώνα το ντοκιμαντέρ του σημαντικού μαύρου ντοκιμαντερίστα William Greaves για το Harlem Renaissance και θα είμαστε εκεί για να το δούμε. Everytime Μια ταινία που έρχεται με έντονο hype από τις Κάννες, και το πιστεύουμε γιατί κι η προηγούμενη δουλειά της Sandra Wollner, το The Trouble with Being Born, είχε δώσει πολύ ενδιαφέροντα (και καινοτόμα) δείγματα. The Dreamed Adventure Παρομοίως, το 2017 μας είχε αρέσει το Western της Γερμανίδας Valeska Grisebach, οπότε χαιρόμαστε που την βλέπουμε να επιστρέφει με ένα ακόμα διαβαλκανικό δράμα μυστηρίου. Rose Μιλώντας για Γερμανίδες, πλέον η Sandra Huller είναι από μόνη της ένας ακαταμάχητος λόγος να δεις μια ταινία, πόσο μάλλον εδώ που παίζει έναν μυστηριώδη στρατιώτη του Τριαντακονταετούς Πολέμου. The Only Living Pickpocket in New York Έχουμε καλό προαίσθημα για αυτήν την ταινία για μυρίζει αμερικάνικη 70ίλα από την αρχή μέχρι το τέλος, κι επίσης John Turturro σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτά δεν τα χάνουμε. La Gradiva Άλλο ένα καλό προαίσθημα, γιατί η ταινία της Γαλλο-Τυνήσιας Marine Atlan φαίνεται να συνδυάζει queer coming-of-age σινεμά, ψυχανάλυση και πολιτική επικαιρότητα με ενδιαφέροντα τρόπο. Mikey and Nicky Και κλείνουμε με 4 προτάσεις από το αφιέρωμα που επιμελήθηκε με λευκή επιταγή ο Γιώργος Λάνθιμος, αρχής γενομένης από το 70s αριστούργημα της Elaine May. Αν δεν το έχετε δει, τρέξτε. Wanda Παραμένοντας στα αμερικάνικα 70s, την κινηματογραφική πατρίδα μας δηλαδή, εδώ έχουμε ένα μνημείο του ανεξάρτητου χειροποίητου σινεμά δια χειρός Barbara Loden, με την ίδια να πρωταγωνιστεί στο road movie. Wendy & Lucy Πολύ χαίρομαι για αυτήν την προβολή, και για την επιλογή της από τον Λάνθιμο, γιατί η Kelly Reichardt είναι από τους αγαπημένους μου Αμερικάνους σκηνοθέτες σήμερα, κι οι τελευταίες ταινίες της δυστυχώς δεν παίρνουν καν διανομή. The Bill Douglas Trilogy Αν δείτε αυτήν την συλλογή των τριών μικρών ταινιών του Bill Douglas, που όλες μαζί φτιάχνουν τα σκωτσέζικα 400 Χτυπήματα, και δεν ταρακουνηθεί κάτι μέσα σας, τότε δε μπορούμε να γίνουμε φίλοι.