Συνήθως, όταν μιλάμε για πολιτικοποίηση της τέχνης και του πολιτισμού, το λέμε για καλό. Είναι η αυθόρμητη, αυτόματη σύνδεση που κάνουμε στο μυαλό μας – ότι η τέχνη γίνεται πολιτική πρωτίστως όταν στέκεται με την πλευρά της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, όταν γίνεται ριζοσπαστική στη μορφή και το περιεχόμενο, όταν εκφράζει κοινωνικές ανησυχίες που την τοποθετούν άμεσα ή έμμεσα ενάντια στις κυρίαρχες εξουσίες. Μιλάμε έτσι συχνά για την πολιτικοποίηση της τέχνης δίνοντας μια οντολογική προτεραιότητα στην πολιτική πρόθεση του καλλιτεχνικού έργου: στην πολιτική επιθυμία των δημιουργών να τοποθετηθούν πολιτικά με έναν υποκειμενικό καλλιτεχνικό τρόπο. Για κακή μας τύχη, βέβαια, κάτω και πριν από την οντολογική προτεραιότητα της πολιτικής διάστασης της τέχνης ως υποκειμενική βούληση, υπάρχει μια αόρατη, δομική, αντικειμενική πολιτικοποίηση: η πρόσδεση της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε επίσημους θεσμούς που έχουν ως στόχο την αναπαραγωγή των κυρίαρχων πολιτικών, οικονομικών και άλλων δομών εξουσίας. Μιλάμε για την εξάρτηση μεγάλους μέρους της καλλιτεχνικής και πολιτισμικής δραστηριότητας (και ειδικά του σινεμά που είναι το κατεξοχήν “ακριβό” καλλιτεχνικό “χόμπι”) από ένα πολύπλοκο σύστημα θεσμοποίησης, χρηματοδότησης, οργάνωσης, παραγωγής και διανομής που περιλαμβάνει σε διάφορους συνδυασμούς τον κρατικό μηχανισμό (χρωματισμένό από τις κυβερνητικές δυνάμεις που τον διαχειρίζονται κάθε φορά) και το ιδιωτικό κεφάλαιο (είτε στην άμεση εταιρική μορφή του είτε σε “κοινωφελείς” εκδοχές μέσα από ιδρύματα πολιτισμού μεγα-καπιταλιστών). Άλλοτε σε ένταση και άλλοτε σε συνεργασία, κράτος και κεφάλαιο συνιστούν την ραχοκοκκαλιά που εγγυάται την λειτουργία της ελληνικής εκδοχής της πολιτιστικής βιομηχανίας, της υποδομής χρηματοδότησης και γραφειοκρατικής διαχείρισης που απαιτείται, λόγου χάριν, για να φτιαχτεί μια ταινία ή να στηθεί ένα φεστιβάλ. Και συνήθως καταλαβαίνουμε πόσο βαθιά πολιτική είναι αυτή η υποδομή όταν διαρρηγνύεται η αορατότητά της. Όταν δηλαδή κάτι πάει στραβά. Όπως έγινε φέτος στις Νύχτες Πρεμιέρας. Στις 17 Σεπτεμβρίου, στην καθιερωμένη ετήσια συνέντευξη τύπου για την παρουσίαση του προγράμματός τους, οι Νύχτες Πρεμιέρας έκαναν μερικές πολύ σημαντικές ανακοινώσεις, με πρώτη και κυριότερη ότι φέτος το πρόγραμμα του φεστιβάλ θα είναι κουτσουρεμένο. Πόσο κουτσουρεμένο; Περίπου κατά το ήμισυ, αφού φέτος οι Νύχτες Πρεμιέρας θα δείξουν περί τις μισές ταινίες απ’ όσες προβάλλουν κατά κανόνα κάθε Σεπτεμβρο-Οκτώβρη. Ο λόγος είναι απλός και αμείλικτα πολιτικός, αν υιοθετήσουμε την οπτική που σκιαγραφήσαμε παραπάνω σχετικά με την πολιτική οικονομία της πολιτιστικής παραγωγής. Το Υπ. Πολιτισμού αποφάσισε να κόψει την κρατική χρηματοδότηση μέσω ΕΣΠΑ για την φετινή διοργάνωση, την οποία το φεστιβάλ έπαιρνε αδιαλλείπτως από το 2012, και στην οποία εν πολλοίς βασιζόταν για την λειτουργία του. Κι αυτό ανακοινώθηκε αιφνιδιαστικά στο φεστιβάλ (γιατί οι τρόποι της επικοινωνίας είναι εξίσου πολιτικοί με το περιεχόμενό της) στα τέλη του Ιουνίου, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις που είχαν προηγηθεί και ενώ οι εργασίες προετοιμασίας είχαν ξεκινήσει από μήνες, βάζοντας το φεστιβάλ με την πλάτη στον τοίχο και αφήνοντας τις Νύχτες πρακτικά ξεκρέμαστες. Ακόμα κι ένας καλοπροαίρετος (ή αφελής) αναγνώστης θα υποψιαζόταν εύκολα ότι η διακοπή μιας ζωτικής σημασίας χρηματοδότησης σε συνδυασμό με την χρονικότητα της γνωστοποίησης της απόφασης την τελευταία στιγμή συνιστούν συνδυαστικά ένα de facto σαμποτάζ της ομαλής διεξαγωγής του φεστιβάλ. Πρακτικά, οι επιλογές που αφήνει στην διοργάνωση είναι δύο: βρείτε αλλού λεφτά, ή μην κάνετε φεστιβάλ. Ακόμα και μετά την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης (από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς), το μπάτζετ των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας έφτασε με το ζόρι στο 1/3 των προηγούμενων ετών. Επομένως, όπως καταλαβαίνει κανείς, η δραστική μείωση του μεγέθους και της κλίμακας ήταν μονόδρομος. Δυστυχώς λοιπόν φέτος κόβονται κατά κύριο λόγω οι προβολές τριών τμημάτων του φεστιβάλ: τα ειδικά αφιερώματα, οι μεταμεσονύχτιες προβολές και τα μουσικά ντοκιμαντέρ. Αν με ρωτάτε, τα 3 καλύτερα πράγματα του φεστιβάλ – ή τουλάχιστον αυτά για τα οποία εγώ ήμουν πάντα πιστός επισκέπτης, από πολύ πριν το να γράφω για σινεμά γίνει δουλειά μου. Ένα διπλό ερώτημα, λοιπόν, από την σκοπιά ενός φεστιβάλ που μένει ξαφνικά ξεκρέμαστο, είναι αφενός πού βρίσκει λεφτά για να αποκατασταθεί η ομαλότητά του ως προς την διεξαγωγή και αφετέρου πώς διαχειρίζεται επικοινωνιακά την κατάσταση μιας πολιτικής απόφασης της κρατικής εξουσίας που η ουσία της έγκειται ακριβώς στο ότι έχει την ιδιότητα να εμφανίζεται ως “μη-πολιτική” (δηλαδή τεχνοκρατική και γραφειοκρατική). Αυτή η καταστατική αορατότητα της πολιτικής διάστασης “τεχνικών” αποφάσεων αποκαλύπτει τον πυρήνα της δομικής εξάρτησης για την οποία μιλήσαμε στην αρχή. Η πολιτική της εξουσίας μιλάει με τα λεφτά. Οι αποδέκτες των αποφάσεών της σε ποια γλώσσα θα μιλήσουν; Οι τοποθετήσεις της γενικής διευθύντριας των Νυχτών Πρεμιέρας Τατιάνας Παππάς και του καλλιτεχνικού διευθυντή Λουκά Κατσίκα στην συνέντευξη τύπου (τις οποίες μπορείτε να βρείτε σε βίντεο και κείμενο στο site του φεστιβάλ) αποκάλυψαν εξίσου πολλά μέσα από τις σιωπές τους και τις αμηχανίες τους όσο και μέσα από τα ρητά λόγια τους. Ευθέως και έντιμα, εξιστόρησαν το χρονικό των αποφάσεων του υπουργείου και τις άμεσες συνέπειές τους στην τεράστια δυσκολία διεξαγωγής του φεστιβάλ. Κι είναι απολύτως κατανοητό ότι έβαλαν το όριό τους, τουλάχιστον όσον αφορά το πλαίσιο της συνέντευξής τύπου, λίγο πριν την ερμηνεία αυτών των αποφάσεων ως πολιτικών. Σταμάτησαν, δηλαδή, μπροστά στο πέπλο της αορατότητας. Αν ερμήνευαν οι ίδιοι πολιτικά τα γεγονότα, θα ήταν σαν ξαφνικά το φεστιβάλ να “πολιτικοποιούσε” το συμβάν, το οποίο καθ’ εαυτό εμφανίζεται ως “τεχνικό” μέσα από την μυστικοποίηση του γραφειοκρατικού λόγου της διαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων και των μηχανισμών κατανομής χρηματοδότησης. Είναι μια win-win κατάσταση για την πολιτική εξουσία, έτσι δεν είναι; Τα στοιχεία βέβαια είναι εκεί, το φεστιβάλ τα παρέθεσε, έφτασε μέχρι ένα σημείο, και από εκεί κι έπειτα το βάρος της σύνδεσης των κουκκίδων και της ερμηνείας των γεγονότων πέφτει σε μας. Γιατί το υπουργείο να κόψει τόσο δραστικά (μόνο για φέτος; ερώτημα) την χρηματοδότηση ενός φεστιβάλ που, με όρους τόσο πολιτισμικής καταξίωσης όσο και εμπορικής απήχησης, είναι τα τελευταία χρόνια όλο και πιο πετυχημένο; Έχει λόγο το υπουργείο να αντιπαθεί τις γεμάτες αίθουσες, τα εξαντλημένα εισιτήρια, την εικόνα ζωής στα σινεμά του κέντρου; Για να αποπειραθούμε να απαντήσουμε κάτι τέτοιο, χωρίς απόλυτες βεβαιότητες αλλά με βάσιμες υποψίες και κυρίως με ορθολογικά ιστορικο-πολιτικά κριτήρια, θα πρέπει να δούμε το context των υπόλοιπων κινήσεων του φεστιβάλ και του υπουργείου τον τελευταίο χρόνο – κι ίσως κάποια πράγματα αρχίσουν να ξεκαθαρίζουν. Θυμάστε μήπως τι έγινε πέρσι στις Νύχτες Πρεμιέρας; Είχαμε την, μοναδική στα χρονικά του φεστιβάλ στα 31 χρόνια λειτουργίας του, ακύρωση μιας προβολής για λόγους πολιτικών πιέσεων. Συγκεκριμένα, η ταινία “Ρώσοι σε Πόλεμο” της Αναστασία Τροφίμοβα για τον πόλεμο στην Ουκρανία θεωρήθηκε “ρωσική προπαγάνδα” με αποτέλεσμα να ασκηθούν πολλών ειδών πιέσεις, από την Πρεσβεία της Ουκρανίας στην Ελλάδα και άλλους θεσμούς, οργανισμούς και παράγοντες (φανερούς και αφανείς, κάποιοι εκ των οποίων έφτασαν μέχρι τις απειλές), έτσι ώστε να ακυρωθεί η προβολή. Αυτό, για όποιον κρατάει σκορ, ονομάζεται λογοκρισία. Και είναι εύκολο να καταλάβουμε τις αιτίες της, λαμβάνοντας υπόψιν την στρατηγική, γεωπολιτική και οικονομική σύνδεση του ελληνικού κράτους (και ακόμα περισσότερο της διακυβέρνησης ΝΔ) με την ουκρανική πλευρά στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Προς τιμήν του, ο Λουκάς Κατσίκας στην περσινή τελετή λήξης αποκάλεσε ευθέως και χωρίς περιστροφές αυτό το συμβάν ως “χειρονομία λογοκρισίας”. Λίγο αργότερα, με αφορμή την προβολή και βράβευση της ταινίας “Καμιά Αλλη Γη“, μίλησε εξίσου ευθέως για την Γάζα, σε μια από τις ελάχιστες τότε (και έχει σημασία αυτό, γιατί ειδικά τότε κυριαρχούσε η σιωπή και ο εκφοβισμός) επίσημες δηλώσεις στήριξης στην Παλαιστίνη από μεγάλους πολιτιστικούς θεσμούς. Θυμάμαι πολύ καθαρά τις τελευταίες λέξεις πριν αποχωρήσει από την σκηνή: “Θέλω να είστε όλοι και όλες καλά και να βρίσκεστε στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Με την Παλαιστίνη.” Θα έβαζα τα λεφτά μου ότι τις θυμάται πολύ καθαρά και το υπουργείο. Δείχνοντας ηθική και πολιτισμική ακεραιότητα, το φεστιβάλ πέρσι πήρε θέση για μια σειρά από ζητήματα που το έφεραν ακόμα πιο κοντά στην καρδιά του κοινού του, αλλά το έβαλαν και στα “χωράφια” των στρατηγικών επιλογών του ελληνικού κράτους σε μια σειρά από ζητήματα διεθνών σχέσεων και πολιτικο-οικονομικών στάσεων, που περιλαμβάνουν από τον πόλεμο στην Ουκρανία και την γενοκτονία στη Γάζα μέχρι την επενδυτική ανάπλαση του κέντρου της Αθήνας από το τουριστικό κεφάλαιο, μέρος της οποίας είναι και η μετατροπή του κινηματογράφου Ιντεάλ σε πολυτελές ξενοδοχείο – κάτι που άγγιξε τις Νύχτες Πρεμιέρας όχι μόνο γιατί το σινεμά υπήρξε σταθερό σπίτι του φεστιβάλ τα τελευταία χρόνια, αλλά κι επειδή με την στάση του έδειξε πως υπερασπίζεται μια πλευρά της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωή του αθηναϊκού κέντρου που είναι ασύμβατη με την μετατροπή του σε τουριστικό θεματικό πάρκο ακριβώς επειδή με τα κριτήρια της καπιταλιστικής αξιοποίησης είναι “ασύμφορη” οικονομικά. Από την άλλη, βλέπουμε τον τελευταίο χρόνια μια σειρά από εντονότερα δείγματα πολιτικο-οικονομική περίφραξης και ελέγχου της πολιτισμικής σφαίρας από την κυβέρνηση, και μάλιστα μέσα από ένα συγκεκριμένο στυλ διακυβέρνησης. Ένα αυταρχικό στυλ διακυβέρνησης που υπάγει εργαλειακά την τέχνη στην κρατική διαχείριση για πολιτικά και ιδεολογικά οφέλη, δείχνοντας μια επιθυμία τεχνοκρατικού αλλά και πολιτικο-ιδεολογικού ελέγχου, έως και εκδικητικότητας απέναντι στην καλλιτεχνική ελευθερία, η οποία ιστορικά τείνει να συγγενεύει με τις προοδευτικές και όχι με τις συντηρητικές ιδέες. Την ίδια στιγμή, βλέπουμε την κατασκευή μιας αφήγησης για τη κρατική κινηματογραφική ως ένα ατελείωτο success story σε επίπεδο προσέλκυσης ξένων παραγωγών, εξορθολογισμένης οικονομικής αποδοτικότητας των προγραμμάτων χρηματοδότησης, και επένδυσης σε μια συγκεκριμένη (συντηρητική και μονοδιάστατη) ιδέα της ελληνικότητας ως πολύτιμο προϊόν για εσωτερική και εξωτερική κατανάλωση. Πρόκειται για μια ευρύτερη αντίληψη για την κουλτούρα που, ακριβώς όπως βλέπει τους φυσικούς και υλικούς πόρους ως assets προς αξιοποίηση, έτσι βλέπει και τους πολιτισμικούς πόρους. Το είδαμε έντονα πέρσι στην περίπτωση του ελληνικού Oscargate με τους εξίσου γελοίους και επικίνδυνους χειρισμούς του υπουργείου Πολιτισμού, το είδαμε σε περιπτώσεις όπως η άρνηση προς τον Γιώργο Λάνθιμο για γυρίσματα στην Ακρόπολη για τη νέα του ταινία, και το είδαμε και πολύ πρόσφατα στον συνδυαστικά τεχνοκρατικό και ιδεολογικό τσαμπουκά του υφυπουργού Ιάσονα Φωτήλα στην τελετή λήξης του Φεστιβάλ Δράμας απέναντι στις επικριτικές φωνές για την λειτουργία των κρατικών κινηματογραφικών φορέων (φωνές που τον τελευταίο καιρό έχουν συγκλίνει στην δημιουργία της πρωτοβουλίας Ορατότης Μηδέν), απαντώντας με πατερναλιστικό ύφος αυταρχικού γυμνασιάρχη που αντιλαμβάνεται τον ρόλο της δημόσιας χρηματοδότησης της πολιτιστικής δραστηριότητας ως “χαρτζιλίκι” στα “γκρινιάρικα” παιδιά-καλλιτέχνες. Δεν χρειάζεται και μεγάλα διανοητικά άλματα για να καταλάβει κανείς πώς αυτή η κυβερνολογική της πολιτιστικής διαχείρισης περιλαμβάνει μια άρρητα εκδικητική (προσθέστε ή αφαιρέστε μόνοι σας τα εισαγωγικά) διακοπή ζωτικής χρηματοδότησης σε ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ που εκπροσωπεί μια διαφορετική πολιτισμική λογική. Αν το παπούτσι ταιριάζει, τα υπόλοιπα περισσεύουν – όπως λέει μια αγγλική παροιμία. Θα πω όμως και κάτι ακόμα. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε από μια ορθή και αναγκαία κριτική της κρατικής διαχείρισης της κουλτούρας και να μιλάμε, φερειπείν, για την κινηματογραφική παραγωγή ή ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ σα να είναι ένα δημόσιο πολιτιστικό αγαθό που υποτιμάται ή ευτελίζεται. Σίγουρα η διακοπή της χρηματοδότησης προς τις Νύχτες Πρεμιέρας αποτελεί ένα ακόμα βήμα για την υποτίμηση του πολιτισμού ως κοινωνική ανάγκη και κρατική ευθύνη, αλλά το γεγονός ότι είμαστε στην άμυνα σε όλα τα επίπεδα δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να εξιδανικεύσουμε αυτό που υπήρχε. Δυστυχώς, το πεδίο της κουλτούρας, οργανωμένο ως πολιτιστική βιομηχανία, ήταν ήδη μια εμπορευματοποιημένη δραστηριότητα με κοινωνικούς-ταξικούς φραγμούς πρόσβασης τόσο στην δημιουργία όσο και στην απόλαυση του έργου τέχνης (πόσο μάλλον του κινηματογραφικού). Οι Νύχτες Πρεμιέρας είναι ένα φεστιβάλ που αγαπάμε γιατί είναι ενσωματωμένο στο σύγχρονο DNA της αθηναϊκής ζωής, αλλά δεν παύει να είναι ένας ιδιωτικός οργανισμός που παράγει ένα πολιτιστική προϊόν-υπηρεσία σε ένα εμπορευματοποιημένο περιβάλλον με στόχο την οικονομική αποδοτικότητα. Και ασφαλώς η απάντηση στην κρατική υποτίμηση δε μπορεί να είναι η περαιτέρω ιδιωτικοποίησης του πεδίου της κουλτούρας με χορηγούς μεγα-εταιρίες και σωτήρες-εφοπλιστικά ιδρύματα που περιμένουν στην γωνία. Εξάλλου, ήδη πέρσι προβληματιζόμασταν για την τάση fomo-ποίησης και event-οποίησης της κουλτούρας, η οποία είναι συμβατή με άλλες εκδοχές ιδιωτικοποίησης του πολιτισμού που τον χρησιμοποιούν σαν τρόπο συσσώρευσης συμβολικού κεφαλαίου. Όσο δεν υπάρχει η εναλλακτική μιας αντίληψης και πρακτικής για τον πολιτισμό σαν δημόσια-λαϊκή κουλτούρα και δημόσιο-λαϊκό αγαθό που θα πρέπει να απολαμβάνεται ελεύθερα και κοινωνικά από το στάδιο της δημιουργίας μέχρι το στάδιο της απόλαυσης, θα βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις συμπληγάδες του κρατικού αυταρχισμού/πατερναλισμού και της ιδιωτικοποίησης/εμπορευματοποίησης. Η υπεράσπιση των Νυχτών Πρεμιέρας είναι σημαντική και αναγκαία ως υπεράσπιση αφενός μιας ζωής στην πόλη που είναι ακόμα στοιχειωδώς προσβάσιμη και απολαυστική, και αφετέρου μιας ελάχιστης κρατικής εγγύησης της λειτουργίας των πολιτιστικών θεσμών με όρους που δεν είναι αποκλειστικά κερδοσκοπικοί. Αλλά είναι επίσης αναγκαίο να ξεφύγουμε από το “there is no alternative” δόγμα του καπιταλιστικού ρεαλισμού που παρουσιάζει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, στην μία ή την άλλη εκδοχή της, ως την μοναδική εναλλακτική. Και είναι αναγκαίο να υποστηρίξουμε την δυνατότητα μιας δημόσιας κουλτούρας που θα είναι ελεύθερη και θα απελευθερώνει η ίδια – και όχι μόνο ως εξατομικευμένο/ακριβοπληρωμένο διάλειμμα για 2 ώρες μια Παρασκευή βράδυ σαν ανάσα σε μια ασφυκτική καθημερινότητα πίεσης, άγχους και αλλοτρίωσης, αλλά σαν κάτι πιο βαθύ, διαρκές και επιδραστικό στη ζωή μας. Και για να κάνουμε τέλος αυτό το κείμενο να μοιάζει με έναν κλασικό οδηγό επιβίωσης για τις Νύχτες Πρεμιέρας, ας δούμε μερικές προτάσεις ταινιών από το φετινό πρόγραμμα μιας και τα εισιτήρια άνοιξαν σήμερα το μεσημέρι. Ούτως ή άλλως πλέον αξίζει να αντιστέκεστε στο FOMO και να μην τρέχετε για τα αυτονόητα sold out, μιας και πρόκειται πάντα για ταινίες που θα δούμε σύντομα στις αίθουσες. Έτσι, δεν χρειάζεστε κάποια προτροπή για να δείτε το Bugonia του Γιώργου Λάνθιμου, το After the Hunt του Luca Guadagnino, το No Other Choice του Park Chan-wook. Παρομοίως, έχουμε το Anemone που σηματοδοτεί την κινηματογραφική επιστροφή του Daniel Day-Lewis, το Resurrection του Bi Gan που έχει τεράστιο φεστιβαλικό hype, το The History of Sound που ενώνει Paul Mescal και Josh O’Connor, και το The Voice of Hind Rajab που θα αποτελέσει την κινηματογραφική κυκλοφορία της χρονιάς. Μετά από όλα αυτά που πρέπει έτσι κι αλλιώς να τα βάλετε στην watchlist σας, πάμε να δούμε 10 ταινίες που αξίζει να δείτε (και λογικά προλαβαίνετε να κλείσετε και εισιτήρια). Για αρχή, εφιστούμε την προσοχή σας στο The Secret Agent του Kleber Mendonça Filho, ένα βραζιλιάνικο πολιτικό θρίλερ που συνεχίζει το υπέροχο σερί του σκηνοθέτη μετά από Aquarius και Bacurau, και για το οποίο πήρε βραβείο σκηνοθετίας στις Κάννες. Παραμένοντας στην πορτογαλική γλώσσα και στις Κάννες, τσεκάρετε και το I Only Rest in the Storm του Pedro Pinho, μια επική ιστορία για το αποτύπωμα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας στην Αφρική. Από τις Κάννες έρχεται και το βραβευμένο με το μεγάλο βραβείο της επιτροπής Sound of Falling της Mascha Schilinski, αλλά και το A Useful Ghost του Ratchapoom Boonbunchachoke που φαίνεται υπέροχα σουρεαλιστικό. Μεγάλο (και δίκαιο) φεστιβαλικό hype είχε επίσης το If I Had Legs I’d Kick You της Mary Bronstein με μια φανταστική Rose Byrne στην πρωταγωνιστική ερμηνεία, ενώ αντίστοιχα φανταστική είναι και η Marion Cotillard ως βασίλισσα του χιονιού στο απόκοσμο μετα-κινηματογραφικό The Ice Tower της πάντα ενδιαφέρουσας Lucile Hadžihalilović. Ειδική μνεία αξίζει επίσης στο Blue Moon του Richard Linklater για τον σπουδαίο στιχουργό Lorenz Hart, μια σπάνια περίπτωση βιογραφικής ταινίας που χωράει μέσα σε ένα περιστατικό μιας νύχτας μια ολόκληρη ζωή. Στο μέτωπο των ντοκιμαντέρ, θα προτείνουμε το Put Your Soul on Your Hand and Walk της Ιρανής Sepideh Farsi για την ζωή στη Γάζα κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας, αλλά και το Cover-Up των Laura Poitras και Mark Obenhaus για την δημοσιογραγική έρευνα του Seymour Hersh πάνω στα εγκλήματα πολέμου των ΗΠΑ. Τέλος, προτείνω να δείτε το 4K restoration του κρυφού διαμαντιού Η Πόλη Ποτέ Δεν Κοιμάται του Ανδρέα Τσιλιφώνη, το οποίο σε κάνει να δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως τα 80s υπήρξαν όντως τόσο κουλ και ασθέτικ στην Αθήνα. Αυτά για φέτος, και μακάρι του χρόνου να επανέλθουμε ξανά με μεγάλο και αναλυτικό οδηγό επιβίωσης για ένα (πολύ) μεγαλύτερο φεστιβάλ. Μέχρι τότε, καλές προβολές και καλή τύχη.