Δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς θέλει να κάνει το WandaVision, και γι’ αυτό μας αρέσει

Και κυρίως δουλεύει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ανοίγοντας έναν πιθανό νέο δρόμο για το Marvel Cinematic Universe

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

20 Ιανουαρίου 2021

Μετά από έναν χρόνο COVID, το Marvel Cinematic Universe επέστρεψε. Nature is healing. Για τα δεδομένα, τους ρυθμούς και τις ταχύτητες της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας, αυτό είναι ένα κενό τόσο μεγάλο που αντιστοιχεί σχεδόν σε μια ολόκληρη γεωλογική περίοδο. Ας το σκεφτούμε πιο συγκεκριμένα. Το Phase Three (και μαζί του το Infinity Saga) έκλεισε με το τελευταίο Spider-Man το καλοκαίρι του 2019. Το τηλεοπτικό σύμπαν της Marvel στο Netflix έκλεισε απότομα, με κύκνειο άσμα τον τελευταίο κύκλο Jessica Jones επίσης το καλοκαίρι του ’19. Τα εφαπτόμενα τηλεοπτικά Runaways και Cloak and Dagger κόπηκαν κι αυτά μέσα στο ’19. Κι η μόνη σειρά του Marvel σύμπαντος στο ABC που είχε απομείνει ζωντανή, το Agents of Shield, ολοκληρώθηκε κι αυτή εν είδει υστερόγραφου στα μέσα του ’20. Στο μεταξύ η Disney, ιδιοκτήτρια της Marvel Studios, λανσάρει την streaming πλατφόρμας της το Νοέμβριο του 2019. Λίγο αργότερα, τον Δεκέμβριο, στην Wuhan της κεντρικής Κίνας ξεκινάει την λαμπρή πορεία του ο COVID-19. Χωρίς να θέλουμε να υπονοήσουμε την ύπαρξη μιας θεωρίας συνομωσίας που λέει ότι ο κορονοϊός δημιουργήθηκε από τον Μίκι Μάου (αν και ψιλομπαίναμε), θα σημειώσουμε ότι η επιτάχυνση που έφερε η πανδημία στις ήδη υπαρκτές τάσεις αναδιαρθρώσεις εντός της πολιτιστικής βιομηχανίας δίνει στις παραπάνω εξελίξεις τον χαρακτήρα σχεδόν τεκτονικών αλλαγών.

Παρότι σ’ αυτό το site δεν έχουμε κρύψει ποτέ ότι είμαστε fans του MCU, ήταν λίγο απελευθερωτικό που περάσαμε τόσο πολύ καιρό χωρίς ταινία Marvel, δεν ήταν; Τόσο κράτησε όμως. Μετά τις απανωτές αναβολές τίτλων και την γενικότερη αβεβαιότητα του 2020, το μεγαλύτερο franchise της σύγχρονης pop κουλτούρας, ψηφιακά ενισχυμένο φυσικά, ετοιμάζεται να μπει στην νέα του γεωλογική περίοδο. Σε περίπτωση που σας είχαν διαφύγει ως πληροφορίες, να σημειώσουμε ότι μέσα στο υπόλοιπο του 2021 περιμένουμε 4 μεγάλες ταινίες του MCU στις αίθουσες (Black Widow, Shang-Chi, The Eternals, Spider-Man sequel) και 4 μεγάλες σειρές στο Disney+ (The Falcon and the Winter Soldier, Loki, Ms. Marvel, Hawkeye), ενώ προς το παρόν η Marvel κρατάει ανοιχτό και ζεστό το ενδεχόμενο της επιστροφής των The Defenders που είχαμε δει στο Netflix. Στην post-Thanos περίοδό του λοιπόν, το πιο φιλόδοξο, πολύπλοκο και φιλόδοξο πολιτιστικό βιομηχανικό προϊόν της εποχής μας ανοίγεται προς νέες κατευθύνσεις, κάνοντας νέα σχέδια κι αναζητώντας νέες συνδέσεις τόσο στο εσωτερικό του όσο και με το κοινό. Στο μεταξύ, πριν από αυτές τις 4 ταινίες και τις 4 σειρές που ακολουθούν μέσα στο 2021, το MCU έκανε την επανεμφάνισή του με τον πιο φαινομενικά παράδοξο τρόπο: την Παρασκευή που μας πέρασε, με γουρλωμένα ή υποψιασμένα μάτια, είδαμε το WandaVision.

Εικάζουμε πως, πατώντας το click για να διαβάσετε αυτό το άρθρο, έχετε ήδη δει τα δύο επεισόδια που κυκλοφόρησαν, οπότε δεν θα σας κουράσουμε με περιγραφές του τι και πώς συνέβη. Ούτε από την άλλη θα ασχοληθούμε εδώ με το κυνήγι των συνδέσεων, των αναφορών και των easter eggs που συνδέουν το WandaVision με τους υπόλοιπους τίτλους του MCU, τα συγκεκριμένα comics storylines από τα οποία αντλούν έμπνευση ή την συνολικότερη μυθολογία των υπερηρωικών χαρακτήρων τους οποίους περιλαμβάνει (αν μη τι άλλο υπάρχουν άπειρα τέτοια άρθρα και βίντεο στο ίντερνετ). Αντίθετα, και σημειώνοντας ότι τα πρώτα δύο επεισόδια μας άφησαν μια ιδιαιτέρως ευχάριστη και ιντριγκαδόρικη γεύση, θα κάνουμε εδώ κάποιες πρώτες παρατηρήσεις όσον αφορά τη σύνδεση της σειράς με το σύγχρονο υπερηρωικό πεδίο αλλά και γενικότερα την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η κινηματογραφική/τηλεοπτική παραγωγή. Μ’ αυτήν την έννοια, αν σας ενδιέφερε κυρίως να διαβάσετε μια πρώτη εντύπωση για την σειρά, τότε θα πούμε στα πολύ γρήγορα ότι μας αρέσει μέχρι στιγμής. Οι Elizabeth Olsen και Paul Bettany είναι εξαιρετικά χαρισματικοί, η δομή του tribute στο ίδιο το παρελθόν της αμερικάνικης τηλεόρασης δουλεύει, η ατμόσφαιρα της ανάδειξης του ανοίκειου και επικίνδυνου μέσα στο οικείο και ασφαλές αποδίδεται πετυχημένα. Συνολικά, η ώρα πέρασε ευχάριστα κι η περιέργειά μας είναι ερεθισμένη. Για τα υπόλοιπα, προχωράμε παρακάτω.

Μέσα στην προηγούμενη δεκαετία, η οποία σημαδεύτηκε από μία τεράστια ανατίμηση της geek κουλτούρας, αρπάξαμε κάμποσες ευκαιρίες προκειμένου να αναπτύξουμε την άποψή μας ότι το υπερηρωικό είδος βρίσκεται μπροστά σε μια κρίση υπερπληθυσμού και υπερσυσσώρευσης. Κι αυτή είναι μια κρίση που έχει τόσο ποσοτικά χαρακτηριστικά (ότι βγαίνουν πλέον πολλά παραπάνω πράγματα απ’ όσα μπορεί να καταναλώσει κάποιος) όσο και ποιοτικά (ότι πολλές superhero παραγωγές χάνονται μέσα στην κοινοτοπία και την προχειρότητα). Δίπλα σε αυτό, είχαμε θέσει ήδη από την κυκλοφορία του Logan πίσω στο 2017 τρία ζητήματα που θεωρούμε κομβικά όσον αφορά το μέλλον της υπερηρωικής μυθοπλασίας: η υπερβολική διασύνδεση μεταξύ των τίτλων εμποδίζει την αυτοτελή ανάπτυξη μιας ιστορίας, η αισθητική τους πρόταση υποφέρει από μια συχνά προκάτ ομοιομορφία, οι χαρακτήρες δυσκολεύονται να αναπτύξουν έναν πραγματικό συναισθηματικό κόσμο που να μας οδηγήσει στην πλήρη εμπλοκή με το δράμα τους. Κατά μία έννοια, οι πιο ενδιαφέρουσες υπερηρωικές παραγωγές των τελευταίων ετών προσπαθούν ακριβώς να ξεπεράσουν αυτά τα όρια. Κι η αλήθεια είναι ότι, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, το καταφέρνουν καλύτερα στη μικρή οθόνη (όπου τα budgets και τα stakes είναι μικρότερα) παρά στη μεγάλη (όπου οι γιγάντιες μηχανές παραγωγής κέρδους είναι συχνά υπερβολικά δυσκίνητες για να μπορούν να αλλάξουν κατεύθυνση).

Ας δούμε, για παράδειγμα, τρεις πρόσφατες περιπτώσεις που θεωρούμε ενδεικτικές αυτής της τάσης ξεπεράσματος των υπερηρωικών ορίων. Όταν το 2017 έκανε πρεμιέρα το Legion του Noah Hawley στο FX, έμοιαζε αληθινά αναζωογονητικό. Και ήταν πράγματι, γιατί πειραματίστηκε με την αφήγηση, την αισθητική και την μυθολογία του όσο ελάχιστα άλλα υπερηρωικά franchise πράγματα. Σε έναν παρόμοιο δρόμο κινήθηκε έπειτα και το Doom Patrol στο DC Universe, ενώ ο ερχομός του The Boys στο Amazon Prime επικύρωσε πανηγυρικά τον ερχομό ενός μετα-υπερηρωισμού που έλκει την καταγωγή του τόσο από τα mainstream comics όσο και από την αμφισβήτησή τους (με κομβικότερη επιρροή το Watchmen φυσικά). Ουσιαστικά, βλέπουμε πλέον μια superhero παραγωγή που σε κάποιες πλευρές της γίνεται όλο και πιο αντι-ηρωική (συχνά μέσα από την, σε ένα επιφανειακό επίπεδο τουλάχιστον, ανατρεπτική στάση προς τον υπερ-ηρωισμό). Κι αυτό την έχει οδηγήσει σε μια πολύ ενδιαφέρουσα κατεύθυνση. Από μια πλευρά, το MCU ήταν το πρώτο που πειραματίστηκε με αυτήν την κατεύθυνση, εγκαινιάζοντας μια γειωμένη, μητροπολιτική, κοινωνικά προσανατολισμένη και character-based εκδοχή του σύμπαντός της με το Daredevil πίσω στο 2015. Δυστυχώς βέβαια, η συνέχεια του Defenders cycle στο Netflix, παρά τις περιστασιακές επιτυχίες του, δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος των προσδοκιών που είχε δημιουργήσει αρχικά. Έτσι, μ’ έναν τρόπο το WandaVision αποτελεί την δεύτερη ευκαιρία του MCU να ξαναμπεί σε αυτήν την τροχιά.

Μέχρι στιγμής, λοιπόν, το κάνει με έναν φουλ πετυχημένο τρόπο. Ουσιαστικά, ήδη από τα πρώτα δύο επεισόδια μοιάζει να δίνει ικανοποιητικές απαντήσεις στα τρία ζητήματα που θέσαμε παραπάνω. Πρώτον, η σύνδεση με το Infinity Saga είναι αρκετή ώστε να δένει την σειρά στην μεγαλύτερη αφήγηση του MCU αλλά όχι τόσο επιβλητική ώστε να στερεί την αυτοτελή απόλαυση της ιστορίας. Δεύτερον, η αισθητική ταυτότητα της σειράς χαρακτηρίζεται από μια πολύ παιχνιδιάρικη ρευστότητα ανάμεσα στην υπερηρωική εικονογραφία και το τηλεοπτικό campiness. Τρίτον, τα αφεντικά της Marvel/Disney επέλεξαν πετυχημένα να εφαρμόσουν αυτήν την φόρμουλα στους Scarlet Witch και Vision, των οποίων το συναισθηματικό δέσιμο και η τραγική κατάληξη στο Infinity Saga αποτελούν την κατάλληλη βάση ώστε να αναπτυχθεί μια δική τους αυτόνομη δραματική δυναμική (με άλλα λόγια: μας νοιάζουν ως χαρακτήρες, ανησυχούμε γι’ αυτούς, θέλουμε το καλό τους, είναι στοιχειωδώς πειστικοί). Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι όλο αυτό δεν γίνεται σε έναν εντελώς περιφερειακό τίτλο προς την κεντρική αφήγηση (όπως πχ στην περίπτωση Legion/X-Men και Doom Patrol/DCEU). Εδώ, έχουμε την μεταφορά αυτού του μετα-υπερηρωικού πνεύματος μέσα στον ίδιο τον πυρήνα του MCU. Οκ, όχι πάνω στους πιο διάσημους χαρακτήρες του σαν τον Iron Man ή τον Captain America, αλλά η εκτίμησή μου είναι ότι το WandaVision αποτελεί καλό ζέσταμα και test drive προς αυτήν την κατεύθυνση.

Φυσικά, όλα αυτά έχουν γίνει πολλάκις στο πεδίο των κόμιξ κι έχει βουίξει το ίντερνετ ότι το WandaVision αντλεί τα μάλα από το κόμικ Vision των King/Walta. Δεν είμαι σίγουρα ειδήμων στα πρόσφατα υπερηρωικά κόμιξ κι ούτε έχω διαβάσει το συγκεκριμένο, αλλά άνθρωποι που εμπιστεύομαι τα λένε καλά επί τούτου. Ας πούμε, όπως σημειώνεται σωστά, όταν η υπερηρωική βιομηχανία κόμιξ έφτανε σε κρίση συνήθως επέλεγε δύο δρόμους: είτε έκανε μεγάλα events που οδηγούσαν σε μαζικά reboots, είτε πειραματιζόταν με νέες κατευθύνσεις δίνοντας μεγαλύτερη ελευθερία στους δημιουργούς στο να παίξουν με εδραιωμένα πράγματα. Αυτή τη στιγμή στο MCU μοιάζουν να συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα, κι αυτό είναι το μεγάλο παραγωγικό στοίχημα του Kevin Feige και το μεγάλο επιχειρηματικό στοίχημα της Marvel/Disney. Από τη μία πλευρά, το Infinity War και το Endgame ως μεγα-events δημιούργησαν τις απαραίτητες συνθήκες για αλλαγή φρουράς και reboot σε μια σειρά από διάσημους χαρακτήρες ταυτόχρονα με την εισαγωγή καινούριων που θέλουν να αποτελέσουν μελλοντικές σημαίες του MCU. Από την άλλη, αρχής γενομένης με το WandaVision που μοιάζει εξαιρετικά παράταιρο προς το μέχρι τώρα ύφος του MCU (με εξαίρεση τις κάπως πιο weird πλευρές των Guardians of the Galaxy ή του Thor: Ragnarok), το άνοιγμα του franchise σε μια streaming πλατφόρμα σαν το Disney Plus του δίνει την δυνατότητα να αναπτύξει ταυτόχρονα πιο πειραματικούς δρόμους έχοντας τον πλήρη έλεγχο της αυτονομίας τους ή της σύνδεσής τους με την κεντρική αφήγηση.

Αν κοιτάξουμε το πράγμα από αυτήν την σκοπιά, τότε το πιο “πειραματικό” πράγμα που κάνει το WandaVision δεν αφορά τόσο το περιεχόμενο της σειράς όσο το παραγωγικό μοντέλο της Marvel (σίγουρα υπάρχει διαφορά με το Star Wars πχ που έκανε κάτι παρόμοιο αλλά σε πολύ πιο παραδοσιακό δρόμο με το The Mandalorian). Μ’ αυτήν την έννοια, δεν είναι ότι το WandaVision προχωράει σε κάποιον τρομερά άγριο πειραματισμό όσον αφορά την μορφή και το περιεχόμενο. Είναι πειραματικό για Marvel. Κι αυτό έχει τη σημασία του φυσικά, αλλά μέχρι εκεί, μην τρελαινόμαστε ότι το WandaVision έφερε ξανά την πρωτοτυπία στην τηλεόραση. Ας πούμε, το tribute στις διάφορες φάσεις των αμερικάνικων sitcoms έχει την πλάκα του ως νοσταλγικό κι αυτοαναφορικό meta παιχνίδι (και ο σκηνοθέτης Matt Shakman είναι από τους πιο έμπειρους στην τηλεόραση), αλλά είναι κάτι που άλλοι δημιουργοί έχουν κάνει είτε με πολύ πιο περιπετειώδη (βλ. σειρές του Dan Harmon) είτε με πολύ πιο οργανικό (βλ. σειρές του Michael Schur) τρόπο. Ταυτόχρονα, προσωπικά κριντζάρω με την τάση της pop κουλτούρας να ονομάζει “λυντσιανό” οτιδήποτε παραπέμπει σε μια σκοτεινή ή αλλόκοτη αύρα πίσω από την οικεία εκδοχή της πραγματικότητας ακόμα κι αν δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το έργο του David Lynch, κάτι που συμβαίνει απλά επειδή είμαστε μαθημένοι στην mainstream κομφορμιστική αφήγηση κι αισθητική όπου όλα τακτοποιούνται ήδη από την αρχή σε βολικά και τεμπέλικα κουτάκια. Ας πούμε, αν υπάρχει για τη σειρά ένα σταθερό σημείο αισθητικής αναφοράς μέχρι αυτή τη στιγμή, είναι μάλλον το (υπέροχο) Pleasantville και εικάζουμε στη συνέχεια μια σειρά ακόμα από ενδιαφέροντα πράγματα που έπαιξαν με την time-travelling αυτοαναφορικότητα της pop κουλτούρας. Παρόλα αυτά, ίσως υπάρχει μια επιρροή Lynch, αλλά όχι αυτή που φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Αν θυμάστε, πίσω στην εξαιρετικά μακρινή πλέον άνοιξη του 2017, ο David Lynch κι ο Mark Frost επέστρεψαν στην τηλεόραση με το Twin Peaks: The Return και έπαιξαν με την σύγχρονη κουλτούρα/οικονομία της νοσταλγίας, του hype, των προσδοκιών, των references και των easter eggs και του ειρωνικού marketing με τρόπο πραγματικά εντυπωσιακό. Η επιστροφή της σειράς, ήδη από το πρώτο επεισόδιο, έμοιαζε να παραπέμπει διαρκώς σε μια επερχόμενη φαντασμαγορική επιστροφή σε αυτό που γνωρίσαμε και μας είναι οικείο, ώστε να βγάλουν όλα στο τέλος ένα τακτοποιημένο νόημα και να επιστρέψουμε στην ζεστή και καθησυχαστική αγκαλιά της βεβαιότητας για την σταθερότητα του νοήματος. Βέβαια, επειδή Lynch είσαι αφού, αυτό δε συνέβη ποτέ – και γι’ αυτό, παρά τις αδυναμίες του, το The Return είναι ένα από τα πιο γενναία και challenging πράγματα που έχουν γίνει εδώ και πολλά χρόνια στην οθόνη. Κατά μία έννοια, με το WandaVision το MCU ενσωματώνει με πιο οργανικό, meta και παιχνιδιάρικο τρόπο τις προσδοκίες των fans μέσα στο ίδιο το έργο (κάτι που με τον δικό του τρόπο και τις δικές του επιρροές είχε κάνει επίσης το Deadpool προφανώς). Έτσι, το marketing γίνεται κομμάτι του DNA του ίδιου του περιεχομένου με τρόπο ευφάνταστο και ιντριγκαδόρικο. Η συγκεκριμένη αίσθηση του weirdness και του πειραματισμού που εκπέμπει η σειρά, λοιπόν, προέρχεται λιγότερο από ένα υπερ-περιπετειώδες πνεύμα πρωτοτυπίας και περισσότερο από ένα ενδιαφέρον παιχνίδι με την σχέση ανάμεσα στην Disney ως παραγωγό περιεχομένου κι εμάς ως πελάτες της.

Προφανώς και όλα θα βγάλουν ένα τακτοποιημένο νόημα στο τέλος, παραπέμποντας σε έναν αστερισμό από επόμενους τίτλους εντός του MCU σύμπαντος που μυρίζει Multiverse απ’ όλες τις κατευθύνσεις, αλλά στο μεταξύ στα πρώτα δύο επεισόδια είδαμε κάτι που σ’ έναν (έστω μικρό) βαθμό αποσταθεροποιεί τις βεβαιότητες του ιδεατού (για την κινηματογραφική βιομηχανία) superhero fan. Κάποιου, δηλαδή, που είναι μαθημένος στο να εξηγούνται όλα από την αρχή, τα πάντα να είναι τακτοποιημένα και καθησυχαστικά, να έχει συνεχώς τον αφηγηματικό έλεγχο της ιστορίας, να βλέπει τις προσδοκίες του να εκπληρώνονται, και τα πράγματα λίγο-πολύ να μπαίνουν σε μια προβλέψιμη τροχιά ήδη από τα πρώτα λεπτά. Μ’ αυτήν την έννοια, η αρχή του WandaVision μοιάζει με γνωσιολογικό ατύχημα για τους MCU fans: οι τρόποι απόκτησης γνώσης για το τι συμβαίνει στην οθόνη στους οποίους ήταν συνηθισμένοι αχρηστεύθηκαν για λίγο, έστω προσωρινά. Από αυτήν την σκοπιά, κι εδώ είναι που παρουσιάζει ενδιαφέρον ως πείραμα το WandaVision, το βλέπω σαν απόπειρα της Disney να κινηθεί σε ένα post-fan service πεδίο όπου η Disney, ως κατεξοχήν πολιτισμικό μονοπώλιο της εποχής μας, θα ικανοποιεί όλα τα γούστα των fans προς κάθε κατεύθυνση, αντλώντας ακόμα περισσότερη δύναμη από το ότι αυτές οι κατευθύνσεις ενδέχεται να είναι ακόμα και αντιθετικές μεταξύ τους μερικές φορές. Έτσι, ο θεατής-καταναλωτής βρίσκεται ακόμα βαθύτερα εγκλωβισμένος σε ένα σούπερ-μάρκετ κουλτούρας με φαινομενικά άπειρες ελευθερίες επιλογής για κάθε δυνατό γούστο, οι οποίες όμως καταφέρνουν να συγκλίνουν σε μια και μοναδική μυθολογία/αφήγηση (πχ MCU ή Star Wars) που απλώνεται σε διάφορα μέσα (ταινίες, σειρές, games κλπ) και διάφορες πλατφόρμες (αίθουσες και streaming πρωτίστως αλλά όχι μόνο).

Όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν τραβηγμένα, κι ίσως είναι σε ένα βαθμό, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική εποχή. Ήδη εδώ και καιρό προβληματιζόμαστε έντονα για την σχέση ανάμεσα στο έργο και τον θεατή (με αφορμή παραδείγματα σαν το Game of Thrones ή το Black Mirror), ενώ η πανδημία του covid επιτάχυνε τις εξελίξεις όσον αφορά το πώς θα μοιάζει το μέλλον της πολιτιστικής βιομηχανίας. Με το τέλος του Phase Three δεν έκλεισε μόνο ένας κύκλος αφήγησης για το MCU. Έκλεισε επίσης ένας κύκλος συσσώρευσης για την Disney. Αυτήν την στιγμή, με πρώτο πράγμα του WandaVision, ξεκινάει ένας νέος κύκλος συσσώρευσης γύρω από τους υπερήρωες της Marvel. Ο νέος αυτός κύκλος, όπως δείχνουν τα πράγματα, θα είναι πιο ελαστικός, ρευστός και πολύπλευρος σε σχέση με τον προηγούμενο, αφού θα είναι απλωμένος όπως είπαμε σε διάφορα format και πλατφόρμες, αξιοποιώντας διάφορες μορφές αφήγησης και αισθητικές επιλογές. Αν το διαβάζουμε και το εκτιμούμε σωστά, θα είναι ένας κύκλος συσσώρευσης που, στην μορφή και το περιεχόμενο, θα απομακρύνεται από την σχετική μονολιθικότητα που έδειχνε μέχρι τώρα το MCU και θα κινείται περισσότερο προς την συνεχή διαφοροποίηση (κάτι ήδη υπαρκτό εδώ και πολύ καιρό στα comics της Marvel, με τη διαφορά ότι εδώ τα μεγέθη και τα stakes, κι άρα και το ρίσκο, είναι απείρως μεγαλύτερα). Θα είναι λοιπόν ένας κύκλος λιγότερο της επανάληψης και περισσότερο της διαφοράς.

Κι αν αυτό σε επίπεδο μορφής σημαίνει όπως είπαμε και πριν ένα άπλωμα σε διάφορα μέσα, τότε σε επίπεδο περιεχομένου σημαίνει συνήθως αφενός νέα takes πάνω σε γνωστούς χαρακτήρας κι αφετέρου άνοιγμα σε νέες ταυτότητες με όρους αγκαλιάσματος των μειονοτήτων. Αν κοιτάξουμε τους τίτλους που έρχονται στο MCU σε αίθουσες και streaming, θα βρούμε πολλά πράγματα που εμπίπτουν στη μία ή την άλλη κατηγορία (ή και τις δύο μαζί). Όλο αυτό, φυσικά, είναι απόλυτα ταιριαστό με το πνεύμα της εποχής και αποτελεί μια έξυπνη κατεύθυνση από πλευράς της Disney ώστε να εναρμονίσει το MCU τόσο με τις τεχνολογικές-οικονομικές όσο και με τις κοινωνικές-επιθυμητικές συνθήκες που κυριαρχούν όλο και περισσότερο σήμερα. Στο μεταξύ, κι εδώ είναι μια μεγάλη επιτυχία του WandaVision από πλευράς ατμόσφαιρας, η αίσθηση που μου έδωσαν τα πρώτα δύο επεισόδια νιώθω ότι ταιριάζει γάντι με την εποχή της αβεβαιότητας για το μέλλον, της αστάθειας των παλιών βεβαιοτήτων, της παράνοιας ότι υπάρχει κάτι κρυμμένο από πίσω που δεν φαίνεται, του αιτήματος να γίνει κάτι και να αποκαλυφθούν τα πάντα, να πέσει το πέπλο της (αυτ-)απάτης, να βγάλουν όλα ξανά νόημα. Στην οθόνη, μπορούμε να αφεθούμε στα σίγουρα χέρια της Disney ώστε να συμβούν πράγματι όλα αυτά κάποια στιγμή μέχρι το τέλος της διαδρομής. Απλά θα χρειαστεί να πληρώσουμε ένα αντίτιμο, είτε στενά χρηματικό είτε ευρύτερα συμβολικό. Στην ζωή, από την άλλη, δεν ξέρουμε τι θα γίνει – αλλά μήπως κι αυτή δεν έχει απορροφηθεί όλο και περισσότερο από την οθόνη; Ερώτημα.

Best of internet