POLITIX

Η εριστική αγάπη της ελληνικής αστυνομίας: η περίπτωση του Μάριου Ζέρβα

«Τον βλέπετε αυτόν; Αυτόν εκεί με τα μαλλιά θα τον κλείσουμε μέσα για πάντα»


Κορίνα Πετρίδη · 15 Μαρτίου 2018

Το 2004 εκδίδεται ο Κώδικας Δεοντολογίας του Αστυνομικού, ο οποίος και θα υπογραφεί από τον τότε υπουργό Δημόσιας Τάξης, Γιώργο Βουλγαράκη. Ο ίδιος θα γράψει:

Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η σημαντικότερη παράμετρος για τη διασφάλιση ενός σταθερού κλίματος ασφάλειας και κοινωνικής ειρήνης. Η αρχή αυτή αποτελεί βασικό άξονα της πολιτικής μας. Το σταθερό ενδιαφέρον μας για μία παραγωγική, καθημερινή σχέση Αστυνομίας και κοινωνίας επιτάσσει το σχεδιασμό μέτρων -σε θεσμικό και πρακτικό επίπεδο- που θα συμβάλλει στην περαιτέρω ευαισθητοποίηση του αστυνομικού προσωπικού.

Αυτήν ακριβώς την «παραγωγική» σχέση Αστυνομίας και κοινωνίας είχαμε όλοι μας λίγο-πολύ την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και να ζήσουμε από κοντά τα τελευταία δέκα χρόνια, με κορυφαία στιγμή τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το 2008. Άλλες μεγάλες στιγμές αυτής της σχέσης μπορείτε να δείτε αναλυτικότερα κι εδώ.

Σήμερα (15/3) είναι η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αστυνομικής Βαρβαρότητας και καθιερώθηκε από διάφορες αναρχικές συλλογικότητες στην Ελβετία το 1997, με αφορμή τον άγριο ξυλοδαρμό δύο παιδιών από την αστυνομία, ηλικίας 11 και 12 χρονών.

Το άρθρο που θα διαβάσετε παρακάτω είναι το πρώτο από μία σειρά άρθρων που θα ακολουθήσουν και που θα φιλοξενήσουν ιστορίες ανθρώπων που έγιναν αποδέκτες αστυνομικής βίας στο δρόμο ή σε κάποιο αστυνομικό τμήμα επειδή θεωρήθηκαν «ύποπτοι» λόγω του χρώματός τους, της εμφάνισής τους ή της αντίδρασής τους σε μία πραγματικότητα που δεν τους χωράει.

Η υπόθεση του Μάριου Ζέρβα

Υπάρχει μια φωτογραφία-ενθύμιο των πρώτων απεργιακών κινητοποιήσεων του 2010 και της αστυνομικής βίας που ακολούθησε. Η φωτογραφία ενός αστυνομικού να τραβάει από τα μαλλιά τον Μάριο Ζέρβα, δάσκαλο κολύμβησης, και να τον ρίχνει τελικά στο έδαφος.

Η ιστορία του Μάριου Ζέρβα μας έμαθε πολλά· πώς γίνεται να συλληφθείς, προφυλακιστείς και βρεθείς αντιμέτωπος με βαριές κατηγορίες επειδή στην αστυνομία δεν αρέσει η εμφάνισή σου ή το γεγονός ότι διαμαρτυρήθηκες για τη βίαιη προσαγωγή ανηλίκου. Πώς μπορείς να κατηγορηθείς για κατοχή και ρίψη μολότοφ επειδή κρατάς ένα σακίδιο μέσα στο οποίο το μόνο που βρέθηκε ήταν ένα μπουρνούζι, ένα σαμπουάν, ένα σκουφάκι κολύμβησης κι ένα ζευγάρι σαγιονάρες. Ή πώς γίνεται να ταλαιπωρείσαι για εφτά χρόνια μέσα σε αστυνομικά τμήματα, φυλακές και δικαστικές αίθουσες για να κριθείς τελικά αθώος.

Έχουν περάσει περίπου έξι μήνες από την αθώωσή του στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Συναντηθήκαμε μαζί του πριν από λίγες μέρες για να μας περιγράψει την εμπειρία του από τη σύλληψη,τις φυλακές, τα δικαστήρια αλλά και από τους ανθρώπους που ήταν εκεί από την αρχή μέχρι το τέλος για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους.

Η ιστορία είναι κάπως γνωστή. Ήταν μέρα πανεργατικής απεργίας. Με την τότε σύντροφό μου -πλέον γυναίκα μου- κατεβήκαμε στην πορεία φεύγοντας από το σπίτι. Την ίδια μέρα εγώ δυστυχώς εγώ εργαζόμουν, παρ’ ότι ήταν μέρα γενικής απεργίας. Η συμφωνία μας, λοιπόν, ήταν να πάμε στην πορεία και να την διασχίσουμε κάπως γρήγορα, ώστε εγώ να προλάβω να πάω στη δουλειά μου. Παρέα με έναν ακόμα φίλο διασχίσαμε την πορεία κάπως γρήγορα. Σε γενικές γραμμές ήταν μία ήσυχη πορεία, χωρίς ιδιαιτερότητες. Συνειδητοποιούμε κάποια στιγμή ότι στο ύψος των Προπυλαίων γίνονται διάφορες προσαγωγές. Ανάμεσα στους προσαχθέντες βρίσκεται κι ένα ανήλικο αγόρι. Λόγω της βίαιης προσαγωγής του, αρχίσαμε να διαμαρτυρόμαστε. Ίσως να έπαιξε ρόλο και το επάγγελμά μας, το γεγονός δηλαδή ότι είμαστε κατά κάποιον τρόπο παιδαγωγοί. Το τοπίο αρχίζει να αλλάζει και ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε μία περίεργη κινητικότητα. Αντιλαμβανόμενοι αυτή την κινητικότητα φύγαμε προς τα πίσω και κάπως έτσι πέφτω πάνω σε έναν αστυνομικό των ΜΑΤ. Τον είδα να έρχεται κατά πάνω μου με την άκρη του ματιού μου.

Από κει και μετά αρχίζει όλη η ιστορία. Οι ΜΑΤατζηδες με πηγαίνουν στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου, με ξαπλώνουν στο έδαφος και μου περνάνε χειροπέδες. Εγώ τους έλεγα «παιδιά ηρεμία, δεν έχει γίνει τίποτα» κι εκείνοι μου απαντούσαν με ατάκες όπως «θα σου πούμε εμείς αν έχει συμβεί τίποτα μαλακισμένο κωλόπαιδο» και με διάφορα άλλα κοσμητικά επίθετα. Ούτως ή άλλως δεν περίμενα κάτι καλύτερο.

Καταλήγουμε σε ένα βανάκι της αστυνομίας και πηγαίνουμε προς την ΓΑΔΑ. Μέσα στο βανάκι είμαστε περίπου 12 άτομα, μαζί και ο ανήλικος για την προσαγωγή του οποίου διαμαρτυρόμασταν προηγουμένως.

Φτάνοντας στη ΓΑΔΑ, κοιτάω τον εαυτό μου σε έναν καθρέφτη και συνειδητοποιώ ότι έχω μώλωπες στο πρόσωπό μου. Ήταν τόσο μεγάλη η αναταραχή και η ένταση εκείνη την στιγμή που δεν κατάλαβα ότι με χτυπούσαν.

Θυμάμαι, επίσης, αστυνομικούς στη ΓΑΔΑ να μας δείχνουν με τους υπόλοιπους προσαχθέντες και να λένε «Τον βλέπετε αυτόν; Αυτόν εκεί με τα μαλλιά θα τον κλείσουμε μέσα για πάντα», ή να μου λένε εμένα «χαιρέτα το σπιτάκι σου για πάντα» και «θα σε κουρέψουμε». Την ίδια και χειρότερη αντιμετώπιση είχαν και οι υπόλοιποι φυσικά. Ένας από τους προσαχθέντες, για παράδειγμα, ήταν βαριά τραυματατισμένος. Τους ζητούσαμε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο και εκείνοι απαντούσαν «να μην κατέβαινε», «καλά να πάθει», «άστον να ψοφήσει» και άλλες τέτοιες ασχήμιες.

Μετά από ώρα μου ανακοινώνουν τις κατηγορίες. Ήταν ένα τρελό κατηγορητήριο, βγαλμένο αποκλειστικά από τα δικά τους ταραγμένα μυαλά· διατάραξη κοινής ειρήνης, κατασκευή, κατοχή και ρίψη βόμβας μολότωφ, σκοπούμενη σωματική βλάβη. Όλα αυτά με την επιβάρυνση του τότε ισχύοντος κουκουλονόμου, το οποίο πρακτικά σημαίνει ότι ξαφνικά βρέθηκα με τέσσερα κακουργήματα.

Έμεινα στην ΓΑΔΑ για πέντε μέρες. Οι μισοί συλληφθέντες αφέθηκαν την επόμενη μέρα. Οι άλλοι μισοί την ημέρα που αποφασίστηκε η δική μου προφυλάκιση. Και κάπως έτσι καταλήγω στις Φυλακές Κορυδαλλού, όπου και έμεινα για σαράντα περίπου ημέρες.

Είναι ένα βίαιο περιβάλλον αυτό των φυλακών. Και αυτή η βία δεν προέρχεται από τους κρατούμενους αλλά από τον ίδιο το θεσμό. Το ότι σου στερούν την ελευθερία και δεν ξέρεις πότε θα τελειώσει όλο αυτό. Αυτή η αβεβαίοτητα, ο εγκλεισμός, το κτίριο με τα χαρακτηριστικά που φέρει, η τιμωρητική του λειτουργία. Το ότι δεν έχεις ιδέα τι θα γίνει. Μπαίνεις μέσα και λες «οκ, θα δούμε. Τώρα θα βγούμε όποτε».

Και γι΄αυτό το λόγο ένα από τα πρώτα πράγματα που σκεφτόμουν όταν μπήκα μέσα ήταν το πόσο δίκιο έχουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βρίσκονται στις πορείες και στις διαμαρτυρίες που υπερασπίζονται τους ανθρώπους πίσω από τα κελιά. Και πόσο σωστή επιλογή είναι γενικά, να είναι σε αυτή την πλευρά του δρόμου. Ευτυχώς είμαι στη σωστή πλευρά. Εκεί καταλαβαίνεις ότι οι ιστορίες που άκουγες, δεν είναι και τόσο μακρυά. Ότι μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, μέχρι την επόμενη πορεία. Ή μέχρι την επόμενη υποψία. Από τη στιγμή που καταρρέει το τεκμήριο της αθωότητας, όλα είναι πιθανά. Η υπόθεση της Ηριάννας και του Περικλή, που είναι και η πιο πρόσφατη, και πόσες άλλες είναι απόδειξη αυτού του πράγματος. Πολλά τα παραδείγματα.

Για να επιστρέψω σε αυτό που έλεγα, λοιπόν, η βία δεν υπήρξε μόνο στη σύλληψη. Η βία υπήρξε και μέσα στη φυλακή. Υπήρξε και στην απόφαση της προφυλάκισης.  Αλλά συνεχίστηκε και μετά, στην αναμονή για τη δίκη, μέχρι την τελική αθώωση, μετά από εφτά χρόνια.

Πιστεύω ότι το φυσιογνωμικό έπαιξε τεράστιο ρόλο στη σύλληψή μου. Και δεν έχει να κάνει μόνο με τη δική μου σύλληψη. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ζουν με τα στερεότυπα κοινωνιών που έχουν παρέλθει εδώ και πόσες δεκαετίες. Σίγουρα θα βρούμε τέτοιους ανθρώπους στην αστυνομία, είναι μέρος της κοινωνίας, γνωρίζω ήδη τρεις που ήταν και κατήγοροι μου.

Όταν ήμουν στη φυλακή είχα βρει κάτι πολύ ωραίο και το έχω κρατήσει μέχρι σήμερα. Βρήκα λοιπόν ότι «σύμφωνα με το άρθρο 1 του κώδικα δεοντολογίας των αστυνομικών (π. 254/2004) ο αστυνομικός ενεργεί κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του με βάση τις αρχές της νομιμότητας, της αναλογικότητας, της επιείκιας, της χρηστής διοίκησης, της ίσης μεταχείρισης και του σεβασμού της διαφορετικότητας των ατόμων».

Καμία σχέση με την πραγματικότητα, έτσι; Απλά μας κοροϊδεύουν. Γραμμένα πράγματα για να υπάρχουν απλά στα χαρτιά. Για να μπορούν να τα επικαλεστούν, όταν υπάρξει η ανάγκη. Για να σου πουν «μα αφού το έχουμε θεσπίσει αυτο, έχουμε νομοθετήσει πάνω σε αυτό». Είναι πολύ ωραίο το άρθρο, τα λέει πολύ ωραία. Αλλά τι σχέση έχει ρε φίλε η πραγματικότητα που ζούμε με αυτό εδώ;

«Της νομιμότητας»: δέκα άτομα να χτυπούν ένα.

«Της νομιμότητας»: να πέφτουν με τη μηχανή πάνω στην Κουτσουμπού.

«Της νομιμότητας»: να χτυπάς διαδηλωτή με πυροσβεστήρα στο κεφάλι και να πέφτει σε κώμα.

«Του σεβασμού της διαφορετικότητας»: να πιάνεις διαδηλωτή επειδή δεν σου αρέσουν τα μαλλιά του, επειδή κρατάει σακίδιο ή επειδή σου φαίνεται ύποπτο το ντύσιμό του.

«Αυτός φοράει σακίδιο, άρα προκαλεί επεισόδια. Αυτός έχει γένια, άρα είναι κομμουνιστής. Αυτός έχει τατουάζ, άρα είναι εγκληματίας». ‘Επρεπε να φτάσουν τα τατουάζ στο ποδόσφαιρο και τα γένια στη μόδα για να τα αποποινικοποίησουμε.

Τουλάχιστον σε όλη αυτή τη διαδικασία υπήρχε κόσμος που κινητοποιήθηκε. Δεν γνωρίζω τελικά αν αριθμητικά ήταν κάτι τρομερό, αλλά όσο ήμουν μέσα -αλλά και όταν βγήκα- η αλληλεγγύη που εξέλαβα επέδρασε πολλαπλαστιαστικά στην ψυχολογία μου και ήταν απίστευτο. Αυτό το κίνημα αλληλεγγύης έπαιξε έναν πολύ σημαντικό ρόλο και βοήθησε πραγματικά σε ένα επίπεδο που δεν υπάρχουν στο λεξιλόγιο μου τα κατάλληλα λόγια να το περιγράψω. Υπήρχαν μέχρι και παιδιά από το κολυμβητήριο που ήρθαν μαζί με τους γονείς τους έξω από τον Κορυδαλλό. Ήταν πολύ συγκινητικό.

Πέρασαν περίπου εφτά χρόνια μέρι να δικαστεί η υπόθεσή μου. Για εφτά χρόνια πήγαινα από δικαστήριο σε δικαστήριο περιμένοντας να δικαστώ. Το γεγονός ότι αθωώθηκα ήταν λυτρωτικό, κοιτώντας πίσω το αίσθημα της αποφυλάκισης μου έχει μείνει χαραγμένο πολύ έντονα.

Θυμάμαι ότι την ημέρα εκείνη είχαν έρθει οι φίλοι μου με αμάξι και με περίμεναν έξω από τις φυλακές του Κορυδαλλού. Με πήραν και πήγαμε στην κοντινότερη παραλία. Το μόνο πράγμα που ήθελα ήταν να κάνω μία βουτιά στη θάλασσα, να φύγει αυτή η μαυρίλα από πάνω μου. Και θυμάμαι την ένταση που είχα. Ότι με το που άνοιξε η πόρτα είχα το άγχος να φύγω όσο πιο γρήγορα γίνεται, μην τυχόν και αλλάξουν γνώμη. Ήταν έτσι κι αλλιώς τόσο παράλογο αυτό που συνέβαινε, που δεν θα μου φαινόταν περίεργο να συμβεί και αυτο. Ήταν μία τεράστια ταλαιπωρία χωρίς λόγο.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα να προσπαθείς να βρεις το δίκιο σου στην αστυνομία και τα δικαστήρια. Φωνάζεις για ένα δίκιο που θα κριθεί με βάση μια δικαιοσύνη που είναι μακριά από την κοινωνία. Το δίκιο σου πρέπει να το ψάχνεις στην κοινωνία. Όχι τόσο για να δικαιωθείς, αλλά για να καταλάβει ο κόσμος τι γίνεται. Γιατί το σύστημα γνωρίζει τι γινεται, το ζήτημα είναι να γνωρίζει και ο κόσμος πώς λειτουργεί το πράγμα. Εγώ στάθηκα τυχερός θεωρώ. Αξίζει ίσως μια αναφορά στην πρόταση της εισαγγελέως με μία ανθρώπινη προσέγγιση κοινωνική, χωρίς την
στολή της ιδιότητας της.

Αν είδαν στην υπόθεση μου μία ευκαιρία για παραδειγματισμό, δυστυχώς -για εκείνους- δεν έκατσε. Ήταν λάθος. Έκαναν ένα λάθος κι εγκλωβίστηκαν μέσα σε αυτό.

Ήρθαν οι αστυνομικοί να καταθέσουν στο δικαστήριο και οι μαρτυρίες τους ερχόντουσαν σε αντίθεση. Ο ένας μιλούσε για επεισόδια στο Μεγάλη Βρετάνια και ο άλλος για επεισόδια στην Πανεπιστήμιου. Το μόνο τους στοιχείο ήταν η εμφάνισή μου.

Ακούω ανθρώπους να μιλάνε για μεταρρύθμιση της αστυνομίας. Εγώ θα ήλπιζα απλά σε έναν κόσμο χωρίς αστυνομία. Όχι για κοινωνίες όπου η αστυνομία θα είχε άλλα χαρακτηριστικά, αλλά για κοινωνίες που δεν θα χρειάζονται την αστυνομία για να λειτουργήσουν.

Best of internet