Master of None: Ο άνθρωπος που γύρισε από το cancel

O Aziz Ansari κι η Lena Waithe παραδίδουν μια σεζόν που είναι, προς τιμήν της, τελείως διαφορετική από τις άλλες

Το να μιλάς για cancel culture σήμερα είναι σχεδόν σα να περπατάς σε ένα τεντωμένο σκοινί. Είναι επικίνδυνο, ναι, γιατί μπορεί να πέσεις. Αλλά είναι τρόπον τινά κι απαραίτητο, γιατί η πραγματικότητα σε βάζει εκ των πραγμάτων σε τεντωμένο σκοινί, οπότε πρέπει να μάθεις να το κάνεις, ισορροπώντας, κοιτώντας ευθείας, προχωρώντας μπροστά – ψύχραιμα, προσεκτικά αλλά κι αποφασιστικά. Ακόμα κι η ίδια η χρήση της φράσης cancel culture είναι πολιτικά φορτισμένη σε βαθμό που δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται απλώς για μια ουδέτερη περιγραφή ενός φαινομένου της σύγχρονης pop κουλτούρας. Δεδομένου ότι ο όρος cancel είτε δείχνει μια πρόθεση ολοκληρωτικής ακύρωσης μιας προσωπικότητας (κάποιες φορές υπάρχει και κάποιες όχι) είτε βγάζει νόημα μόνο εκ του αποτελέσματος εφόσον κάποιος όντως γίνει cancelled (κάποιες φορές γίνεται και κάποιες όχι), θα ήταν μάλλον ψυχραιμότερο να μιλήσουμε για ένα call-out culture, αφού τις περισσότερες φορές πρόκειται για την μετατροπή μιας δημόσιας φιγούρας από πρόσωπο κοινής αποδοχής σε πρόσωπο πολιτικά αμφιλεγόμενο.

Είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλο, πάντως, συνήθως μιλάμε γι’ αυτό το φαινόμενο μεταχειριζόμενοι μια νομική μεταφορά -μιλάμε δηλαδή με όρους δίκης- παρόλο που δεν βρισκόμαστε κυριολεκτικά σε δικαστήριο κι οι συνέπειες (είτε συμβολικές είτε υλικές) κατά κανόνα δεν έχουν τυπική δεσμευτική ισχύ για κανέναν. Ας κοιτάξουμε από λίγο πιο κοντά αυτήν την μεταφορά. Από τη μία πλευρά, υπάρχει μια επιθυμία για απόδοση δικαιοσύνης στη δημόσια σφαίρα. Αυτό είναι ένα αντικειμενικό ιστορικό πλαίσιο πλέον, όπως έχει διαμορφωθεί από τις ίδιες τις διεκδικήσεις των καταπιεζόμενων υποκειμένων στο πεδίο της εμπειρίας αλλά και της αναπαράστασης, της ζωής αλλά και της τέχνης. Από την άλλη, καθώς βρισκόμαστε εντός αυτής της νομικής μεταφοράς που αποζητά έναν τύπο δικαιοσύνης, υπάρχει κι η τάση να αναπαράγουμε (συνήθως με όρους κακέκτυπου) την ίδια την προβληματική αστική αντίληψη για την δικαιοσύνη που μιλάει για ανθρώπινες πράξεις και συναισθήματα μέσα από τις στατικές κατηγορίες της αθωότητας και της ενοχής, που χαρακτηρίζεται από τυφλή τυπολατρεία, που κυριαρχείται από θεατρικού τύπου επιτελέσεις καταδίκης και μεταμέλειας.

Γενικά μιλώντας, είναι σημαντικό να πάρουμε στα σοβαρά τόσο τις εποικοδομητικές πλευρές του call-out culture όσο και τις προβληματικές, κι ο λόγος είναι ότι οι σκοποί του είναι σωστοί. Το θέμα φυσικά είναι να βρεθούν και τα κατάλληλα μέσα που θα τους υπηρετούν, μέσα που θα είναι συνεκτικά από λογική και ηθική σκοπιά. Όσο λοιπόν το call-out είναι μια απαραίτητη πρακτική με όρους απόδοση ευθυνών και απαίτησης δικαιοσύνης, άλλο τόσο περιλαμβάνει πλευρές που στην πράξη δημιουργούν ένα τοξικό κλίμα γενικευμένης καχυποψίας και τάσης υπερ-αναπλήρωσης για τα αισθήματα αδικίας. Κι όπως πάντα, αυτό που είναι πιο δύσκολο να συζητηθεί, αλλά κι αυτό που αξίζει περισσότερο να συζητηθεί, είναι ό,τι συμβαίνει μέσα στις γκρίζες ζώνες, εκεί όπου τα παραδοσιακά σχήματα που έχουμε στο κεφάλι μας βραχυκυκλώνουν, εκεί όπου χρειάζεται να εξετάσουμε με προσοχή και ειλικρίνεια τις λεπτές αποχρώσεις, εκεί όπου χρειάζεται να μπούμε στην θέση του άλλου, εκεί που χρειάζεται να αμφισβητήσουμε τον εαυτό μας, εκεί όπου χρειάζεται να προσεγγίσουμε το ηθικό και το δίκαιο πέρα από τις κατηγορίες της αθωότητας και της ενοχής. Μια τέτοια περίπτωση, σε γενικές γραμμές, ήταν κι ο Aziz Ansari, πρωταγωνιστής του Parks and Recreation και δημιουργός του Master of None.

Πίσω στις αρχές του 2018, όταν το κίνημα το MeToo στις ΗΠΑ και το Hollywood συγκεκριμένα ήταν εξαιρετικά πρόσφατο και ορμητικό, ο Ansari είχε καταγγελθεί, μέσα από ένα άρθρο σε site που βασιζόταν σε ανώνυμη μαρτυρία μιας γυναίκας, για ανάρμοστη και παραβιαστική συμπεριφορά σε ένα ραντεβού που από τον ίδιο είχε θεωρηθεί απολύτως συναινετικό αλλά για εκείνη ήταν μια άκρως δυσάρεστη εμπειρία. Αν κοιτάξουμε τα πράγματα από μια τυπική σκοπιά, το άρθρο ήταν μάλλον κακογραμμένο κι η μαρτυρία μάλλον κακοδιατυπωμένη, με ευθύνη του site κι όχι της καταγγέλλουσας πρωτίστως, δείχνοντας πως υπήρξε πιθανώς σχετικά μικρή μέριμνα για την δημοσιογραφική ακρίβεια και γυναικεία φροντίδα που χαρακτήρισε πολλά από τα σχετικά εξαιρετικά ρεπορτάζ εκείνης της περιόδου (με πρώτα και κύρια εκείνα των Jodi Kantor και Megan Twohey στους New York Times που άνοιξαν διάπλατα το θέμα στον mainstream τύπο). Από διάφορες απόψεις, όμως, η καταγγελία του Ansari ήταν μια κρίσιμη στιγμή. Για μια μερίδα του κόσμου, ήταν απόδειξη πως το “call-out culture έχει ξεφύγει”, αφού θεωρήθηκε πως τσουβαλιάζει κάτω από την ταμπέλα MeToo εμπειρίες που έχουν αμφιλεγόμενη σχέση με την σεξουαλική παρενόχληση, υποδηλώνοντας πως το “παράπτωμα” του Ansari ήταν “απλώς ότι ήταν μαλάκας σε ένα ραντεβού” και σημειώνοντας πως η εν λόγω καταγγελία σχετικοποιεί τα τραυματικά βιώματα άλλων θυμάτων. Για μια άλλη μερίδα του κόσμου, ήταν απόδειξη του πόσο ριζωμένη είναι η κουλτούρα της παρενόχλησης και πόσο αόρατο είναι το ανδρικό προνόμιο, αφού υπάρχουν συμπεριφορές που καθίστανται παραβιαστικές ακόμα κι αν γίνονται εντελώς ασυνείδητα από τους άνδρες ή ακόμα κι αν οι ίδιοι έχουν στο μυαλό τους εντελώς αντίθετες προθέσεις (κι άρα το ότι ήταν “απλά μαλάκας” σε ένα ραντεβού είναι η ρίζα του προβλήματος κι όχι ένας αποπροσανατολισμός από το πρόβλημα). Είπαμε, πρόκειται για μία από τις λεγόμενες γκρίζες ζώνες.

Σε κάθε περίπτωση, το consensus ήταν μάλλον ότι η συμπεριφορά του Ansari, παρότι προβληματική, αποτελούσε κάτι σημαντικά ηπιότερο σε σύγκριση με τα πράγματα που καταγγέλλονταν εκείνο το διάστημα στην δημόσια σφαίρα της αμερικάνικης pop κουλτούρας. Για να το πούμε πιο συμβατικά, ήταν κάτι μικρότερο – όχι ασήμαντο, αλλά μικρότερο. Μερικές φορές, βέβαια, είναι πιο δύσκολο να παραδεχτείς ότι είσαι μαλάκας στα μικρά πράγματα, σε εκείνα που δεν μπαίνει επιτακτικά το θέμα του damage control (είτε με αντεπίθεση είτε με ψευδομετάνοια), εκεί που είσαι αντιμέτωπος με τον εγωισμό σου και την ηθική σου, εκεί που το βασικό ζητούμενο είναι η ενσυναίσθηση κι η ανάληψη ευθύνης, όχι η διαχείριση της δημόσιας εικόνας. Με αυτήν την έννοια, ο Ansari δεν κινδύνευε πραγματικά με cancellation. Παρόλα αυτά, ο ίδιος έδειξε να παίρνει σοβαρότατα το θέμα, προς τιμήν του θα πω εγώ. Έχει δηλαδή μεγάλο νόημα να δεις πού έχεις κάνει μαλακία εσύ ο ίδιος, όχι γιατί όλος ο πλανήτης σε αναγκάζει να κάτσεις στο σκαμνί του κατηγορούμενου όπου θα κριθείς ως αθώος ή ένοχος, αλλά γιατί θέλεις όντως να επεξεργαστείς πού είσαι λάθος και πού σωστός, πού δίκαιος και πού άδικος, πού μαλάκας και πού οκ. Δε μπορώ να ψυχαναλύσω τον Ansari και να αποφανθώ με σιγουριά ποιες από τις κινήσεις του δείχνουν υπολογισμό και ποιες ειλικρίνεια (και θα ήταν λάθος κιόλας να το κάνω, η κριτική πρέπει να είναι πολλά περισσότερα από ηθικισμούς και δίκες προθέσεων), αλλά μπορώ να κρίνω το πώς λειτούργησαν στην πράξη, τουλάχιστον για μένα προσωπικά.

Ο Ansari λοιπόν ζήτησε μια μετρημένη συγνώμη χωρίς αυτοθυματοποίηση και αυτοδικαιολόγηση. Έπειτα, έκανε ένα μικρό διάλειμμα από τις δημόσιες εμφανίσεις, κατά το οποίο όπως φάνηκε επεξεργάστηκε το stand up υλικό που άρχισε να παρουσιάζει τους επόμενους μήνες και το οποίο περιείχε έναν αναστοχασμό πάνω στο περιστατικό και την δημόσια διαχείρισή του. Αυτό οδήγησε σε μια περιοδεία την άνοιξη του 2018 κι έπειτα σε ένα stand up special το καλοκαίρι του 2019 με τον τίτλο Right Now. Και μετά, ήρθε η ώρα για την τηλεοπτική επιστροφή του στο πρότζεκτ που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς της γενιάς του, το Master of None που πριν από λίγες μέρες είδε την τρίτη σεζόν του να κάνει πρεμιέρα στο Netflix με τον υπότιτλο Moments in Love. Εκεί, σε μια σειρά που είναι εξίσου γειωμένα αυτοβιογραφική και καλλιτεχνικά φιλόδοξη, η επεξεργασία αυτών των ζητημάτων έμοιαζε πως θα ήταν πιο απαιτητική και πιο ζόρικη. Επίσης, όμως, έμοιαζε κοινός τόπος ότι ο Ansari θα αναζητούσε έναν ενδιαφέροντα τρόπο να ενσωματώσει αυτήν την εμπειρία μέσα στην σειρά, εκεί που έχει τον δημιουργικό έλεγχο της αφήγησης και τα μάτια των ανθρώπων πάνω του. Μ’ αυτήν την έννοια, έχουμε μια “επιστροφή από cancel” που ανοίγει ζητήματα αντίστοιχα με αυτά που έχουμε δει και συζητήσει στις λιγότερο ή περισσότερο διαφορετικές περιπτώσεις των Louis CK, Roman Polanski, James Gunn, Dan Harmon και Joss Whedon, μεταξύ άλλων. Πριν δούμε όμως πώς μεταχειρίστηκε αυτήν την επιστροφή ο Ansari, ας δούμε συνοπτικά γιατί ήταν τόσο ιδιαίτερη σειρά το Master of None – μια από τις καλύτερες της περασμένης δεκαετίας, αν με ρωτάτε.

Σχηματικά, θα λέγαμε ότι το Master of None είναι ένας σημαντικός κρίκος σε δυο αλυσίδες που συναντιούνται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια: από τη μια πλευρά είναι η τάση της τηλεόραση να φιλοξενεί όλο και μεγαλύτερες κινηματογραφικές φιλοδοξίες κι από την άλλη είναι η κατεύθυνση του format της τηλεοπτικής κωμωδίας σε όλο και πιο ελεύθερες φόρμες. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια μεγάλη φουρνιά τηλεοπτικών δημιουργών, κυρίως κωμικών, που έχουν αναδειχθεί σε auteurs του μέσου (όσο προβληματικός κι αν είναι ο όρος, όπως λέγαμε με αφορμή το Mank πρόσφατα) μέσα από την προσωπική και ιδιοσυγκασιακή προσέγγιση στο γράψιμο και το παίξιμο, και μέσα από την επεξεργασία των ζητημάτων που περιστρέφονται γύρω από την σχέση (προσωπικής και συλλογικής) ταυτότητας και κοινότητας. Υπάρχει εδώ μια γενεαλογία που πηγαίνει βέβαια πίσω στον Woody Allen και την επιρροή του στους Jerry Seinfeld και Larry David (στα Seinfeld και Curb Your Enthusiasm), ενώ στα 10s η βεντάλια άνοιξε εντυπωσιακά με πράγματα όπως το Transparent της Jill Soloway, το Togetherness των αδερφών Duplass, το πρώην Louie του Louis CK, το Better Things της Pamela Adlon το Broad City των Ilana Glazer και Abbi Jacobson, το Insecure της Issa Rae και του Larry Wilmore, το Barry του Bill Hader και του Alec Berg ή το Atlanta του Donald Glover, μεταξύ άλλων. 

O Ansari βέβαια έχει ένα τσακ (ένα μεγάλο τσακ βασικά) μεγαλύτερες κινηματογραφικές φιλοδοξίες από τους περισσότερους εκ των προαναφερθέντων, τουλάχιστον μιλώντας με όρους οπτικής γλώσσας και αισθητικών οφειλών. Πρόκειται για έναν δημιουργό που φοράει τις κινηματογραφικές του επιρροές σαν κορώνα στο κεφάλι του, που δείχνει να θέλει να κάνει κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε arthouse (ιχ) τηλεόραση. Από κάποιες πλευρές, όλες οι σεζόν του Master of None μοιάζουν στον έναν ή στον άλλο βαθμό με ένα παιχνίδι εντοπισμού αναφορών στους κλασικούς auteurs που ξεκινάνε από το ιταλικό σινεμά του ’50 και του ’60 είτε στην νεορεαλιστική είτε στην οργιαστική εκδοχή του (κι ειδικά τον Michelangelo Antonioni), περνάνε από την γαλλική nouvelle vague (κι ειδικά τον Eric Rohmer) και φτάνουν μέχρι το προσωπικό σινεμά του Woody Allen και του Spike Lee, με κάποιες στάσεις στον αισθητισμό του Wong Kar-Wai. Όλο αυτό βέβαια δεν το λέω απαραίτητα για καλό. Κάποιες φορές ο Ansari έχει μια fanboyστική επιδειξιομανία, σα να φτιάχνει μια σπουδαστική ταινία μικρού μήκους που αγωνιά να δείξει τα χρέη της προς το Μεγάλο Σινεμά™ κι έτσι ενίοτε δαγκώνει περισσότερο απ’ όσο μπορεί να μασήσει, με το αποτέλεσμα να περιορίζει τον εαυτό του σε ένα απλό tribute. Άλλες φορές καταφέρνει βέβαια να το μεταβολίζει, κυρίως επειδή επιδεικνύει δραματικά ένστικτα και ανθρώπινη κατανοήση που ξεπερνάει την άσκηση μίμησης ύφους. Στις καλύτερες στιγμές της σειράς, ο Ansari δείχνει μια αγάπη προς τα κενά διαστήματα της επικοινωνίας, προς τις σιωπές και τις αμηχανίες, προς την εσωτερική ροή του χρόνου, προς την απουσία βιασύνης, προς τον ίδιο τον ρυθμό της ζωής. Εκεί είναι που ως τηλεοπτικός auteur προσεγγίζει την κινηματογραφική αλήθεια και την κινηματογραφική γλώσσα, όχι στις ποζεριές που παραπέμπουν στους Μεγάλους Δημιουργούς™. Όπως οι Vitelloni του Federico Fellini (που δείχνει να αγαπάει ο Ansari κι οι οποίοι τυχαίνει αυτή τη βδομάδα να επανεκδίδονται στο σινεμά), οι ήρωες του Master of None είναι μελαγχολικοί αφέντες του τίποτα, ικανοί για τα πάντα αλλά και για τίποτα, ζώντας μια ζωή περιπλάνησης, χωρίς κανέναν σκοπό αλλά γεμάτη με νόημα.

Έχοντας θέσει αυτές τις βάσεις, ο Ansari επιστρέφει φέτος με μια τελείως διαφορετική σεζόν. Αυτό φαίνεται ήδη από τα credits. Πλέον αναλαμβάνει εξολοκλήρου ο ίδιος την σκηνοθεσία, έχοντας δίπλα του ως διευθυντή φωτογραφίας τον Θύμιο Μπακατάκη του Γιώργου Λάνθιμου. Ταυτόχρονα, στην συγγραφή βρίσκεται ο ίδιος, όχι μαζί με τον συνδημιουργό Alan Yang, αλλά μαζί με την συμπρωταγωνίστρια και περιστασιακή σεναριογράφο Lena Waithe (που έχει γράψει επίσης τα The Chi και Queen & Slim). Και -το σημαντικότερο- ο Ansari ως Dev λείπει σχεδόν εντελώς από την ιστορία, εμφανιζόμενος μόλις 2 φορές για λίγη ώρα, με το φόκους της σεζόν να είναι στην ερωτική ιστορία της Denise με την Alicia, μια ιστορία που απλώνεται σε 3μιση ώρες και 5 επεισόδια εναλλασσόμενης διάρκειας, δείχνοντας ακόμα μεγαλύτερη ελευθερία στην φόρμα από πριν. Ως προς τις αισθητικές αναφορές, από την άλλη, έχει επισημανθεί ήδη πολλάκις πως η σειρά ανταλλάσσει τις ιταλο-γαλλικές επιρροές των προηγούμενων κύκλων με κομβικές αναφορές στο Scenes from a Marriage του Ingmar Bergman (ένα δράμα δωματίου με το οποίο μοιράζεται τα στατικά πλάνα, την εγκλωβιστική ατμόσφαιρα και το ίδιο aspect ratio), αλλά και στο Cries and Whispers σε έναν βαθμό, ενώ δευτερευόντως βλέπουμε αναφορές στην εσωτερικότητα του Andrei Tarkovsky μέσα από την απόπειρα κινηματογραφικής σύλληψης της υπερβατικής αχλύος του χρόνου και της υπνωτικής αύρας που σκεπάζει την ζωή της υπαίθρου (ειδικά στην Θυσία και τον Καθρέφτη).

Κι εδώ όμως, όπως είπαμε και πριν, τα arthouse κλεισίματα του ματιού έχουν ένα ακαδημαϊκοχομπίστικο ενδιαφέρον και μια σινελατρική νερντουλίαση, αλλά δεν είναι αυτά που δίνουν στην ιστορία τον χαρακτήρα και το σχήμα της. Με άλλα λόγια, στην καλύτερη περίπτωση δείχνουν μια εξωτερικότητα και μια αποστασιοποίηση (που μάλλον την επιθυμεί κι ο Ansari) και στην χειρότερη δεν αφήνουν το δράμα να αναπνεύσει με όση φυσικότητα, ρυθμό και ζωντάνια (δηλαδή ανθρωπίλα) θα μπορούσε. Παρόλα αυτά, αυτό που νιώθω πως έχει αξία να εκτιμήσουμε είναι η ίδια η απόφαση του Ansari να αποτραβηχτεί από το κέντρο της αφήγησης, να αποσταθεροποιήσει δηλαδή τον αφηγηματικό πυρήνα της σειράς, και να φτιάξει μαζί με την Waithe κάτι διαφορετικό που λειτουργεί σε δύο επίπεδα: πρώτον όσον αφορά την σχέση του με τον Dev και δεύτερον όσον αφορά την σχέση του με το MeToo. Ως προς το πρώτο, ουσιαστικά έχουμε μια σεζόν-sequel στο Thanksgiving επεισόδιο που εστίαζε στην Denise, δηλαδή έχουμε το ξετύλιγμα ενός νήματος που είχε αφήσει εκεί για εμάς η ίδια η σειρά. Ως προς το δεύτερο, έχουμε μια meta επεξεργασία εκ μέρους του Ansari που ξεφεύγει από την γεγονοτολογία του MeToo συμβάντος και ανοίγεται συνολικότερα στις έμφυλες ισορροπίες, δυναμικές και μικροεξουσίες που βρίσκονται μέσα στο ίδιο το πεδίο της αναπαράστασης και της μυθοπλασίας. Πρόκειται για μια περίτεχνη κίνηση, αν μη τι άλλο, κι ο Ansari με την Waithe την φέρνουν εις πέρας με αξιοσημείωτη κατ’ εμέ επιτυχία, καταφέρνοντας ταυτόχρονα να με κρατήσουν προσδεδεμένο τόσο στο άμεσο δραματικό επίπεδο της ιστορίας όσο και στο meta επίπεδο του MeToo. Για να επιστρέψουμε σε αυτά που λέγαμε στην αρχή του κειμένου, η τρίτη σεζόν περπατάει πετυχημένα πάνω στο τεντωμένο σκοινί.

Με το πρώτο βήμα του stand up special με το δεύτερο βήμα της νέας σεζόν, ο Ansari επεξεργάζεται τα ζητήματα του MeToo καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο cis straight άνδρα (οι γυναίκες άλλωστε το κάνουν σταθερά και πετυχημένα) της εποχής μας έχει τύχει να δω τελευταία. Αρχικά, μοιάζει πρόθυμος να παίξει με τις προσδοκίες του κοινού: τι θα κάνει; θα πει τίποτα για όλα αυτά; πώς θα είναι ο Dev στη νέα σεζόν; Γρήγορα βλέπουμε ότι το παιχνίδι με τις προσδοκίες ενσωματώνεται μέσα στον βαθύτερο πυρήνα του έργου, όπως έκανε για παράδειγμα κι ο David Lynch στην επιστροφή του Twin Peaks (ή πιο μαρκετίστικα η Marvel με το WandaVision). Το ερώτημα “πώς επιστρέφεις;” λοιπόν ο Ansari το πήρε στα σοβαρά, θέτοντας κι ένα δεύτερο ερώτημα που λέει “πώς ενσωματώνεις τις πραγματικές συνέπειες μέσα στο έργο χωρίς να φτάνεις στο cancel;”. Αυτό είναι ένα χρήσιμο ερώτημα, αφού θα μπορούσε να είναι μέρος μιας δημιουργικής μεταχείρισης των αντιθέσεων που προκύπτουν σήμερα γύρω από τα ζητήματα ταυτότητας, όχι ακυρώνοντας την αντίθεση αλλά χρησιμοποιώντας την για να αλλάξεις (ελπίζοντας: προς το καλύτερο) τόσο την διαδικασία παραγωγής όσο και το ίδιο το καλλιτεχνικό περιεχόμενο. Ένα καλό παράδειγμα για το πρώτο είναι ο τρόπος που χειρίστηκε ως παραγωγός η Maggie Gyllenhaal τις καταγγελίες εναντίον του James Franco ώστε να δημιουργηθεί ένας ασφαλέστερος και πιο συμπεριληπτικός χώρος στο The Deuce. Κι ένα καλό παράδειγμα για το δεύτερο είναι η αυτοστοχαστική γραφή του Ansari που μετατοπίζει το κέντρο βάρους του Master of None ώστε να αφορά πλέον κάτι έξω από τον ίδιο τον χαρακτήρα του, εμπλουτίζοντάς τον μέσα από το να αφήνει χώρο στον Άλλο.

Αν το δράμα δεν έπιανε, τότε αυτή η αφηγηματική επιλογή -η μετατόπιση από τον Dev στην Denise- θα έμοιαζε απλά με κίνηση αποπροσανατολισμού ή με αναυθεντικό πατρονάρισμα (ή και με εξωτικοποίηση, κάτι που συμβαίνει ουκ ολίγες φορές όταν straight άνδρες επιχειρούν να γράψουν queer χαρακτήρες). Έπιασε, όμως, κι αυτό εδώ που τα λέμε οφείλεται εν πολλοίς στην εξαιρετική ερμηνεία της Naomi Ackie (την είχαμε δει στο κινηματογραφικό Lady Macbeth κι είχαμε εκτιμήσει), ενώ το solo επεισόδιό της είναι η αληθινή make or break στιγμή όλης της σεζόν. Ο Ansari, αφού στην προηγούμενη σεζόν και το stand up special έστρεψε το βλέμμα προς τα μέσα, προσπαθώντας να φέρει στην επιφάνεια τους αόρατους μηχανισμούς πίσω από την ανδρική υποκειμενοποίηση, τώρα επιλέγει να αφήσει χώρο δίχως να παραδίδει τον έλεγχο. Είναι κάτι έξυπνο πολιτικά και καλλιτεχνικά, αφού μεταβολίζει την εμπειρία του MeToo σε κάτι που πηγαίνει πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση, φτάνοντας στην συνειδητοποίηση ότι, εν τέλει, το πράγμα δεν έχει να κάνει με σένα προσωπικά αλλά με τον χώρο που καταλαμβάνεις. Ως χαρακτήρας, λοιπόν, ο Dev κάνει πίσω την ώρα που ο Ansari ως δημιουργός κάνει μια εντελώς authorial επιλογή: διατηρώντας τον έλεγχο, παραχωρεί τον χώρο. Έτσι, σε έναν βαθμό επαναπροσδιορίζει και την σχέση του με τη μείζονα auteur παράδοση, μεγάλο κομμάτι της οποίας βασίζεται σε μια παραδοσιακά εγωπαθή και ναρκισσιστική αρρενωπή αντίληψη για το έργο τέχνης. Αυτή η αντίληψη, ακόμα κι όταν βάζει στο επίκεντρο τον βασανισμένο, πληγωμένο, αδύναμο, παρεξηγημένο, προβληματικό και προβληματισμένο άνδρα, τις περισσότερες φορές προϋποθέτει σιωπηλά και ανεπεξέργαστα την ανδρική κυριαρχία στον χώρο και τον χρόνο, προϋποθέτει το ανδρικό στοιχείο ως εξ ορισμού κέντρο της αφήγησης, ως καθολικά ανθρώπινο, ως κυρίαρχη νόρμα, ως κυρίαρχη ταυτότητα με βάση την οποία έπειτα ορίζεται η διαφορά και η απόκλιση, ως default mode της ανθρώπινης κατάστασης συνολικά.

Μ’ αυτήν την έννοια, το έργο του Ansari είναι κάτι που το εκτιμώ και το απολαμβάνω, αφού νιώθω ότι χρειαζόμαστε τέτοιο γράψιμο από άνδρες δημιουργούς που θέλουν να εξερευνήσουν δρόμους πέρα από την παραδοσιακή (alpha ή beta) αρρενωπότητα, αλλά δεν θέλουν να παραδοθούν σε διδακτικίστικες διακηρύξεις, επιτελεστική εκδήλωση αλληλεγγύης ή φετιχοποίηση της αυτοενοχής και της αυτολύπησης. Ο Dev του Ansari βρίσκεται ακόμα εντός της ιστορίας, αλλά το ερώτημα είναι πώς σχετίζεται μαζί της τώρα που δεν είναι πια εκείνος το επίκεντρο, τώρα που η ματιά του είναι ένα υποκειμενικό point of view δίπλα στα υπόλοιπα. Σε αντίθεση με το BoJack Horseman, την κατεξοχήν σειρά που βλέπει το τέλος του άνδρα του 20ού αιώνα ως μια διαδικασία κρίσης/καταστροφής χωρίς σταματημό κι η οποία δεν μπόρεσε ποτέ να ξεκολλήσει από την αυτολύπηση του ήρωά της για το ότι δεν μπορεί να σταματήσει να είναι μαλάκας, ο Dev κάνει λίγο στην άκρη, συνειδητοποιώντας πως δεν είναι το κέντρο του κόσμου. Στο μεταξύ, έρχονται άλλοι άνθρωποι στο προσκήνιο – κι έχουν κι αυτοί, όπως όλοι μας, δικαίωμα στην δυστυχία, δικαίωμα να καταστρέψουν τη ζωή τους, δικαίωμα να θυσιάσουν κάτι όμορφο, δικαίωμα να κάνουν μαλακίες. Άλλο να κάνεις μαλακίες, όμως, κι άλλο να είσαι μαλάκας.

Best of internet