Τι θα μπορούσε να συνδέει τον ΣΥΡΙΖΑ, τις εκφράσεις στο πρόσωπο των πορνοστάρ, τον Roberto Rossellini, την κινέζικη όπερα, την φιλοσοφία του Wittgenstein, και ένα πρόστυχο ανέκδοτο με πρώην ηγέτη του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος; Αν η πηγαία σας σκέψη είναι ότι όλα αυτά θα μπορούσαν να συνυπάρχουν μόνο σε μια συζήτηση με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, τότε συγχαρητήρια – και καλώς ήρθατε για ακόμα μια φορά στην έρημο του πραγματικού (τι θα πάρετε, the usual;). Πριν από περίπου ένα μήνα λοιπόν, βρισκόμενοι στο Φεστιβάλ Βενετίας, είχαμε την σπάνια τύχη να μιλήσουμε με τον φιλόσοφο-meme στο περιθώριο της πρεμιέρας της νέας του ταινίας με τον τίτλο The Pervert’s Guide to Utopias, σε σκηνοθεσία της Sophie Fiennes, η οποία προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού στην φετινή Μπιενάλε. Αν η φράση “νέα ταινία του Ζίζεκ” σας ακούγεται αλλόκοτη, τότε με χαρά να σας ενημερώσουμε πως με το The Pervert’s Guide to Utopias ο στοχαστής και η σκηνοθέτρια ολοκληρώνουν μια τριλογία ταινιών που ξεκίνησε το 2006 με το The Pervert’s Guide to Cinema και συνεχίστηκε το 2012 με το The Pervert’s Guide to Ideology. Και λέω “με χαρά” γιατί πολύ θα ήθελα να μπορούσα να προσομοιώσω εκ νέου την εντύπωση της πρώτης θέασης του The Pervert’s Guide to Cinema πίσω στο 2006, όταν ήμουν 18 ετών και η ταινία μου άνοιξε έναν τελείως νέο δρόμο για την κινηματογραφική ανάλυση που δεν ήξερα καν ότι υπήρχε μέχρι τότε. Για την ακρίβεια, η “διεστραμμένη” συνταγή των ταινιών Ζίζεκ περιλαμβάνει βεβαίως λαβυρινθοειδείς συζητήσεις γύρω από ταινίες μέσα από τα εργαλεία του εγελιανού μαρξισμού και της λακανικής ψυχανάλυσης, αλλά περιλαμβάνει και τον ίδιο τον Ζίζεκ να μπαίνει με κωμικούς τρόπους μέσα στα σετ των ταινιών που σχολιάζει. Αυτό στα μάτια μου δημιούργησε ένα παράδειγμα: έναν συνδυασμό “υψηλού” και “χαμηλού” που είναι εξίσου απαραίτητα στην πολιτισμική κριτική αν θέλει να συνδυάσει την θεωρητική πολυπλοκότητα με την ποπ απήχηση. Εν έτει 2026, λοιπόν, πώς μοιάζει αυτή η συνταγή; Αναπόφευκτα σχεδόν, σε εποχή διαδοχικών κρίσεων, πολεμικής προετοιμασίας και κλιματικής κατάρρευσης, ο Ζίζεκ στρέφεται στην κινηματογραφική φαντασία του μέλλοντος, και ειδικότερα τις δυστοπικές και μετα-αποκαλυπτικές αναπαραστάσεις που φωτίζουν τα άγχη, τις αγωνίες, τις ψευδαισθήσεις και της φαντασιώσης του σύγχρονου κοινωνικού υποκειμένου. Δεν θα σποϊλάρουμε το ευφάνταστο ταξίδι του Ζίζεκ μέσα από το Blade Runner, το Apocalypse Now, το The Handmaid’s Tale, τα Instagram stories της Kylie Jenner και τα livestreams από τους βομβαρδισμούς της Γάζας, γιατί αξίζει να ακολουθήσετε αυτό το ταξίδι μόνοι ας – κάτι που ελπίζουμε να γίνει σύντομα, αν και μετά τις δύο sold-out προβολές της ταινίας στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας πριν λίγες ημέρες δεν έχουμε δυστυχώς νεότερα από το μέτωπο τις διανομής. Σίγουρα όμως ο στοχασμός του Ζίζεκ, με τις (σκόπιμες) υπερβολές και γελοιότητές του, είναι σημαντικός όχι μόνο ως στοχασμός πάνω στο σινεμά όσο κυρίως ως στοχασμός *μέσα* από το σινεμά. Γιατί πράγματι, αν έχει συνεισφέρει αληθινά κάτι πρωτότυπο, αυτό είναι ότι υπάρχει πλέον μια εσωτερική σχέση ανάμεσα στην φιλοσοφία και τον κινηματογράφο, αυτήν την “διεστραμμένη” τέχνη που δε μας δείχνει τι να επιθυμήσουμε αλλά μας μαθαίνει *πώς* να επιθυμούμε. Με την λογική της κινηματογραφικής εικόνας να έχει διαχυθεί στο σύνολο της κοινωνικής ζωής μέσα από τα social media και τις ψηφιακές πλατφόρμες, και τους πάντες πλέον να “σκηνοθετούν” τη ζωή τους σα να υπάρχει πάντα ένας αόρατος θεατής, μια σκέψη που λέει πως το σινεμά δεν αναπαριστά απλώς την πραγματικότητα αλλά την παράγει σε ένα πρωταρχικό επιθυμητικό επίπεδο είναι σίγουρα χρήσιμη για να πλοηγηθούμε μέσα στον σύγχρονο post-truth κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης, των πολιτισμικών πολέμων και των αντιμαχόμενων αφηγήσεων. Παρακάτω λοιπόν ακολουθεί η συζήτηση που κάναμε με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ στις αρχές του προηγούμενου μήνα στη Βενετία. Μιλήσαμε 30 λεπτά. 30 αλλοπρόσαλα και χαοτικά λεπτά, για την ακρίβεια. Υπάρχουν κάμποσα πράγματα που κόπηκαν, γιατί δεν πέρναγαν ούτε για Luben (κι αυτό λέει πολλά). Για να παραθέσουμε έναν άλλο σύγχρονο στοχαστή, ολογράφως Μάριο Ηλιόπουλο, βάλτε τη ζώνη ασφαλείας, ψύχραιμα, και απολαύστε το. (Για την ιστορία, το “and so on and so forth” μεταφράστηκε ως “και ούτω καθεξής”). Πρώτα απ’ όλα, μπράβο για την ταινία. Άντε γαμήσου! Πώς το λέτε αυτό στα ιταλικά; Δεν ξέρω, από την Ελλάδα είμαι. Από την Ελλάδα; Α, εσείς που προσπαθήσατε να καταστρέψετε την Ευρώπη με τον ΣΥΡΙΖΑ ε; Ακριβώς ναι. Γνωριζόμασταν προσωπικά και με τον Αλέξη και με τον Γιάνη. Και στεναχωρήθηκα όταν τα σπάσανε μεταξύ τους. Ξέρεις πότε με απογοήτευσαν; Μέχρι να έρθει η πραγματική πίεση από την Ευρώπη, έλεγαν μην ανησυχείτε, έχουμε σχέδιο. Αλλά προφανώς τελικά δεν είχαν σχέδιο. Ο τίτλος της ταινίας αναφέρεται στην ουτοπία, αλλά κατά βάση μιλάει για δυστοπίες. Ποια ουτοπία; Στην ταινία μας η ουτοπία αντιμετωπίζεται αυστηρά ως δυστοπία. Και αυτό έχει να κάνει με το μεγάλο αίνιγμα που έθεσε ήδη ο Αριστοτέλης φυσικά. Γιατί οι άνθρωποι απολαμβάνουν στη σκηνή και την οθόνη αυτά που μισούν στην πραγματική ζωή; Δε νομίζω ότι είναι απλώς μαζοχισμός. Μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω ένα κακόγουστο παράδειγμα; Δεν αφορά το είδος της επιστημονικής φαντασίας ή του τρόμου, αλλά το σεξ, και συγκεκριμένα την σκληρή πορνογραφία. Μιλούσα με έναν φίλο μου, Αμερικάνο, που μελετά την πορνογραφία και έφτασε σε μερικά παράξενα συμπεράσματα. Πρώτον, μου έλεγε ότι δεν υπάρχει είδος με πιο αυστηρούς κανόνες από το πορνό. Ακόμα κι οι εκφράσεις στα πρόσωπα των γυναικών κατά την διάρκεια του σεξ είναι αυστηρά κατηγοριοποιημένες. Η πρώτη πχ είναι η έντονη έκφραση ψεύτικης απόλαυσης. Η δεύτερη, η αγαπημένη μου μιας και είμαι σκληρός κομμουνιστής, είναι η έκφραση που δείχνει σκληρή δουλειά, σφιχτά χείλη, προσήλωση και ούτω καθεξής. Η τρίτη είναι η βαρεμάρα. Σε κάποιους άντρες αρέσει πολύ αυτό. Η γυναίκα κάνει σεξ αλλά βαριέται, μασάει τσίχλα, οτιδήποτε. Και τέλος, έχουμε το ειρωνικό χαμόγελο που λέει στον άντρα: “χαχα, μόνο αυτό μπορείς να κάνεις;”. Για να φτάσουμε στην αλήθεια της πορνογραφίας, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε, και με εξέπληξε όταν το παρατήρησα πρώτη φορά, ότι το πορνό σπάει έναν βασικό κανόνα του συμβατικού αφηγηματικού σινεμά που λέει ότι, εκτός αν έχουμε ένα υποκειμενικό point of view, ο ηθοποιός δεν πρέπει ποτέ να κοιτάει ευθέως την κάμερα. Στο πορνό όμως η γυναίκα, και μόνο η γυναίκα, πρέπει να κοιτάει την κάμερα. Σε κάποιες σχολές πορνό, πχ old school γερμανικές, κοιτάει και ο άντρας την κάμερα… Ναι. Αυτό που με εντυπωσίασε όμως είναι το εξής. Μου έλεγε ότι υπάρχει ένα ολόκληρο υπο-είδος πορνό, όπου βλέπουμε ουσιαστικά όλο το backstage. Όλα όσα γίνονται μέσα στο πλατό, τις κάμερες, τους τεχνικούς και ούτω καθεξής. Είναι αληθινά καταθλιπτικό. Βλέπεις έναν άντρα σε έναν καναπέ να αυνανίζεται μανιακά μέχρι να αποκτήσει πλήρη στύση. Αυτό που σόκαρε τον φίλο μου ήταν ότι έβλεπε ένα πορνό όπου ο άντρας το έκανε στη γυναίκα, και στη μέση της σκηνής τραβιέται πίσω και λέει “χάνω τη στύση μου”. Και μετά ζήτησε να του δώσουν το iPhone να δει Pornhub ώστε να του ξανασηκωθεί. Δεν είναι παράλογο; Είσαι εκεί με μια πραγματική γυναίκα ήδη μπροστά σου. Κάτι δεν λειτουργεί εδώ. Χρειαζόμαστε τη μυθοπλασία, το Pornhub πχ, για να καυλώσουμε ξανά. Νομίζω ότι αυτή είναι η γενική δομή της σεξουαλικότητας, ειδικά για τους άντρες. Η σεξουαλικότητα είναι κατά βάση αυνανισμός με μια πραγματική σύντροφο. Έχεις μια συγκεκριμένη φαντασίωση και χρησιμοποιείς τη γυναίκα ως αντικείμενο που σε κρατά εντός της φαντασίωσης. Αυτό είναι το πραγματικό φροϋδικό πρόβλημα. Δεν είναι ότι σκεφτόμαστε συνέχεια το σεξ. Αλλά ότι αυτό που σκεφτόμαστε όταν κάνουμε σεξ δεν είναι το σεξ. Αυτό το κενό ανάμεσα στην φαντασίωση και το πραγματικό είναι που ανοίγει τον χώρο. Στις ταινίες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας συμβαίνει ακριβώς αυτό: έχεις απόλυτη επίγνωση ότι πρόκειται για μυθοπλασία. Σ’ αυτές τις ταινίες, μέρος της απόλαυσης έρχεται από το γεγονός πως υποθέτεις διαρκώς ότι αυτό που βλέπεις δεν είναι πραγματικό. Οπότε το επιχείρημά μου γι’ αυτές τις ταινίες είναι ότι, όπως και στο σεξ, η απόλαυσή μας έρχεται ακριβώς από το γεγονός ότι δεν τις αναγνωρίζουμε ως πραγματικές. Έχουμε επίγνωση ότι πρόκειται για μυθοπλασία, έστω και κρυφά. Πιστεύω απλά σε αυτό που έλεγε ο Πλάτωνας στην Πολιτεία, ότι δηλαδή υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Αυτοί που ονειρεύονται να κάνουν φρικτά πράγματα, και αυτοί που τα κάνουν στ’ αλήθεια. Και το τρομακτικό σήμερα είναι ότι αυτή η διαφορά αρχίζει να θολώνει. Ακόμα και στην πολιτική. Όλοι σκεφτόμαστε βρώμικα. Αλλά ο Τραμπ μιλάει και βρώμικα. Είναι σημαντική διαφορά. Εμένα με σόκαρε αυτό. Αν θυμάσαι, είχε πει για τον Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, τον διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, ότι του “φίλησε τον κώλο”. Πλέον περισσότεροι πολιτικοί μιλάνε έτσι. Σε μια ιδιωτική συνάντηση μπορεί να μιλήσεις έτσι, αν και δε μου αρέσει. Αλλά προς Θεού, το να μιλάς έτσι δημόσια είναι για μένα κάτι πολύ κοντινό στο τέλος του κόσμου, αν με ρωτάς. Πιστεύω σε κάποιες βασικές αρχές ευπρέπειας. Στην ταινία μιλάς κατά κύριο λόγο για χολιγουντιανές ταινίες, αναφέροντας το υποθετικό παράδειγμα εξωγήινων που σχηματίζουν άποψη για την ανθρωπότητα μέσα από το σινεμά. Αν έβλεπαν σινεμά από άλλα σημεία του κόσμου, τι θα μάθαιναν; Θα πω κάτι απαίσιο, κι ας με κρεμάσουν για αυτό. Δεν είναι απλό θέμα το Hollywood. Είναι κάτι μοναδικό. Έχει μια καθολική αποδοχή. Ας πάρουμε για παράδειγμα το κινέζικο σινεμά. Μου αρέσουν αρκετές ταινίες, και έχω γνωρίσει και κάποιους σκηνοθέτες από την Κίνα. Όλοι ακολουθούν το χολιγουντιανό μοντέλο και δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό σε αυτό. Υπάρχει κάτι θαυμαστό στο Hollywood, και δεν είναι απλώς λόγω της ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας. Όπως και με την κλασική μουσική επίσης. Έχει να κάνει με την φόρμα της αφήγησης; Ναι, και δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί. Δεν είναι απλώς δυτικός ιμπεριαλισμός. Οι αγαπημένες μου κινέζικες ταινίες, ας μου συγχωρεθεί το φτηνό γούστο, είναι του Zhang Yimou… Φυσικά, τι συζητάμε, Hero και House of Flying Daggers είναι αριστουργήματα! Ήξερα έναν τύπο που ήταν φίλος του Zhang Yimou. Μου έλεγε ότι μελετούσε διαρκώς το Hollywood, ώστε να το μάθει καλά και να το διασκευάσει με τον τρόπο του. Ουσιαστικά αυτό έκαναν και οι σκηνοθέτες της Νουβέλ Βαγκ στη Γαλλία του ‘50 και του ‘60. Αυτό είναι κάτι κομβικής σημασίας. Θεέ μου, έχω κουραστεί με τον αντι-ευρωκεντρισμό. Συγνώμη, αλλά το Hollywood είναι ένα σπουδαίο πράγμα. Ακόμα κι οι σταλινικές ταινίες αντέγραφαν κρυφά το Hollywood. Πώς τον έλεγαν εκείνον τον Σοβιετικό υπεύθυνο παραγωγής που μισούσε τον Eisenstein και ήθελε να τον καταστρέψει; Ξεχνάω το όνομά του. Αυτός είχε επισκεφτεί το Hollywood και είχε ενθουσιαστεί. Έβλεπε τον τρόπο λειτουργίας της καπιταλιστικής παραγωγής και έλεγε: “Μα αυτό είναι σαν την Σοβιετική Ένωση! Έχετε εξειδικεύσει τα πάντα, τους διαλόγους, τα αστεία. Είναι σαν τον δικό μας κεντρικό σχεδιασμό.” Και ήθελαν να φτιάξουν ένα μεγάλο σοβιετικό Hollywood στην Κριμαία. Τελικά βέβαια έμπλεξε γιατί τον εκτελέσανε στις εκκαθαρίσεις του 1938 ως προδότη που σαμπόταρε την ΕΣΣΔ μέσα από την κινηματογραφική βιομηχανία. Θα γινόταν φοβερή ταινία. Παραμένει εντυπωσιακό όμως το πόσο καθολική είναι η δημοφιλία του Hollywood. Δεν πρέπει να το προσπεράσουμε ελαφρά τη καρδία. Δε κάθε κουλτούρα στον κόσμο υπάρχει μια συγκεκριμένη μορφή που ξεχωρίζει ως κυρίαρχο παράδειγμα. Έχω κάποιους κινεζόφιλους φίλους που μου λέγανε ξέχνα τον Βάγκνερ και τον Πουτσίνι, πρέπει να ανακαλύψεις το θαύμα της κινεζικής όπερας. Αγόρασα ένα DVD, και μετά από 5 λεπτά βαρέθηκα φρικτά. Εντελώς αδιάφορες μελωδίες. Και τελικά οι φίλοι μου παραδέχτηκαν πως πρόκειται για μια παράδοση που δεν είναι ιδιαίτερα ζωντανή. Κανείς δεν βλέπει κινεζική όπερα στην Κίνα. Αλλά ανεβαίνουν αμέτρητες μεγάλες παραστάσεις δυτικής όπερας στο Πεκίνο. Δεν φοβάμαι να το πω αυτό, πρέπει να το παραδεχτούμε και να μην το απορρίψουμε σαν ιμπεριαλιστική επιβολή. Αλλά συμφωνώ μαζί σου ότι ο τρόπος να νικήσεις το δυτικό μεγάλο θέαμα είναι να το αντιγράψεις αλλά με μια συγκεκριμένη ανατρεπτική ματιά. Όπως το έκανε ο Godard ή ο Yimou. Όχι όμως όπως το κάνει το Bollywood. Αυτό δε μπορεί να αποκτήσει καθολική αποδοχή. Παρα-είναι σαχλό για τον υπόλοιπο κόσμο. Πρόσφατα στην Ελλάδα, μια διάσημη καθηγήτρια φιλοσοφίας που τοποθετείται στο φιλελεύθερο κέντρο, έγραψε σε δημόσια ανάρτήση της ότι εσύ και τ@ Judith Butler δεν θα έπρεπε να θεωρείστε φιλόσοφοι. Ξέρεις τι βρίσκω ειρωνικό; Γιατί μας βάζουν πάντα μαζί με τ@ Butler; Είναι μέρος της λογοθετικής προβληματικής, ενώ εγώ έχω τελείως διαφορετικές απόψεις. Έχουμε καλές προσωπικές σχέσεις όμως. Γι’ αυτήν την καθηγήτρια φιλοσοφίας που λες όμως ποιος είναι στ’ αλήθεια φιλόσοφος; Νομίζω είναι θαυμάστρια του Wittgenstein. Α, ο Wittgenstein είναι το εντελώς αντίθετο από μένα. Ξέρεις γιατί; Γιατί είναι ένας αντι-φιλόσοφος φιλόσοφος. Η άποψή του, τουλάχιστον του ύστερου Wittgenstein, είναι ότι η φιλοσοφία πρέπει να ασχολείται με την αποκαλούμενη καθημερινή γλώσσα. Ότι τα φιλοσοφικά προβλήματα είναι ψευδο-προβλήματα που προκύπτουν από την λανθασμένη χρήση της γλώσσας. Οπότε το καθήκον της φιλοσοφίας είναι να κάνει τα φιλοσοφικά προβλήματα να εξαφανιστούν. Εγώ από την άλλη είμαι εγελιανός. Κι ο Χέγκελ το έχει πει πολύ καλά, πως σκεφτόμαστε μέσα από τη γλώσσα, αλλά η γλώσσα πάντα μας προδίδει. Υπάρχει πάντα ένα κενό ανάμεσα στην υποκειμενικότητά μου και αυτό που μεταδίδω μέσα από τη γλώσσα, και αυτό το κενό είναι που προσφέρουμε στον άλλο. Να αναφέρω ένα αγαπημένο μου παράδειγμα. Έχεις δει το Four Weddings and a Funeral; Τη μισώ αυτήν την ταινία. Αλλά έχει ένα σημείο όπου ο Hugh Grant γοητεύει την Andie MacDowell αλλά με έναν πολύ παράξενο και μπερδεμένο τρόπο, μουρμουράει και ούτω καθεξής. Έτσι, η σαγήνη λειτουργεί μέσα από την αποτυχία. Συγνώμη αλλά αν κάποιος πάει να σε φλερτάρει με ένα τέλεια δομημένο λόγο, τότε θα του πεις άντε γαμήσου, το είχες προετοιμάσει. Αυτή είναι η συγκεκριμένη φύση της ανθρώπινης επικοινωνίας. Όπως το έχει θέσει ο Χέγκελ, φιλοσοφία να σκέφτεσαι μέσα από τη γλώσσα, αλλά το ζήτημα είναι να σκέφτεσαι μέσα από τη γλώσσα-ενάντια-στη-γλώσσα. Κατά μία έννοια αυτό είναι και το πρόβλημα της σύγχρονης επιστήμης. Ας πάρουμε την κβαντική μηχανική για παράδειγμα. Δε μεταφράζεται στην καθημερινή μας γλώσσα. Αυτό κάνουν και οι πραγματικά καλές ταινίες. Δεν ακολουθούν απλώς μια αυτόματη διαδικασία, η οποία μπορεί να προσομοιωθεί και μέσα από υπολογιστές σήμερα. Πρέπει πάντα να υπάρχει ένα σφάλμα, μια αποτυχία, κάτι που δίνει αληθινό βάθος σε μία σκηνή. Πρόκειται για ένα είδος όχι αμεσότητας αλλά εμμεσότητας, το οποίο είναι κρίσιμης σημασίας. Αυτό για μένα ισχύει τόσο στην φιλοσοφία όσο και στο σινεμά. Γι’ αυτό είμαι εγελιανός και έχω πρόβλημα με τον Wittgenstein. Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι του βρίσκουν τόσοι πολλοί άνθρωποι. Διαβάζοντας τα βιβλία σου για τον κινηματογράφο, μου δημιουργείται η εικόνα ενός φιλοσόφου-θεατή, με την έννοια ότι η θέση του θεατή έχει φιλοσοφικό βάρος στο έργο σου. Θα σου απαντήσω κάτι με ειλικρίνεια. Πριν από 35 χρόνια έγραψα ένα μακροσκελές δοκίμιο για τις ταινίες του Rossellini. Ξέρεις ποιο ήταν το μυστικό; Δεν είχα δει καμία ταινία του Rossellini. Είχα πάρει μια καλή ιδέα διαβάζοντας πολλά πράγματα για τον Rossellini. Και τότε, σαν εγελιανός ιδεαλιστής, είπα ότι αν δω τις ταινίες μπορεί να καταστραφεί η ιδέα που έχω γι’ αυτές. Τις είδα αργότερα βέβαια, και μου προκάλεσαν μια περίεργη εντύπωση. Δε μου άρεσε καθόλου αυτή με το ηφαίστειο και την Ingrid Bergman, το Stromboli. Ούτε καν το Journey to Italy; Από το Journey to Italy και μετά βελτιώνεται η κατάσταση. Ξέρεις ποιος Rossellini μου αρέσει; Έχεις δει μία από τις ύστερες ταινίες του, το General Della Rovere; Όχι, δεν το έχω δει. Όταν κάποιος με ρωτάει ποια είναι μια ηθική στάση, αυτό που λέω είναι: “μην είσαι ο αληθινός εαυτός σου”. Είναι μια ταινία με φανταστική ιστορία. Είμαστε στη Γένοβα το 1944 κι έχουμε έναν μικρο-εγκληματία που μοιάζει με έναν ήρωα της αντίστασης που είχε εκτελεστεί από τους Γερμανούς. Οπότε οι Ναζί τον βάζουν να υποδυθεί τον νεκρό αντιστασιακό General Della Rovere, αφού οι σύντροφοί του δεν ξέρουν ακόμα ότι είναι νεκρός, με στόχο να αποσπάσει μυστικά τους. Όταν τελικά συλλαμβάνεται ως General Della Rovere, έχει πλέον ταυτιστεί τόσο πολύ με τον ψεύτικο ρόλο του που πεθαίνει στο εκτελεστικό απόσπασμα γιατί αρνείται να προδώσει. Πεθαίνει ως General Della Rovere. Αυτό είναι ηθική. Όχι κάτι που βρίσκεται βαθιά μέσα σου. Αν κοιτάξω βαθιά μέσα σου ή μέσα μου, θα ανακαλύψω πολλά σκατά. Εγώ πιστεύω σ’ αυτήν την εξωτερική ηθική ταύτιση, στο να βρεις έναν σκοπό για τον οποίο θα είσαι έτοιμος να τα δώσεις όλα. Αλλά οι νεορεαλιστικές ταινίες του, όπως το Stromboli και το Germany Year Zero, δε μου αρέσουν. Μου φαίνονται πολύ δήθεν. Ανέφερες όμως το Journey to Italy. Ναι, είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες. Εκεί γίνεται πραγματικά μοντερνιστής. Ξέρεις τι μου αρέσει πολύ σ’ αυτήν την ταινίας; Ο Βρετανός που παίζει με την Bergman, ο George Sanders. Μ’ αρέσει γιατί συνήθως έπαιζε “κακούς” στο σινεμά. Ενώ εκεί παίζει έναν απλό καθημερινό μεσήλικα. Μ’ αρέσει πολύ όταν συμβαίνει αυτό. Το αντίθετο είναι το Once Upon a Time in the West του Sergio Leone. Εκεί ο Henry Fonda δέχτηκε με χαρά να παίξει έναν “κακό” για πρώτη φορά στην καριέρα του. Είναι όπως αυτό που λες στο τέλος της ταινίας, το να μην ταυτίζεσαι με τον εαυτό σου. Συγνώμη, μιλάω πολύ και ξεφεύγω. Δεν πειράζει, δεν πειράζει. Όλα αυτά που λέμε αλλάζουν στην εποχή των αλγορίθμων και της τεχνητής νοημοσύνης; Μπορεί να ακουστεί απλό, αλλά η απάντησή μου είναι ότι το πρόβλημα αφορά το σφάλμα, την αποτυχία. Σίγουρα μπορείς να προγραμματίσεις και την αποτυχία, αλλά ξέρουμε επίσης ότι όσο αναπτύσσεται η τεχνητή νοημοσύνη τείνει να γίνεται πιο παραισθησιακή, αντί να έρχεται όλο και πιο κοντά στην πραγματικότητα. Ίσως χρειάζεται να γίνουμε λίγο πιο ελιτιστές. Το ίδιο συμβαίνει με τους γιατρούς. Δηλαδή με τα Α.Ι. προγράμματα που κάνουν ιατρικές διαγνώσεις. Είναι καλύτερα από το 80% των πραγματικών γιατρών. Αλλά το πρόβλημα είναι το τοπ 20%. Αυτό δε μπορούν να το φτάσουν. Το ίδιο ισχύει και με τους σεναριογράφους. Υπάρχει συζήτηση να απαγορευτεί το Α.Ι. στην συγγραφή σεναρίων. Γιατί; Απλά γράψε ένα σενάριο καλύτερο από το δικό του. Προσπαθούν να διδάξουν τους αλγόριθμους και την τεχνητή νοημοσύνη έτσι ώστε να γίνουν πιο δημιουργικοί. Αλλά αυτό γίνεται εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου. Εκεί είναι που ξεκινάει το ανθρώπινο πνεύμα. Έχω μιλήσει με πολλούς κορυφαίους θεωρητικούς της τεχνητής νοημοσύνης και με όλους συμφωνούμε σε ένα-δύο σημεία. Για παράδειγμα, όλοι συμφωνούν ότι αυτό που προσδιορίζει το ανθρώπινο υποκείμενο (και ο Ζακ Λακάν θα συμφωνούσε με αυτό) είναι μια θεμελιώδης μορφή της γλώσσας: η βωμολοχία, το βρισίδι, οι βρώμικες λέξεις. Βέβαια μπορείς να προγραμματίσεις και ένα Α.Ι. να βρίζει. Αλλά θα είναι προγραμματισμένο. Γιατί όμως για τον Λακάν το βρισίδι είναι η θεμελιώδης μορφή της γλώσσας; Έχει ενδιαφέρον αυτό. Το βρισίδι δεν είναι ότι η γλώσσα “σκοντάφτει και πέφτει”. Το βρισίδι σημαίνει ότι συμβαίνει κάτι τόσο ηλίθιο που δε μπορείς να το βάλεις κανονικά σε λέξεις. Το βρισίδι είναι πάντα μια αντίδραση προς το όριο της γλώσσας. Και κάτι ακόμα που μου είπαν ότι μπορεί να συμβεί. Για καιρό νόμιζα ότι τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης δε μπορούν να κάνουν αυτά τα καθημερινά ηλίθια τελετουργικά που έχουμε όλοι μας. Όπως πχ αν περπατάς σε μια πλατεία με λευκές και μαύρες πλάκες στο πάτωμα, και προσπαθείς να πατήσεις σε διαφορετικό χρώμα με κάθε βήμα. Φτιάχνεις λοιπόν εκεί ένα ανούσιο τελετουργικό με δικούς του κανόνες. Μου είπανε λοιπόν ότι αυτό το κάνει και το Α.Ι. Ότι ακόμα κι όταν ένα πρόγραμμα είναι ανενεργό, αναζητά μοτίβα. Προσπαθεί να φτιάξει μοτίβα. Όταν όμως ένα Α.Ι. πρόγραμμα συναντά ένα πρόβλημα, το αντιμετωπίζει πάντα απλώς σαν ένα πρόβλημα προς επίλυση. Στους ανθρώπους όμως, όταν το πρόβλημα μένει ανεπίλυτο, εκεί είναι που αναδύεται αυτό που ονομάζουμε πνευματικότητα. Μέσα από αυτήν την επαφή με το αδιαπέραστο προκύπτει η μεταφυσική σκέψη. Παραδέχτηκαν λοιπόν ότι εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Το Α.Ι. δε μπορεί να το δει έτσι. Ίσως στο μέλλον τα καταφέρει, αλλά προς το παρόν δε μπορεί. Τι δε μπορεί να κάνει; Το να έχεις ένα πρόβλημα και να μην προσπαθείς να το λύσεις. Το αποδέχεσαι ως όριο. Για παράδειγμα, έχεις ένα πολύ μεγάλο σύννεφο. Δε μπορείς να δεις πίσω του. Βλέπεις όμως το σύννεφο σαν έναν καμβά όπου προβάλλεις τα μεταφυσικά σου όνειρα, τις ανησυχίες και ούτω καθεξής. Δεν υποτιμώ λοιπόν την τεχνητή νοημοσύνη. Αλλά είναι εγκλωβισμένη στην γλώσσα, σαν τον Wittgenstein… Ναι, ακριβώς. Δυστυχώς ο χρόνος μας τελειώνει. Συγνώμη, παρασύρομαι. Αλλά μπορείς να χρησιμοποιήσεις ό,τι θέλεις από την συζήτηση. Από όσους μου παίρνουν συνεντεύξεις ζητάω πάντα να είναι “σταλινικοί με ανθρώπινο πρόσωπο”. Να είστε καλοί μαζί μου, αλλά παραποιείστε όπως θέλετε αυτά που είπα. Ξέρεις ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να χειραγωγήσεις κάτι; Κάθε ηλίθιος δημοσιογράφος μπορεί να κάνει μια συνέντευξη όπου αναπαράγει πιστά αυτά που είπε ο ομιλητής. Ένας πραγματικός συνεντευξιαστής όμως κάνει το εξής. Κάνει μια ερώτηση, εγώ απαντώ, και μετά αυτός την συνδυάζει με μια άλλη ερώτηση, ώστε εγώ να φαίνομαι παντελώς ηλίθιος. Θυμάμαι πριν από πάρα πολλά χρόνια είχαν ρωτήσει τον γενικό γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, τον Ζωρζ Μαρσέ, αν συμφωνεί ότι στο πίσω μέρος του κοινοβουλίου θα έπρεπε να υπάρχει ένα δωματιάκι με κρεβάτι για να ξεκουράζονται οι βουλευτές μετά από μεγάλες συνεδριάσεις. Αυτός απάντησε: “Βέβαια, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας συμφωνεί με αυτό”. Μετά όμως κάποιος μόνταρε την απάντησή του με μια διαφορετική ψεύτικη ερώτηση. Η ερώτηση έλεγε αν θα έπρεπε να υπάρχει ένα δωματιάκι με κρεβάτι στο πίσω μέρος της βουλής ώστε να πηγαίνουν οι βουλευτές να πηδιούνται όταν νιώθουν σε σεξουαλική διάθεση. Και η απάντησή του ήταν: “Βέβαια, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας συμφωνεί με αυτό”. Αυτό να κάνεις και με τις δικές μου απαντήσεις.