Μα καλά, πόσα sci-fi και fantasy βιβλία και κόμιξ έχει σκοπό να μεταφέρει (ή/και να καταστρέψει) φέτος η τηλεόραση;

Το πράγμα ξεκίνησε ήδη δυνατά και το The Watch που βασίζεται στο Discworld του Terry Pratchett είναι ένα από τα χειρότερα πράγματα που έχουμε δει τελευταία

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

13 Ιανουαρίου 2021

Πριν από λίγες μέρες, στις 4 Ιανουαρίου για την ακρίβεια, έχοντας ήδη εγκαταλείψει οριστικά τις ούτως ή άλλως καταστατικά φρούδες ελπίδες για μια καλύτερη ζωή μέσα στο 2021, πήρα κι εγώ την τσουγκράνα μου ώστε να στηθώ μπροστά από την οθόνη. Όχι, δεν είχε σχέση με την εισβολή του μεταμοντέρνου ακροδεξιού όχλου στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ. Αυτό εξάλλου απείχε άλλες δύο μέρες ακόμα, κι ο κόσμος δεν είχε αποκτήσει ακόμα αυτό το άλλο ένα έξτρα layer πολυπλοκότητας που τον κάνει μέρα με τη μέρα όλο και πιο χαοτικό και αντιφατικό, συναρπαστικό αλλά και αβίωτο. Αυτό που περίμενα με mood οργισμένου κυβερνοσχολιαστή ήταν η πρεμιέρα του The Watch, η οποία είχε πραγματοποιηθεί το προηγούμενο βράδυ στο αμερικάνικο δίκτυο του BBC. Γιατί όμως τόσος πόνος; Τι μου είχε κάνει το The Watch πριν καν κυκλοφορήσει; Ας τα πιάσουμε από την αρχή.

Ο Terry Pratchett, ένας από τους σπουδαίους της λογοτεχνίας του φανταστικού στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, μοναδικός μέσα στην ανάλαφρη αλλά και πολύπλοκη σατιρική ματιά του πάνω στο ίδιο το sci-fi/fantasy genre ως το κατεξοχήν είδος fiction που αντιστοιχεί στον μεταμοντέρνο καπιταλισμό, πέθανε, δυστυχώς, το 2015. Μέχρι τότε, παρότι το έργο του αποτελούσε ορόσημο τόσο για τις υποκουλτούρες του φανταστικού (κάποιοι μεγαλώσαμε με τα point-and-click adventure games που βασίστηκαν στο Discworld) όσο και για το mainstream αναγνωστικό κοινό (μην ξεχνάμε ότι ήταν ο πιο μοσχοπουλημένος συγγραφέας των βρετανικών 90s), ο Pratchett δεν είχε γνωρίσει παρά μόνο ελάχιστες τηλεοπτικές και κινηματογραφικές μεταφορές – σχεδόν όλες τους ξεχασμένες ή δυσεύρετες σήμερα. Αυτό, θεωρητικά, επρόκειτο να αλλάξει πίσω στο 2011, όταν είχε πρωτοανακοινωθεί ότι ετοιμάζεται μια τηλεοπτική σειρά που θα βασίζεται στο εμβληματικό City Watch της κλασικής pratchett-ικής πόλης Ankh-Morpork. Από τότε, όμως, συνέβησαν πολλά.

Αρχικά, είχε ακουστεί πως την παραγωγή του The Watch θα αναλάμβανε ο ίδιος ο Pratchett. Έπειτα, λεγόταν πως το σενάριο επρόκειτο να γραφτεί από τον Terry Jones των Monty Python (που επίσης έφυγε από τη ζωή τέτοιες μέρες πριν από ένα χρόνο) ή τον Gavin Scott που είχε μεταφέρει στην τηλεόραση και το Legends of the Earthsea της Ursula Le Guin (θα επανέλθουμε σε αυτήν παρακάτω) με την κόρη του συγγραφέα, Rhianna Pratchett (και σεναριογράφο video games στο επάγγελμα) να συνεργάζεται στο σενάριο. Όλη αυτή η πλούσια φημολογία διακόπηκε με τον θάνατο του Pratchett το ’15, αλλά η παραγωγή της σειράς συνεχίστηκε. Το επιβεβαίωνε κι η ίδια η Rhianna, επισημαίνοντας όμως ότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια τώρα που δεν έχει καμία σχέση πλέον με την σειρά. Τελικά, το 2018 μάθαμε ότι το The Watch επρόκειτο να γίνει πραγματικότητα από το BBC ως ένα fantasy αστυνομικό procedural που θα εμπνέεται από τον κόσμο του Discworld χωρίς να μεταφέρει στην οθόνη κάποια συγκεκριμένη ιστορία του Pratchett.

Πριν ακόμα κυκλοφορήσει το The Watch, όπως συνέβη πριν δέκα μέρες περίπου, όλοι ήταν εναντίον του. Έχοντας ήδη γλυκαθεί από την πανέμορφη προπέρσινη τηλεοπτική μεταφορά του Good Omens (που είχαν γράψει μαζί ο βετεράνος Pratchett με τον νεαρό Neil Gaiman το 1990), οι φίλοι του καλού fantasy είχαν μάλλον ελάχιστη υπομονή για μια άνευρη σειρά μηδενικής συγγραφικής έμπνευσης, άφαντης pratchett-ικής σπιρτάδας και ψευδοκομιξάδικης punk αισθητικής που απέκδυε το έργο του συγγραφέα απ’ όλα εκείνα τα στοιχεία που τον ανέδειξαν σε έναν από τους καλύτερους του είδους. Μέσα στο 2020 που η σειρά βρισκόταν στα τελικά στάδια της παραγωγής της, ο βασικός σεναριογράφος Simon Allen παρέλειψε ακόμα και να αναφέρει τον Pratchett στις ανακοινώσεις του για το The Watch, η Rhianna Pratchet δήλωσε ανοιχτά πως το αποτέλεσμα δεν έχει καμία σχέση με το έργο του πατέρα της, ο Gaiman το συνέκρινε με το να μετέτρεπε κάποιος “τον Batman σε ρεπόρτερ με κίτρινη καμπαρντίνα και κατοικίδιο νυχτερίδα” κι ο επίσημος λογαριασμός του Pratchett στο Twitter ανέβασε ένα παλιότερο κείμενο της Le Guin όπου η συγγραφέας έκραζε πανέμορφα την whitewashed μεταφορά του έργου της στην τηλεόραση και το γενικότερο αποστράγγισμα της επιστημονικής φαντασίας από την ριζοσπαστικότητά της. Γενικά, καλά πήγε αυτό.

Ο λόγος που ήμουν κι εγώ τόσο αρνητικά προκατειλημμένος προς την τηλεοπτική μεταφορά του The Watch δεν πήγαζε από κάποια πιουρίστικη προσκόλληση σε κάποια pratchett-ική ορθοδοξία. Ίσα ίσα, θεωρώ πως οι καλύτερες μεταφορές τέτοιων κειμένων στην οθόνη είναι αυτές που στέκονται με την μεγαλύτερη αυθάδεια (κι άρα με μεγαλύτερο σεβασμό, αν με ρωτάτε) απέναντι στο πρωτότυπο κι όχι αυτές που αναπαράγουν με μηχανική και άψυχη ευλάβεια τα πιο επιφανειακά στοιχεία ενός έργου στο όνομα της πιστότητας. Υπάρχει, όμως, σημαντική διαφορά ανάμεσα στην καλλιτεχνική αυθάδεια και τον βιομηχανικού τύπου ευτελισμό, δηλαδή την κοινοτοποίηση ενός έργου, την μετατροπή του από πηγή ριζοσπαστικής φαντασίας σε πλαστικό προϊόν προς γρήγορη κατανάλωση. Κι εδώ, ειδικότερα όσον αφορά το sci-fi, το σινεμά και η τηλεόραση έχουν μπόλικο μεταφορικό αίμα στα χέρια τους τα τελευταία πολλά χρόνια. Κι αν παρακολουθείτε τα όσα γράφουμε σε αυτό το site πάνω στο genre, τότε θα ξέρετε αφενός ότι το πονάμε κι αφετέρου ότι δεν σταματάμε να οικτίρουμε την θλιβερά μέτρια κατάσταση στην οποία βρίσκεται σταθερά ένα τεράστιο κομμάτι της mainstream κινηματογραφικής επιστημονικής φαντασίας. Κι ενώ είναι σαφώς χαρμόσυνο που η μυθοπλασία του φανταστικού στις διάφορες μορφές της δεν κουβαλάει πια το έντονο στίγμα του είδους β’ διαλογής και δεν αντιμετωπίζεται με όρους παρα-λογοτεχνικούς ή παρα-κινηματογραφικούς, η μετατροπή της σε βασική κινητήριο δύναμη της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας της έχει κάνει αναμφίβολα (και) κακό: είναι πλέον παντού, αλλά η δύναμή της έχει εξασθενίσει.

Καθώς μια σειρά από πολιτισμικές και τεχνολογικές αλλαγές αναδιάταξαν το τοπίο του οικιακού ελεύθερου χρόνου, φέρνοντας μαζί τους τη μαζικοποίηση της pop νοσταλγίας και των nerd υποκουλτούρων, είδαμε να ξεπηδάνε αμέτρητες σειρές και ταινίες που βασίζονται άμεσα ή έμμεσα στην horror, fantasy και sci-fi πολιτιστική παραγωγή των περασμένων δεκαετιών. Πρόσφατα, με αφορμή πράγματα που μας άρεσαν όπως το Devs και το Blood Machines, σημειώναμε τα εξής πάνω στην σύγχρονη κατάσταση του sci-fi: “Συνοπτικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν τρία πράγματα που έχουν πλήξει την σύγχρονη επιστημονική φαντασία. Πρώτον, η εμμονή του θεάματος στη νοσταλγία και την ανακύκλ- εεε την αναβίωση. Δεύτερον, η λογική του fan service που εμποδίζει την παραγωγή πρωτότυπου και απαιτητικού περιεχομένου. Τρίτον, η μετατροπή των νέων δικτύων και πλατφορμών σε γιγάντιες γραμμές παραγωγής που παράγουν ομοιόμορφα πολιτισμικά προϊόντα, δίνοντας όλο και λιγότερες ευκαιρίες σε νέες ιδέες και πρωτότυπα σενάρια. Όλα αυτά έχουν συμβάλλει με τον τρόπο τους σε μια κεντρική αντίφαση που βρίσκεται στην καρδιά του σύγχρονου sci-fi: από τη μία προσπαθεί να τιμήσει τις μελλοντολογικές και ριζοσπαστικές ρίζες του είδους, από την άλλη καταλήγει όλο και συχνότερα στη συντήρηση και την κοινοτοπία.”

Ταυτόχρονα, η ανάγκη για μεγάλα τηλεοπτικά events στην εποχή μετά το Game of Thrones και το Stranger Things έχει οδηγήσει τα κανάλια και τις πλατφόρμες σε μια ξέφρενη κούρσα για την αναζήτηση του επόμενου υπερ-τίτλου του είδους που θα ενώσει το κοινό σε ένα πλανητικό πολιτιστικό συμβάν. Μέχρι τώρα αυτή η φιλοδοξία, πρωτίστως εμπορευματική και ελάχιστα καλλιτεχνική, έχει στοιχειώσει (κι εν τέλει καταδικάσει) πολλά πρόσφατα τηλεοπτικά έργα που προσπάθησαν να μεταφέρουν στην οθόνη την λογοτεχνία του φανταστικού περισσότερο με όρους “τηλεοπτικού event” και λιγότερο με όρους ουσιαστικής επεξεργασίας και πρωτότυπης συσχέτισης με το έργο. Από αυτήν την σκοπιά, ενδεικτικά είναι τα παραδείγματα πρόσφατων σειρών που ξεκίνησαν αρκετά ικανοποιητικά ως προς την σχέση με την λογοτεχνική πηγή τους αλλά μάλλον ξεφούσκωσαν γρήγορα σε μια κρίση προσανατολισμού όταν αναγκάστηκαν να αναμετρηθούν με το ερώτημα αν θέλουν να αξιοποιήσουν το source με ουσιαστικό ή πρωτότυπο τρόπο. Ένα τέτοιο είναι, αν με ρωτάτε, το The Handmaid’s Tale κι ένα άλλο το American Gods (θα έβαζα και έμμεσα το Westworld που δεν βασίζεται σε βιβλίο αλλά ο Michael Crichton που έγραψε το σενάριο του πρωτότυπο ήταν πρωτίστως λογοτεχνικός συγγραφέας). Στο ίδιο πεδίο, όσες σειρές αποδείχτηκαν ικανοποιητικές ήταν μάλλον αυτές που στάθηκαν και πιο συντηρητικά απέναντι στην πηγή τους, χωρίς σχεδόν καμία μεγάλη φιλοδοξία, όπως για παράδειγμα το His Dark Materials που είναι αξιοπρεπές αλλά κάνει μπαμ ότι ποτέ δεν πρόκειται να ξεφύγει από το “απλά οκ”.

Την ίδια ώρα, στο πεδίο της τηλεοπτικής μεταφοράς κόμιξ του φανταστικού η κατάσταση τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει επίσης έντονη κίνηση κι ενδιαφέρον. Ενώ είχαμε κάτι εντελώς αψυχολόγητες μεταφορές, όπως αυτή του Snowpiercer, που πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι προσπαθούν να κάνουν, υπήρξαν και σαφέστατα πιο πετυχημένες απόπειρες. Ας πούμε, το τηλεοπτικό Preacher ήταν φουλ ικανοποιητικό και σε πολύ χαριτωμένη παιχνιδιάρικη σχέση με το source material. Παράλληλα, το Happy! ήταν ένα καλό παράδειγμα του πόσο ενδιαφέροντα πράγματα μπορούν να προκύψουν άμα δώσεις καλλιτεχνική ελευθερία στους δημιουργούς του πρωτότυπου υλικού (ειδικά άμα είναι έξαλλ@ τύπ@ του στυλ Grant Morrison [μιας κι έχει κάνει come out ως non-binary] και Darick Robertson). Τέλος, το προπέρσινο τηλεοπτικό Watchmen του Damon Lindelof ήταν ένα εξαιρετικό δείγμα του τι θαύματα μπορούν να γίνουν αν προσεγγίσεις ένα εμβληματικό έργο ως πηγή έμπνευσης κι όχι ως παρτιτούρα προς αντιγραφή – με αληθινή φιλοδοξία, φρεσκάδα και αυτοπεποίθηση (είμαι σίγουρος πως θα γούσταρε κι ο ίδιος ο Alan Moore αλλά δεν θα το παραδεχόταν ποτέ). Απ’ αυτήν την σκοπιά, και χωρίς να μας διαφεύγει η ετυμολογική σύμπτωση, το Watchmen ήταν όλα όσα θα μπορούσε, στα σωστά χέρια, να γίνει και το The Watch αν κάποιος προσέγγιζε το έργο του Pratchett με τον τρόπο που προσέγγισε ο Lindelof αυτό του Moore.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, και καθώς η μικρή οθόνη μεγαλώνει όλο και περισσότερο ώστε να κοντράρει ή/και να απορροφήσει την κινηματογραφική βιομηχανία (ας πούμε, το Dune του Frank Herbert δια χειρός Denis Villeneuve θα κάνει πρεμιέρα σε streaming και αίθουσες μαζί, μην το ξεχνάμε), το source material του φανταστικού σε λογοτεχνία και κόμιξ έχει γίνει όλο και πιο περιζήτητο μεταξύ στούντιο και πλατφορμών. Πρόκειται φυσικά για μια διαδικασία που έχει επιταχυνθεί από την ανατίμηση της geek κουλτούρας μέσα στην πολιτιστική βιομηχανία, από τη νοσταλγική στροφή του Hollywood προς τα franchises και γενικά τα προϊόντα που βασίζονται σε ήδη γνωστούς κι established τίτλους, αλλά και από την τεράστια αύξηση των παραγωγικών ικανοτήτων της σύγχρονης τηλεόρασης, η οποία παλιότερα δεν θα μπορούσε (από πλευράς μπάτζετ και παραγωγής) να μεταφέρει τέτοια έργα στη μικρή οθόνη με καμία παναγία. Για να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε, πάντως, ας ρίξουμε μια ματιά στο πόσο πολύ πράγμα πρόκειται να μεταφερθεί σύντομα στην τηλεόραση – κι άρα πόσα πολλά εμβληματικά έργα που αγαπήσαμε κινδυνεύουν να καταλήξουν μετριούτσικες σειρές στα ακατάλληλα χέρια. Εξάλλου, αυτή ακριβώς είναι μια θεμελιώδης συναισθηματική αντίφαση που μας προκαλεί η σύγχρονη pop κουλτούρα. Τη μια στιγμή ενθουσιαζόμαστε με το ότι υπάρχει πλέον η δυνατότητα να δούμε στην οθόνη τα αγαπημένα μας πράγματα, και την αμέσως επόμενη στιγμή μας καταρρακώνει η εξαιρετικά ρεαλιστική πιθανότητα να απογοητευτούμε αν τα δούμε μεταφερμένα με τον λάθος τρόπο.

Ας πούμε, ειδικά με βάση τις εικόνες που έχουμε δει έως τώρα, πιστεύετε ότι η επερχόμενη μεταφορά του Foundation του Isaac Asimov που έφτιαξε η Apple υπάρχει πιθανότητα να είναι καλή; Αντίστοιχα, δεν σας ανησυχεί τρομερά το αποτέλεσμα της μεταφοράς του The Sandman στο Netflix, ακόμα κι αν εμπλέκεται σε αυτήν ο ίδιος ο Gaiman; Κι ενώ η μεταφορά του Consider Phlebas τελικά ακυρώθηκε (μαζί με την φημολογούμενη μεταφορά Conan the Barbarian και το τηλεοπτικό The Dark Tower), η Amazon συνεχίζει να έχει επενδύσει τα περισσότερα σε αυτό το μέτωπο, ετοιμάζοντας (προφανώς) την μαμουθική μεταφορά του Lord of the Rings και το The Wheel of Time, ενώ στο sci-fi πεδίο ετοιμάζεται να μεταφέρει το λογοτεχνικό Ringworld αλλά και τα κόμιξ Paper Girls και Lazarus. Κατά τ’ άλλα, το Netflix ετοιμάζει την επόμενη σεζόν The Witcher κι ένα καινούριο Chronicles of Narnia, το FX μεταφέρει το Y: The Last Man, και θεωρητικά έχουμε να περιμένουμε και μια μεταφορά των σπουδαίων The Invisibles και Snow Crash κάποια στιγμή στο κοντινό μέλλον, αλλά και μια μεταφορά του Sirens of Titan του γίγαντα Kurt Vonnegut δια χειρός Dan Harmon (δημιουργού Community και Rick and Morty ε). Τουλάχιστον προς το παρόν δείχνουν να την γλιτώνουν οι διαχρονικές Αξεπέραστες Προκλήσεις της οθόνης, δηλαδή πράγματα σαν το Neuromancer, το Transmetropolitan και το Incal (όχι, το Fifth Element δεν μετράει για μεταφορά). Πάντως, υπάρχει πλέον η ιδιαιτερότητα ότι κάμποσοι εκ των δημιουργών εμπλέκονται ενεργότερα σε τέτοιες παραγωγές, όπως για παράδειγμα οι Gaiman, Morrison και Vaughan. Αυτό βέβαια είναι δίκοπο μαχαίρι, αφού εξασφαλίζει μεν ένα μίνιμουμ επίπεδο ασφάλειας απέναντι στον εξευτελισμό του έργου, αλλά δεν εγγυάται σε καμία περίπτωση την ουσιαστική μεταφορά του σε ένα διαφορετικό μέσο όπως η τηλεόραση και το σινεμά.

Με κάμποσες από τις προαναφερθείσες σειρές να αναμένονται μέσα στο 2021, μοιάζει δεδομένο ότι η φετινή χρονιά θα προσεγγίσει το σημείο έκρηξης στην σχέση ανάμεσα στην peak τηλεοπτική παραγωγή και την μυθοπλασία του φανταστικού. Όπως έχουμε ξαναπεί, η τηλεόραση μεγαλώνει και χωράει μεγαλύτερο μέρος του φανταστικού, κι αυτό είναι καλό αλλά και κακό μαζί. Εξάλλου, μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη χολιγουντιανή άνθιση του sci-fi κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, παρά τα αριστουργήματα που μας έδωσε ενίοτε, κατάφερε εν τέλει να πλήξει την ίδια κινηματογραφική φαντασία, τυποποιώντας και κοινοτοποιώντας την με το να την επεκτείνει απεριόριστα με βιομηχανικούς όρους. Αν μη τι άλλο, βέβαια, η εποχή μας είναι τόσο σκατένια που η ψυχούλα μας έχει πράγματι ανάγκη το φανταστικό με όρους escapism. Το φανταστικό, όμως, δεν είναι (ούτε θα έπρεπε να είναι) μόνο αυτό. Περισσότερο από το να μας καθησυχάζει στιγμιαία απομακρύνοντάς μας από το Κακό Πραγματικό, το Καλό Φανταστικό είναι εκείνο που ζει κι αναπνέει μέσα από την αμφισβήτηση και υπέρβαση των ορίων, μέσα από την καλλιέργεια της ριζοσπαστικής φαντασίας, μέσα από την επινόηση νέων τρόπων να υπάρχουμε και να σχετιζόμαστε, μέσα από την οικοδόμηση ή την αποδόμηση απείρων διαφορετικών εκδοχών για το τι σημαίνει παρελθόν και μέλλον.

Η οπτική αφήγηση, άσχετα αν είναι στην μικρή ή τη μεγάλη οθόνη, έχει την τεράστια δύναμη να επηρεάζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούμε και φανταζόμαστε (πράγμα σημαντικότερο από το να επηρεάζει τα μεμονωμένα αντικείμενα της επιθυμίας και της φαντασίας μας), να επηρεάζει την ίδια την διανοητική και συναισθηματική επικοινωνιακή υποδομή μας ως ανθρώπινο είδος. Από αυτήν την σκοπιά, η μοίρα του φανταστικού στην οθόνη είναι κάτι το οποίο, προσωπικά μιλώντας, με απασχολεί πάρα πολύ. Αν είναι να βουτήξουμε (ακόμα) περισσότερο στο φανταστικό, ας έρθουμε σε επαφή με τις πιο ριζοσπαστικές πλευρές του κι ας τις τιμήσουμε αμφισβητώντας τις βεβαιότητές τους (κι άρα κάνοντές τες ακόμα πιο ριζοσπαστικές). Για να επιστρέψουμε, κλείνοντας, στην Ursula Le Guin, η Γαιοθάλασσα της οποίας επίσης ετοιμάζεται κι αυτή να επιστρέψει στην τηλεόραση (ευτυχώς από την Α24), να μερικές ιδέες που βρίσκουμε χρήσιμες – για την μεταφορά του έργου της, αλλά κι όχι μόνο. Βασικά, κυρίως όχι μόνο.

Best of internet