Η Marvel κι η Disney έχουν βαλθεί να επαναφέρουν το εβδομαδιαίο ραντεβού στον μετά-το-Game-of-Thrones τηλεοπτικό κόσμο

Με το Loki να αποτελεί το τρίτο κατά σειρά στοίχημα «άχαστης σειράς» του Marvel Cinematic Universe μέσα στο 2021

Όταν το Game of Thrones ολοκληρώθηκε, κατά απογοητευτικό τρόπο, πίσω στον Μάιο του 2019, ο κόσμος ήταν ένα πιο απλό μέρος. Οκ, ναι, δεν είχαμε covid, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Μπορεί η βιομηχανία του streaming να άνθιζε ήδη από τα μέσα των 00s, με βασική λοκομοτίβα βέβαια το Netflix, αλλά η επιτάχυνση που έχει πραγματοποιηθεί τα τελευταία δύο χρόνια (με την επιρροή της πανδημίας να είναι επίσης κρίσιμη) όσον αφορά την αναδιάρθρωση της παραδοσιακής τηλεοπτικής/κινηματογραφικής βιομηχανίας σε streaming κατεύθυνση είναι εντυπωσιακή. Δεν είναι μόνο ότι το ίδιο το Netflix έχει αναδειχθεί σε τηλεοπτικό/κινηματογραφικό γίγαντα που συναγωνίζεται ευθέως τους παλαιούς παίκτες του κάθε μέσου. Είναι κι ότι οι ίδιοι αυτοί οι παλαιοί παίκτες ενσωματώνονται σιγά σιγά όλο και περισσότερο στην streaming αγορά. Σ’ αυτά τα δύο χρόνια, λοιπόν, είδαμε streaming πλατφόρμες να μεγεθύνονται σημαντικά ως προς τις παραγωγικές τους ικανότητες (όπως το Amazon Prime με την επιτυχία του The Boys και την προετοιμασία του Lord of the Rings), είδαμε άλλες να εξαγοράζονται από μιντιακούς κολοσσούς (όπως το Hulu που πέρασε στην αγκαλιά της Disney μετά το deal με την Fox), είδαμε big tech εταιρείες να δοκιμάζουν την τύχη τους στις πλατφόρμες με μεγάλες επενδύσεις (όπως η Apple με το Apple TV+) κι είδαμε παραδοσιακά στούντιο να μεταφέρονται στο πεδίο του streaming με την Disney να εγκαινιάζει το Disney+ και την Warner να φτιάχνει το HBO Max. Χαμός, που λένε.

Πού κολλάνε βέβαια όλα αυτά με το Game of Thrones; Όταν αποτιμούσαμε την σημασία και την επιρροή της σειράς, εκείνη την αθώα άνοιξη του 2019, λέγαμε ότι το Game of Thrones φεύγοντας αφήνει πίσω του έναν καινούριο τηλεοπτικό κόσμο. Ο λόγος ήταν πως η σειρά του HBO έπεσε πάνω σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο, πάνω στην αλλαγή παραδείγματος της ώριμης περιόδου του τηλεοπτικού streaming. Σε ένα επίπεδο, έδειξε με τον πιο προφανή τρόπο πως το παιχνίδι ενός πολιτιστικού προϊόντος με τις προσδοκίες του κοινού αποκτάει όλο και πιο κεντρικό ρόλο για τα σύγχρονα μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης της μαζικής κουλτούρας, αναδεικνύοντας επίσης την δύναμη και τα όρια της λογικής του fan service ή του expectation subversion. Μετά το ξεπέρασμα του source material εκ μέρους της σειράς και το φιάσκο της τελευταίας σεζόν, τα δίκτυα και οι πλατφόρμες πήραν σημαντικά μαθήματα ως προς το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν σε αυτό το πεδίο. Όσο το Game of Thrones έφτανε στο ζενίθ και το ναδίρ του, χτίζοντας μια ιδιαίτερη σχέση με το κοινό σε κάθε περίπτωση, οι υπόλοιποι κράταγαν σημειώσεις. Σε ένα άλλο επίπεδο, η ιστορική ιδιαιτερότητα της σειράς αφορούσε το ότι επρόκειτο για το τελευταίο παλαιού τύπου τηλεοπτικό προϊόν που καθήλωνε συγχρονισμένα όλον τον πλανήτη μπροστά στην οθόνη την ίδια στιγμή. Ήταν ένα παγκόσμιο πολιτιστικό event, το οποίο παρήγαγε μια δικιά του κοινή εμπειρία και μια δική του δημόσια σφαίρα (στα social media τουλάχιστον). Κι αυτό είναι κάτι που χτιζόταν ήδη μέσα στην δεκαετία των 00s με τα Lost και Breaking Bad, αλλά είναι και κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί από τότε – και σχεδόν όλοι προβλέπανε ότι θα είναι πολύ δύσκολο να ξανασυμβεί.

Οι λόγοι γι’ αυτό είναι κάπως δομικοί και αφορούν την ίδια την διάρθρωση του τηλεοπτικού πεδίου και την αλλαγή παραδείγματος από το broadcasting προς το streaming, αλλά και την γενικότερη στροφή προς την οικιακή εξατομικευμένη digital ψυχαγωγία που περικλείεται μέσα σε έξυπνες συσκευές και διέπεται από την λογική του αλγόριθμου. Η ιδιαιτερότητα του Game of Thrones, λοιπόν, ήταν ότι επρόκειτο για μια σειρά-event που καθολικοποιούσε τις επιμέρους εμπειρίες, τρόπους κατανάλωσης, χρόνους θέασης και τεχνολογικά μέσα. Είτε το έβλεπες νόμιμα είτε το έβλεπες παράνομα, είτε το έβλεπες στο πειρατικό streaming είτε το έβλεπες στο συνδρομητικό κανάλι, είτε το έβλεπες στο laptop είτε το έβλεπες στην τηλεόραση, ήξερες ότι η Δευτέρα ανήκει στο Game of Thrones – κι από νωρίς το πρωί προσπαθούσες να αποφύγεις τα spoilers. Την επόμενη βδομάδα, πάλι τα ίδια. Η αναζήτηση του επόμενου GoT, που είχε γίνει ψωμοτύρι για τα pop culture media μετά το τέλος της σειράς, αφορούσε στην πραγματικότητα ακριβώς αυτό: την αναζήτηση του επόμενου παγκόσμιου συγχρονισμού σε μία και μοναδική σειρά-event. Σε μια φάση όπου (θεωρητικά πάντα) δίνεται όλο και περισσότερο καταναλωτική “ελευθερία” στον θεατή κι η σύγχρονη οικονομία της προσοχής δεν γνωρίζει τίποτα άλλο πέρα από την άμεση ικανοποίηση του προϊόντος-on-demand, το παγκόσμιο εβδομαδιαίο ραντεβού μοιάζει (θεωρητικά πάλι) κάτι ξεπερασμένο από την ίδια την κίνηση των πραγμάτων. Γιατί να παίρνεις κάτι σε μικρές δόσεις όταν μπορείς να το έχεις ολόκληρο τη στιγμή που το θέλεις;

Στην πραγματικότητα, γνωρίζουμε πως τα πράγματα δεν λειτουργούν ακριβώς έτσι. Μπορεί από την μία πλευρά να υπάρχει μια δυναμική που οδηγεί στην ταχεία κατανάλωση και την άμεση ικανοποίηση, η οποία εκπροσωπείται κυρίως από το Netflix, αλλά υπάρχει και μια άλλη δυναμική που ποντάρει περισσότερο στην διαλεκτική αποστέρησης /επιβράβευσης και στην δυνατότητα των τηλεοπτικών προϊόντων να δημιουργήσουν μια σχέση σταδιακής εξάρτησης με το κοινό, επιστρατεύοντας μεταξύ άλλων παραδοσιακά εργαλεία σαν τα χειριστικά cliffhanger και το βαθμιαίο χτίσιμο hype, έτσι ώστε να κρατήσουν τον καταναλωτή χαρμανιασμένο και hooked βδομάδα-βδομάδα αντί για χορτασμένο και μπουκωμένο έπειτα από βουλιμική καταβρόχθιση. Κατά μία έννοια, και τα δύο είναι περιπτώσεις κοινωνικής μηχανικής εκ μέρους της πολιτιστικής βιομηχανίας για να μας κρατάει engaged στα προϊόντα της – και προφανώς δουλεύουν αμφότερα 100% γιατί αυτοί είμαστε *Koutsoumpas.gif playing in the background*. Αφού λοιπόν το ένα μοντέλο αντιστοιχεί περισσότερο στο Netflix, το άλλο μοντέλο βρήκε τα τελευταία δύο χρόνια τον εκφραστή του στο Disney+. Η streaming πλατφόρμα της Disney, αποτελώντας την πιο καραμπινάτη περίπτωση στροφής των μεγάλων παικτών του σινεμά προς το streaming αλλά και χτισίματος κτηνώδων franchises που αποικίζουν το σύνολο της πολιτιστικής εμπειρίας του καταναλωτή, έχει βαλθεί να επαναφέρει το Appointment Television (για να αναφέρουμε τον ακριβή όρο που χρησιμοποιούν τα -κρυφά ή φανερά- πληρωμένα άρθρα μεγάλων media που πανηγυρίζουν προεξοφλώντας την επιτυχία της Disney) στην δημόσια σφαίρα της pop κουλτούρας.

Ο πρώτος σταθμός για αυτήν την φιλοδοξία επιστροφής του εβδομαδιαίου ραντεβού στην τηλεοπτική/streaming κανονικότητα ήταν βεβαίως το The Mandalorian που κυκλοφόρησε την πρώτη και την δεύτερη σεζόν του κατά το φθινόπωρο του 2019 και του 2020 αντίστοιχα. Κι αφού μέσα από τις δύο αυτές σεζόν έκανε set-up για περίπου 2563 ακόμα τίτλους, το Disney+ στράφηκε το έτερο γιγάντιο franchise της μαμάς εταιρείας, το Marvel Cinematic Universe, το οποίο μετά από τις τηλεοπτικές περιπέτειές του σε ABC, Netflix και Hulu έρχεται να κουμπώσει στην streaming πλατφόρμα του Μίκι Μάου ώστε να εναρμονιστεί πλήρως στο σχέδιο οικονομικής και αφηγηματικής ανάπτυξης της Marvel Studios. Κατά μία έννοια, αυτή είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αφού η κληρονομιά του Star Wars και του MCU στην μαζική κουλτούρα μας δείχνει ότι marketing plan και story plan είναι πράγματα ταυτόσημα πλέον, ότι σκοπός των franchises είναι να επεκτείνονται απεριόριστα προς όλες τις κατευθύνσεις και όλα τα formats, ότι κάθε πράγμα είναι καταδικασμένο να παραπέμπει διαρκώς σε μια σύνδεση με κάτι ευρύτερο και μεγαλύτερο παράγοντας έτσι μια γιγάντια λούπα αυτοαναφορικότητας που εγγυάται ότι θα βλέπουμε preques, sequels και spinoffs μέχρι να μας γλιτώσει από αυτήν την μοίρα η γλυκιά λύτρωση της έκρηξης του πλανήτη μέσα σε μια γιγάντια μπάλα φωτιάς.

Ήδη από τις αρχές του 2021 έχουμε δει τρεις σειρές από το PhaserFour του MCU στο Disney+. Η πρώτη ήταν το WandaVision, η δεύτερη ήταν το The Falcon and the Winter Soldier  και το τρίτο ήταν το Loki που παίζει εδώ και περίπου ένα μήνα. Έπειτα, μέσα στο υπόλοιπο της χρονιάς περιμένουμε το Ms. Marvel και το Hawkeye, ενώ για το 2022 έχουν προγραμματιστεί ήδη τα Moon Knight, She-Hulk και Secret Invasion, με το μεγαλύτερο μέρος της μέχρι τώρα τηλεοπτικής αφήγησης του MCU στο Disney+ να αναμένεται να συναντηθεί με το κινηματογραφικό σκέλος του franchise στο επερχόμενο Doctor Strange που στον τίτλο του φέρει την αποκαλυπτική φράση Multiverse of Madness (εξαιρετικά διακριτικό, kudos). Τι έχουμε δει λοιπόν μέχρι στιγμής σε αυτές τις τρεις σειρές; Κατά μία έννοια, βλέπουμε την Marvel να δοκιμάζει μια σειρά από απαντήσεις στην κρίση υπερ-εξάντλησης του superhero genre, οι οποίες διαφοροποιούνται από την κατεύθυνση που δοκιμάστηκε από τις σειρές της στο Netflix που, αρχής γενομένης με τον Daredevil, επιχείρησαν μια πιο γειωμένη, εδαφικοποιημένη, μητροπολιτική και ρεαλιστική ματιά στο είδος. Αυτήν την στιγμή, από την άλλη, η τηλεοπτική Marvel δοκιμάζει μια συνταγή που ανοίγεται ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις με έναν συνδυασμό ύφους και περιεχομένου που περιλαμβάνει ακόμα και πράγματα αντιθετικά μεταξύ τους ώστε να καλύψει κάθε είδους κοινό. Άλλωστε, αυτό είναι μάλλον το μέλλον του fan service: όχι τόσο η ικανοποίηση του ελάχιστου κοινού παρονομαστή ή του απόλυτου fan, αλλά το ταυτόχρονο άνοιγμα προς όλα τα κοινά-αγορές μαζί. Έτσι, το diversity και το multiverse μοιάζουν πια λιγότερο με καλλιτεχνικές επιλογές και περισσότερο με εργαλεία marketing για βελτιστοποιημένο brand-building.

Ας πιάσουμε, συνοπτικά πάντα, κάθε μία από αυτές τις σειρές ξεχωριστά. Το WandaVision κινείται σε meta μονοπάτια, πιάνοντας το νήμα τόσο από τις πιο πειραματικές και weird πλευρές της σύγχρονης superhero τηλεόρασης όσο και της στροφής προς γυναικείες αφηγήσεις με βιωματικό και αναστοχαστικό τόνο. Το The Falcon and the Winter Soldier από την άλλη είναι ένας κλασικός, παραδοσιακός, παλιομοδίτικος τίτλος που κινείται ανάμεσα στο action-adventure και το buddy comedy, επανεπιβεβαιώνοντας με πιο σύγχρονους όρους την συντηρητική υπερηρωική ιδεολογία και ηθική τάξη πραγμάτων ως αμερικάνικο-exceptionalism-σε-στεροειδή. Το Loki, τέλος, έρχεται να δώσει έναν anti-hero τόνο, παίρνοντας έναν από τους πιο δημοφιλείς villains του MCU και μετατρέποντάς τον πλήρως σε quirky αντι-ήρωα (όπως υπονόησε ήδη το κινηματογραφικό Infinity Saga) και συνεχίζοντας την σύγχρονη εμμονή της pop κουλτούρας με τα Κακά Παιδιά των franchises που αποκτούν δικές τους solo ταινίες με ημι-redemptive arcs, από το Joker και το Venom μέχρι την Harley Quinn και την Cruella (έχουμε παίξει κι εμείς το παιχνίδι τους, δεν θα πούμε ψέματα). Σε έναν βαθμό, πάντως, αυτή η τελευταία κατεύθυνση ευνοεί σημαντικά το MCU, αφού ως γνωστόν μέχρι τώρα δεν είχε και τόσους πολλούς ενδιαφέροντες villains. Για την ακρίβεια, ο Thanos και ο Loki ήταν οι μόνοι πραγματικά αξιομνημόνευτοι, κυρίως επειδή τους επετράπη να αναπτύξουν ένα στοιχειώδες arc μέσα από αρκετές ταινίες κι επειδή είχαν διακριτές οπτικές γωνίες που πήγαζαν μέσα από τις (εν πολλοίς) οικογενειακές σχέσεις τους με άλλους χαρακτήρες. Βέβαια, ενώ ο Thanos έχει ενδιαφέρον επειδή ο ίδιος πιστεύει πως είναι καλός, ο Loki ως trickster god έχει ενδιαφέρον επειδή δίνει θετικό περιεχόμενο στην κακότητα, δηλαδή καλλιεργεί το villainy ως αυτοτελή τέχνη και τεχνική.

Ακόμα είναι κάπως νωρίς πάντως για να κρίνουμε αν αυτό θα βοηθήσει συνολικά το MCU όσον αφορά την ανάπτυξη των villains του ως χαρακτήρες, ακόμα κι αν κινούνται πλέον όλο και περισσότερο στο πεδίο ανάμεσα στον ήρωα και τον αντι-ήρωα. Άλλωστε, το βιαστικό φινάλε συμμαζέματος της αφήγησης και στησίματος της συνέχειας για το MCU στο WandaVision έδειξε για άλλη μια φορά πως πολύ συχνά το βιομηχανικό franchise-building και το ουσιαστικό character development είναι πράγματα ασυμφιλίωτα – ή τουλάχιστον έχουν σημαντικά όρια ως προς το πόσο μπορούν να συμβαδίσουν. Ήδη στην μέχρι τώρα πορεία του Loki έχουμε δει μπόλικα καλά στοιχεία, αλλά έχουμε δει και πράγματα που λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά με όρους στησίματος του franchise και απεύθυνσης στους fans, είτε για speculation είτε για misdirection. Κι ενώ θα γούσταρα πολύ το όλο πράγμα με το TVA να καταλήξει με την γραφειοκρατία και τον χρόνο να αποτελούν τους πραγματικούς villains (σαν ένα υπερηρωικό κλείσιμο του ματιού σε Brazil και Wings of Desire), αλλά μοιάζει βέβαιο πως η σειρά θα καταλήξει απλά να στοχεύει στο να εξοικειώσει το κοινό με την λογική και τα logistics του χρονομπερδέματος που θα αποτελέσει τον πυρήνα του επερχόμενου κινηματογραφικού multiverse της Marvel. Τουλάχιστον ευελπιστώ ότι στο φινάλε ο Loki θα πηδηχτεί παθιασμένα με τον εαυτό του, αλλά κι αυτό σιγά μη μας το δώσουν γιατί Marvel είσαι αφού, μιλάμε για ένα δομικά ντεκαβλέ κι αντιερωτικό franchise.

Σε κάθε περίπτωση, δεν λέω, εγώ καλά περνάω με το Loki μέχρι στιγμής, αλλά σε αυτό το άρθρο (όπως και στο προηγούμενο για το WandaVision), το ενδιαφέρον μου δεν είναι τόσο να αξιολογήσω το καθεαυτό περιεχόμενο της σειράς όσο να σχολιάσω το προς τα πού κινείται το ίδιο το πεδίο της τηλεόρασης/streaming και της μαζικής κουλτούρας μέσα από τα πιο μοσχοπουλημένα προϊόντα της. Μέχρι στιγμής, η Disney πασχίζει να επαναφέρει το φαινόμενο της σειράς-event που αποτελεί τακτικό παγκόσμιο ραντεβού. Δεν είναι εύκολο, σίγουρα, και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα μπορέσει να το κάνει – ή τουλάχιστον να το κάνει με τον τρόπο που είχε καταφέρει το Game of Thrones για 8 ολόκληρα χρόνια. Θα συνεχίσει όμως να προσπαθεί. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να βλέπουμε. Και να αναλύουμε. Γιατί, είπαμε, αυτοί είμαστε.

Best of internet