politix OPINION

Μισό λεπτό, ποιός θέλει τον Μιχάλη Μυτακίδη για γείτονα;

Κι όποιος τον θέλει, ας τον πάρει σπίτι του


Φωτογραφία: FOSPHOTOS

Στον απόηχο του χθεσινού άρθρου του Felix για την συνέντευξη του B.D. Foxmoor στα παιδιά της Popaganda αυτό που κρατάμε είναι ότι βασικά κέρδισε η νηφαλιότητα:

bd1

Ο προβληματισμός:

bd2

Και η ποίηση:

bd3

Πράγματα που μας θυμίζουν ότι η διαφορά ενός δρομίσιου ραπερ από έναν φλώρο είναι ότι ένας μάλλον λέει “θα σε βρω να σου σκίσω” και ο άλλος “καλή αντάμωση μωρή γυρτή σκιά στα απόμερα”.

Πέρα από αυτό το Luben «έλαβε» και μια επιστολή από τον συντάκτη που απο ό,τι καταλαβαίνουμε πήρε την εν λόγω συνέντευξη του Μυτακίδη. Και γράφουμε «έλαβε» γιατί είναι μια επιστολή που δεν απεστάλη, τουλάχιστον όχι σε μας. Γράφει “Αγαπητό Luben” αλλά στην ουσία είναι ένα σημείωμα που δημοσίευσε η επίσημη σελίδα των Active Member με υποδείξεις για το πώς πρέπει να διαβάζουμε αυτά που γράφονται. Χρήσιμο αν δεν θέλεις να ζητήσεις συγγνώμη όταν αυτά που γράφτηκαν ήταν μαλακίες.

Την ίδια την επιστολή μπορείτε να τη δείτε στο σύνδεσμο, εδώ ας μπουν αυτά που εμένα μου έκαναν εντύπωση:

ΥΓ1: Μήπως αντί να «κουβεντιάζουμε» για το αν ο B.D Foxmoor έγινε ξαφνικά ρατσιστής και είπε κάτι κακό για τους μετανάστες ή αν έκραξε την αριστερά να ρίχναμε κάνα φράχτη στον Έβρο;
ΥΓ2: Γιατί με τόσους απέναντί μας θα πρέπει πάντα να βρούμε γειτόνους να αρπαχτούμε, δεν θα το καταλάβω ποτέ.

Για το υστερόγραφο ένα: Φυσικά. Τι θα λέγατε να ξεκινήσουμε πρώτα γράφοντας άρθρα και παίρνοντας συνεντεύξεις από ανθρώπους που λένε να πέσει ο φράχτης. Γιατί όχι;

Ύστερα όμως, θα το ρωτήσω: Ποιός τελικά θέλει τον Μυτακίδη για γείτονα;

Γιατί πέρα από το ότι όλα όσα είπε στην περιβόητη συνέντευξη είναι όντως εκεί για να περιγράφουν τι ακριβώς πρεσβεύει. Κι αν φαντάζεστε ότι απομονώθηκε κάτι, διαβάστε ξανά. Όταν διερωτήθηκε όλο απορία τι είναι αυτό που κάνει έναν πρόσφυγα να φεύγει από τη χώρα του, όταν ένιωσε πώς πρέπει να μας πει ότι υπάρχουν και κακοί μετανάστες που ονειρεύονται πλούτη ή βιαστές. Ότι υπάρχουν και καλοί φασίστες, ή ότι φασίστες έιμαστε όλοι βρε αδερφέ, αμα φωνάζουμε στα γήπεδα. Όταν μας υπέδειξε ότι μια πολιτική ιδεολογία που αιματοκύλισε τον πλανήτη και οι σύγχρονοι φορείς της είναι «αισθητική».

Πέρα από κάθε περισπούδαστη ασυναρτησία στην οποία είναι επιρρεπείς οι «καλλιτεχνάδες» του τόπου όταν βρουν μικρόφωνο μπροστά τους. Πέρα απο το ότι λέγεται και ξελέγεται, γράφεται και ξεγράφεται και πηγαινοέρχεται σαν παλίρροια όποτε υπάρχει εισιτήριο για ψιλικοκο, όποτε οι δημοσιογράφοι βρίσκουν ότι ο τάδες είναι εποχιακό φρούτο και πρέπει να «παίξει» για να βγει το σαλόνι.

Πέρα απ’ αυτές τις μαλακίες, ποιός μπορεί να θέλει τον Μυτακίδη για γείτονα;

Γιατί ακούμε τόσα χρόνια από το «σπίτι» του τις φωνές και τα ουρλιαχτά. Όταν ο «πατερ φαμίλιας» κοπανάει, δέρνει βρίζει και κλωτσάει έξω απ’ την πόρτα.

Γιατί τον θυμόμαστε κάθε φορά που τον είδαμε στις γιορτές της γειτονιάς να προκαλεί για τον καβγά, να σηκώνεται να φεύγει, να φτύνει οικοδεσπότες και μουσαφιραίους.

Γιατί όποτε χρειάστηκε να γίνει η φασίνα, να πλύνουμε τους κάδους γιατί τα σκουπίδια ξεχείλισαν, αυτός ήρθε να χέσει από πάνω.

Γιατί έπρεπε να δαγκώσει το φίδι τους «δικούς του» για να βγει να πει δυο προσευχές, και αυτό ήταν.

Γιατί από νάρκισσους τραμπούκους, «μπλαμπλάκηδες» και «σταλεγάκηδες», «εντέχνους» και «κακότεχνους» λουμπεν εκπροσώπους της παπάτζας με τον μανδύα της τέχνης, του πολιτικού με το μανδύα του μεσσία, υπαλλήλους με το μανδύα του δημοσιογράφου, γκώσαμε. Όζει ο τόπος από τους σωτήρες.

Προτιμούμε να έχουμε για γείτονες αυτούς τους κακούς μετανάστες και αυτήν την πλέμπα που δεν μετανάστευσε όταν «έφυγε ο αφρός». Προτιμούμε εδω κοντά στη γειτονιά το 26 της οδού Νοταρά να βλέπουμε κάνα χαμόγελο από κάνα πιτσιρίκι παρά τους σκυθρωπούς εστετ, τροφαντούς στις λέξεις όταν γαμάμε τον αδύναμο και ευγενείς στη φυλλάδα όταν τα κάδρα στις φωτό βγαίνουν HQ. Που όταν η συζήτηση ανοίγει και μπαίνει στο ψαχνό το πρώτο καταφύγιο είναι να σου πουν ότι «τα παίρνεις», ότι τους βαράς γιατί είσαι βαλτός. Όποιος τους γουστάρει τέτοιους γείτονες να τους χαρεί, να τους πάρει και σπίτι του.

Εμείς είμαστε πουτανίτσες και σκυλογιοί αλλά και τους φοβόμαστε, τους είδαμε να κλέβουν και να βιάζουν.

Πιο τραγικό; Ότι αυτόν τον Μιχάλη Μυτακίδη, κάποιοι απο μας τον ξέρουμε σαν τις παλάμες μας, τον ξέρουμε καλύτερα απο σας που φωνάζετε πολύ. Γιατί έχουμε διαβάσει τα πάντα του, και έχουμε ψηλαφίσει κάθε ίντσα του. Γιατί έχουμε κι άλλους, οκά από ανθρώπους που μας μεγάλωσαν και μπροστά σε ό,τι έφτιαξαν είναι νάνοι, και ξέρουμε καλά αυτό το μούδιασμα.

Και που συχνά τίποτα δεν το περιγράφει καλύτερα από το ίδιο το δικό τους βλάσφημο «μπλα μπλα» που κάποτε ξεστόμισαν.

Όταν χορταίνουν οι ποιητάδες,
αλλάζουν ρότα κι όλες οι αράδες
που ξεφουρνίζανε

Όταν σωπαίνουν τραγουδιστάδες,
σιχαίνομαι όλες τις Έλλάδες
που εσύ φαντάστηκες·

Αυτά.

Best of internet