Η λύπη είναι η νέα χαρά: Αποχαιρετώντας το BoJack Horseman

Πώς λες αντίο στην καλύτερη σειρά της δεκαετίας; Κυρίως όμως: πώς λέει αντίο αυτή;

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

5 Φεβρουαρίου 2020

Ανοίγεις την οθόνη. Οποιαδήποτε οθόνη. Ξέρεις ότι αυτή η φορά που θα περάσεις το σαββατοκύριακό σου με τον BoJack Horseman θα είναι η τελευταία. Τρεις μήνες μετά το πρώτο μισό της τελευταίας σεζόν, η σειρά του Raphael Bob-Waksberg τελειώνει στ’ αλήθεια. Το φινάλε ξεκινάει με τον BoJack να είναι καθηγητής υποκριτικής στο πανεπιστήμιο. Κατ’ ευθείαν, χωρίς πολλά πολλά, βουτάμε στην αμφισημία του acting, του να υποδύεσαι, του να επιτελείς τον εαυτό σου. Η μεταφορά εδώ δεν είναι καθόλου διακριτική, αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου την αποτελεσματικότητά της. Ο BoJack είναι ένας ξεπεσμένος ηθοποιός κι ένας ξεπεσμένος άνθρωπος. Έχουν, αλήθεια, τόση διαφορά μεταξύ τους αυτές οι δύο ιδιότητες; Ο Shakespeare έλεγε ότι όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή. Η Judith Butler, την οποία διαβάζει η Hollyhock στο πρώτο επεισόδιο του φινάλε, προτείνει ότι κι ο ίδιος ο εαυτός είναι μια performance: όχι κάτι που έχουμε ή είμαστε αλλά κάτι που κάνουμε. Πώς, λοιπόν, αλλάζεις τον εαυτό σου; Πώς αφήνεις τα πάντα πίσω; Πώς να γίνεις αυτό που δεν είσαι; Πώς να κάνεις αυτό που δεν μπορείς; Σβήνεται άραγε το παρελθόν; Ο καθηγητής BoJack παίρνει έναν μαύρο μαρκαδόρο για να γράψει το όνομά του στον λευκό πίνακα. Έπειτα, προσπαθεί να το σβήσει αλλά είναι αδύνατον. Ο μαρκαδόρος γράφει μόνιμα. Όχι λοιπόν, δεν σβήνεται το παρελθόν. Πέφτουν οι τίτλοι αρχής. Επιστρέψαμε σπίτι.

Η τελευταία φορά που γράφαμε για το BoJack Horseman ήταν πριν από ενάμιση χρόνο περίπου, όταν συζητούσαμε για την πέμπτη σεζόν της σειράς που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Ήταν δύσκολο να είμαι ψύχραιμος με αυτήν την σειρά, όπως είναι δύσκολο να είμαι και τώρα. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να είναι η σημαντικότερη σειρά της εποχής της, ακριβώς επειδή σχετίστηκε μαζί της με τρόπους που ελάχιστες άλλες προσέγγισαν. Ελάχιστα άλλα προϊόντα κουλτούρας κατάφεραν να αποτυπώσουν με τόσο έντονο και ταυτόχρονα απλό τρόπο την σύγχρονη την αγωνία για την ανθρώπινη επαφή, για την δυνατότητα αυθεντικής επικοινωνίας, για την προσπάθεια να έρθεις κοντά στους ανθρώπους και την αδυναμία σου να μην τους πληγώσεις. Όπως λέγαμε και την προηγούμενη φορά, είναι μια σειρά που σαφέστατα μιλάει για την εποχή της, αλλά θα ήταν μάλλον φτωχό να την χαρακτηρίσουμε απλώς «επίκαιρη». Στο BoJack Horseman, ο 21ος αιώνας είναι ακόμα πολύ φρέσκος, αλλά φαντάζει ήδη τελειωμένος, ένας αιώνας σχεδόν αδύνατος. Ένας αιώνας μη-βιώσιμος, όχι μόνο πλανητικά, αλλά και συναισθηματικά. Πώς μοιάζουν οι άνθρωποι του 21ου αιώνα στο BoJack Horseman; Δεν την παλεύουν καθόλου, δεν ξέρουν τι να κάνουν τον εαυτό τους, δεν ξέρουν πώς να σχετιστούν μεταξύ τους, πώς να διαχειριστούν τις επιθυμίες τους, πώς να αντιμετωπίσουν την διαρκή αίσθηση κατάρρευσης – και μαζί πώς να κατανοήσουν έναν κόσμο που βρίσκεται σε φρενήρη κίνηση, όντας όλο και πιο χαοτικός, όλο και πιο επικίνδυνος. Και τι μορφή παίρνει αυτό το πράγμα στην οθόνη; Οργή και λύπη και μετά punchlines. Γι’ αυτό την έβαλα στο νο.1 της δεκαετίας.

Τα πρώτα 8 επεισόδια του φινάλε, εκείνα που έπαιξαν το φθινόπωρο δηλαδή, μου άφησαν μια κάπως παράξενη αίσθηση. Από την μία πλευρά, ο συναισθηματικός πυρήνας έμοιαζε πολύ on point με το πνεύμα της σειράς. Άντε, έστω ότι παίρνεις την απόφαση να φτιάξεις πραγματικά την ζωή σου. Πώς το κάνεις; Ακόμα κι αν είσαι σίγουρος για το πρώτο βήμα, πώς το συντηρείς; Ποιες είναι οι δυνάμεις που σε τραβάνε μπροστά και ποιες είναι αυτές που σε κρατάνε πίσω; Γιατί γαμώ την παναγία δεν νιώθεις ο εαυτός σου όταν είσαι καλά; Γιατί η ευτυχία, η ηρεμία κι η ασφάλεια μοιάζουν πάντα με ένα διάλειμμα; Παρόλα αυτά, περίμενα να νιώθω περισσότερο την αίσθηση του τέλους. Περίμενα ένα εντονότερο αφηγηματικό drive, κάτι που να τραβάει τα πράγματα στην τελική ευθεία – κάτι που θα έκανε το κενό των τριών μηνών να έχει αληθινά νόημα και να μην είναι απλά μια random απόφαση που σχετίζεται με τη διανομή και τον προγραμματισμό του Netflix. Τελικά, όμως, ήταν απλά μισή σεζόν – όχι κάτι παραπάνω. Αυτή η αρχική αμηχανία μου απέναντι στο τι θέλει να κάνει τελικά το BoJack ενισχύθηκε από δύο στοιχεία. Πρώτον, από την αδυναμία μερικών subplots που εισήχθησαν προς το τέλος, με αποκορύφωμα αυτό των δημοσιογράφων. Δεύτερον, από τις δηλώσεις του δημιουργού ότι ήθελε λίγο ακόμα χρόνο για να τελειώσει την σειρά, αλλά οι μαλάκες του Netflix δεν του έκαναν την χάρη. Για να μην τα πολυλογώ, είχα αρχίσει να ανησυχώ λίγο. Θα με ικανοποιήσει αληθινά το φινάλε σε αφηγηματικό και συναισθηματικό επίπεδο; Την ώρα που ξεχειλώνονται η μία σειρά μετά την άλλη, είναι δυνατόν να μην καταφέρει να τελειώσει όπως θέλει η καλύτερη σειρά της δεκαετίας;

Μαλακίες. Κακώς ανησυχούσα. Ναι, κάποιες πλευρές της τελευταίας σεζόν μοιάζουν λίγο βιαστικές και σχηματικές, αλλά τελικά έχουν λίγη σημασία μπροστά στη μεγάλη εικόνα – κι η μεγάλη εικόνα είναι ότι ο BoJack Horseman έχει εν τέλει απόλυτο έλεγχο της αφήγησής του. Για να το κάνει αυτό, επιστρατεύει δύο σημαντικότατα όπλα για τα οποία θα εκλιπαρούσαν ακόμα κι οι σπουδαίοι γραφιάδες της μικρής και της μεγάλης οθόνης: απλότητα στην γλώσσα, ακρίβεια στο συναίσθημα. Αν τα αποκόψουμε από το δράμα και το θέμα της σειράς, κάποιες φορές τα λόγια των χαρακτήρων μοιάζουν τρομερά κοινότοπα. Στο context της σειράς και της εποχής της, όμως, αποκτούν φοβερή ισχύ και εγκυρότητα. Μπλεγμένοι σε ένα γλωσσικό παιχνίδι με τον εαυτό τους και την εποχή τους, οι ήρωες κι οι ηρωίδες του BoJack τσακίζουν ξανά και ξανά την βάρκα του νοήματος πάνω στα βράχια της καθημερινότητας. Το κύμα, όμως, παίρνει τα συντρίμμια αυτής της βάρκας και τα φέρνει ξανά προς την ακτή. Αυτά τα κομμάτια ξύλου δεν είναι πια η βάρκα, αλλά την περιέχουν. Έτσι, με έναν τρόπο η ίδια βάρκα χτυπάει στα ίδια βράχια, κάθε φορά πιο τσακισμένη, κάθε φορά πιο διάχυτη, αλλαγμένη και όμοια μαζί. Αντίστοιχα, οι ίδιες απλές, κοινότοπες, τετριμμένες λέξεις παίρνουν κάθε φορά νέα ορμή και νέο βάθος καθώς έχουμε ακολουθήσει τη διαδρομή των ανθρώπων (και των ζώων) της σειράς. Και μερικές φορές τα χτυπήματα είναι τόσο λεπτά και χειρουργικά που μπορεί να σου ξεφύγουν. Όταν η σειρά καταλήγει πως η απώλεια είναι μια συνεργατική τέχνη μεταξύ αυτών που φεύγουν κι αυτών που μένουν, αρχίζει να σε στοιχειώνει το ερώτημα: τι πρόλαβα να φτιάξω μ’ αυτούς που έφυγαν και τι προλαβαίνω να φτιάξω μ’ αυτούς που έμειναν;

Πώς τελειώνει, λοιπόν, ένας αυθεντικός άνδρας αντι-ήρωας; Κατά έναν τρόπο, το BoJack Horseman επεξεργάζεται το τέλος του άνδρα του 20ού αιώνα και των βεβαιοτήτων του. Αυτό το τέλος, ή μάλλον αυτήν την κρίση/κατάρρευση, έχουμε δει να την επεξεργάζονται κάμποσες σειρές και ταινίες της τελευταίας 20ετίας, από το The Sopranos, το Fight Club και το American Beauty μέχρι το Mad Men, το Breaking Bad και το Joker. Σε αντίθεση με αυτά τα έργα, όμως, το BoJack φτάνει βαθύτερα μέσα σε αυτήν την κρίση/κατάρρευση. Αναγνωρίζοντας την διαλεκτική ανάμεσα στο μοντέρνο και το μεταμοντέρνο, το BoJack αποφεύγει να μεμψιμοιρεί για τον άνδρα του 20ού αιώνα και την κατάρρευσή του. Προσπαθεί να τον κατανοήσει, αλλά δεν προσπαθεί να τον αισθητικοποιήσει ή να τον αθωώσει. Αντίθετα, ανοίγεται μέσα στην μεταμοντέρνα διάλυση και προσπαθεί να διερευνήσει με ειλικρίνεια τις δυνατότητές της. Σα να απηχεί τον φιλόσοφο Francois Lyotard που μίλησε πρώτος για τη μεταμοντέρνα κατάσταση, το BoJack ανοίγεται στην πολλαπλότητα των μικρών αφηγήσεων με δύο τρόπους. Πρώτον, αναδεικνύοντας όλο και περισσότερο τους δευτερεύοντες χαρακτήρες (Diane, Princess Carolyn, Todd) καθώς καταρρέει η μεγάλη αφήγηση του BoJack. Δεύτερον, σε ένα meta επίπεδο, οι συντελεστές της σειράς έχουν ανοιχτεί σε νέα animation όπως το Tuca & Bertie και το Undone που επεξεργάζονται τις θεματικές της ψυχικής ασθένειας και της έμφυλης ταυτότητας με τρόπο που αναγνωρίζει τις αντιφάσεις του ίδιου του BoJack. Ακόμα περισσότερο, η σειρά απηχεί κι έναν άλλο στοχαστή του μεταμοντέρνου, τον Jean Baudrillard (βασική επιρροή του The Matrix), ο οποίος πρότεινε ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου υπάρχουν πλέον μόνο αντίγραφα χωρίς πρωτότυπα. Όλως τυχαίως, το επεισόδιο του φινάλε όπου έρχεται η ώρα της κρίσεως για τον BoJack ονομάζεται Xerox of a Xerox. Ο BoJack, λοιπόν, ως μεταμοντέρνος αντι-ήρωας που αποδέχεται και ανατέμνει την διάλυσή του, πηγαίνει πιο μακριά από τον Tony Soprano, τον Don Draper και τον Walter White. Η ιστορία του πηγαίνει πέρα από αυτόν, ανοίγεται στον Άλλο και αναζητά την συσχέτιση. Ο μετα-αντιήρωισμός της σειράς δείχνει γενναιότητα και ειλικρίνεια εκεί που πολλοί προκάτοχοί της έντυναν απλά το κούλνες των προβληματικών ηρώων τους με ένα πρόχειρο πέπλο ντεμέκ πολυπλοκότητας.

Τι ήταν αυτό που διαφοροποίησε το BoJack; Σίγουρα όχι η κυριολεκτική εξέλιξη της πλοκής και του δράματος. Δεν υπάρχει κυριολεκτικά τίποτα στα μεμονωμένα arcs των χαρακτήρων και την συνολική πορεία της ιστορίας που να μην έχει ξαναγίνει. Ήταν κάτι βαθύτερο, πιο ανεπαίσθητο, πιο άυλο. Ήταν το ύφος και η αύρα της σειράς, δηλαδή ο ιδιαίτερος τρόπος που είχε να σχετίζεται με την εποχή ακόμα κι όταν δεν μίλαγε ανοιχτά γι’ αυτήν. Ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές του, το BoJack αντιστεκόταν στον κυνικό νιχιλισμό της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας κι αντιπρότεινε την προσπάθεια για ειλικρίνεια, ευαισθησία, κατανόηση και ευτυχία. Αν πιστέψουμε τον Slavoj Zizek που λέει ότι ο κυνισμός είναι η κατεξοχήν ιδεολογία της εποχής μας και τον Byung-Chul Han που λέει ότι η κατάθλιψη είναι η κατεξοχήν ασθένεια της εποχής μας, τότε η σκληρή αγωνία του BoJack για επαφή, αγάπη και ζωή χτυπάει διάνα σ’ αυτά που μας κάνουν να πονάμε βαθιά και αφόρητα σήμερα. Δεν υπάρχει όμως τίποτα μέσα σ’ αυτήν την αγωνία που να δηλώνει αφέλεια. Όχι, η σειρά δεν απαντάει στον κυνικό αντι-ανθρωπισμό με αφελή χολιγουντιανό ανθρωπισμό. Αντίθετα, προσπαθεί να θέσει επί τάπητος το ζήτημα της ευθύνης. Το BoJack Horseman προσπαθεί να θέσει τους χαρακτήρες του μπροστά στις ευθύνες των πράξεών τους και ταυτόχρονα να καλέσει τους θεατές να αναλάβουν την ευθύνη για τα συναισθήματά τους. Έτσι, προσπαθεί να μην προδώσει ούτε τον Εαυτό ούτε τον Άλλο, πράγμα φυσικά εξαιρετικά δύσκολο. Για μένα, αυτή η απόπειρα (με τις αστοχίες της φυσικά) είναι ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα της σειράς, δεδομένου το πόσο πολύ μας έχει εκπαιδεύσει η pop κουλτούρα στο να δικαιολογούμε πρόχειρα τις πράξεις μαλακισμένων χαρακτήρων και να αθωώνουμε βιαστικά τον εαυτό μας για το γεγονός ότι ταυτίζεται ανεπεξέργαστα μαζί τους.

Φυσικά, μια από τις βασικότερες προκλήσεις του φινάλε ήταν το να μεταχειριστεί την ευθύνη του BoJack για όλες τις φορές που έχει πληγώσει, βλάψει, εκμεταλλευτεί και ασκήσει εξουσία πάνω σε άλλους ανθρώπους. Επιχειρώντας να αποφύγει το εύκολο και βολικό σχήμα που λέει ότι αν έχεις βαθιά τραύματα ή πάσχεις από ψυχική ασθένεια τότε είναι εντάξει να φέρεσαι σαν μαλάκας, το φινάλε καταφέρνει να επιδείξει μια βιωματική συνέπεια και υπευθυνότητα ως προς την μεταχείριση του BoJack ως προβληματικού άνδρα. Όταν αρχίζουν να βγαίνουν οι μεγάλοι σκελετοί από τη ντουλάπα, βλέπουμε να κινητοποιείται αυτόματα ένας μεγάλος μηχανισμός προστασίας της φήμης και της ακεραιότητας του ισχυρού. Ακόμα περισσότερο, βλέπουμε μια προσπάθεια να πλασαριστεί ο ίδιος ο θύτης ως θύμα, επιβραβεύοντας ακόμα και την παραμικρή χειρονομία μετάνοιας και σχετικοποιώντας τις εμπειρίες ή τα τραύματα των αληθινών θυμάτων. Εκεί, για άλλη μια φορά, φαίνεται ότι η σειρά χρησιμοποιεί το context της βιομηχανίας του θεάματος όχι απλά ως gimmick ή ως αφορμή για pop culture αστεία αλλά προκειμένου να οικοδομήσει μια βαθιά κριτική στην ίδια τη βιομηχανία. Δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα του MeToo και μέσα σε μια χρονιά που στην οθόνη κυριάρχησαν οι τραυματισμένοι ή τοξικοί άνδρες (από το Marriage Story και το Joker μέχρι το The Morning Show), το BoJack δείχνει μια ώριμη πρόθεση να φέρει τον ήρωα αντιμέτωπο με τις πράξεις του. Μετά την προηγούμενη σεζόν, γράφαμε ότι έχοντας ασκήσει σκληρή κριτική σχεδόν στα πάντα, το BoJack Horseman γνωρίζει πως τώρα πρέπει να στραφεί ευθέως στον εαυτό του. Στο φινάλε, ο BoJack πληρώνει γι’ αυτά που έκανε με έναν τρόπο τριπλό: μπαίνει στην φυλακή, αναγκάζεται να αναμετρηθεί ψυχικά με το παρελθόν του, βλέπει την ζωή να τον προσπερνάει.

Θαυμάζω πολύ τα έργα που επιδεικνύουν σκληρότητα απέναντι στον εαυτό τους. Κοιτώντας πίσω σε όλη την πορεία της σειράς, εκτιμώ τρομερά τον τρόπο που αναπτύχθηκαν οι χαρακτήρες της Princess Carolyn και της Diane. Από δορυφόροι του δράματος του BoJack, από απλές αντανακλάσεις του χαρακτήρα του, έγιναν σύμβολα της ζωής που προχωράει με τις δικές της δυσκολίες, αντιφάσεις και αδιέξοδα. Κι αν ο χαρακτήρας της Princess Carolyn καταλήγει μοιραία να οριοθετείται από τον ρόλο της στη βιομηχανία του θεάματος, η Diane κάνει ένα δύσκολο και αντι-ηρωικό breakthrough απ’ αυτά που σπάνια έχουμε την ευκαιρία να δούμε στην τηλεόραση. Κατά έναν τρόπο, η Diane συγκεντρώνει πάνω της πολλά από τα σύγχρονα ηθικά και ψυχικά διλήμματα της ζωής και εργασίας στον ύστερο καπιταλισμό. Νιώθει ότι δεν υπάρχει καμία διαφυγή, ότι αδυνατεί να αυτοπραγματωθεί, αισθάνεται πως ο ορίζοντας της αλλοτρίωσης είναι αναπόφευκτος, δυσκολεύεται να απολαύσει πραγματικά, προσπαθεί να κάνει υγιείς σχέσεις αλλά τις σαμποτάρει η ίδια, η απόπειρά της για ειλικρίνεια υποσκάπτεται από τον κυνισμό που της κληροδότησε η εποχή. Στο φινάλε, καθώς την βλέπουμε να έρχεται ευθέως αντιμέτωπη με την ψυχική ασθένεια και την διαδικασία συγγραφής, αποκαλύπτεται όλος ο πλούτος της εμπειρίας που έχει συσσωρεύσει στην σειρά. Η πάλη της Diane με το γράψιμο και την κατάθλιψη φωτίζει μερικά κομβικά ερωτήματα για τον συναισθηματικό πυρήνα της σειράς. Πώς σχετίζεσαι με το ίδιο σου το τραύμα; Πώς μπορείς να αποκτήσεις πραγματική πρόσβαση σε αυτό; Πώς το επεξεργάζεσαι; Πώς το κάνεις αφήγηση; Πώς βάζεις τον εαυτό σου σε κάτι; Έχει, εν τέλει, αξία το ίδιο το τραύμα από μόνο του; Αναγνωρίζοντας το όριο του ότι δε μπορούμε ποτέ να γίνουμε εντελώς διαφανείς προς τον εαυτό μας, η εξέλιξη της Diane προτείνει έναν δύσκολο δρόμο: να βουτήξουμε στο τραύμα χωρίς να καθηλωθούμε σ’ αυτό, να το χρησιμοποιήσουμε για να ερμηνεύσουμε και να αλλάξουμε την ανθρώπινη κατάσταση – όχι για να την δικαιολογήσουμε ή να την αθωώσουμε.

Για να είμαι ειλικρινής, περίμενα ότι ο BoJack θα πεθάνει. Μάλλον το ήθελα κιόλας, παρόλο που ήξερα ότι θα με πονέσει πολύ. Το μεγαλειώδες προτελευταίο επεισόδιο ούτως ή άλλως, εκεί όπου ο BoJack μετεωρίζεται ανάμεσα σ’ αυτούς που βούλιαξαν κι αυτούς που σώθηκαν, σε προετοίμαζε γι’ αυτό. Σκεφτόμουν το Σκοτώνουν τα Άλογα όταν Γεράσουν, την ταινία του Sydney Pollack όπου ο απογοητευμένος καλλιτέχνης θυμάται να βλέπει ένα άλογο που το δολοφονούν επειδή έσπασε το πόδι του – επειδή κανείς δεν είχε να το κάνει τίποτα πια. Αλλά γιατί ήθελα να πεθάνει; Γιατί ήθελα να πληγωθώ; Απ’ αυτήν την επιθυμία με ξύπνησαν τα ίδια τα λόγια της σειράς: sad is the new fun. Αυτή η κυνική, εμπορική, μαρκετίστικη δήλωση που έλεγε ότι η λύπη είναι η νέα χαρά με τράνταξε, με ταρακούνησε. Όχι λοιπόν: η απάντηση δεν είναι η αισθητικοποίηση της θλίψης. Υπάρχει αληθινή χαρά. Αλλά έχει αγώνα, ευθύνη, επιλογή. Εκείνη τη στιγμή, σκέφτομαι το τραγούδι που έλεγε: Η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία / Κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις. Σήμερα ήταν μια δύσκολη μέρα. Στο τέλος, κάθεσαι δίπλα-δίπλα, σιωπηλά. Κοιτάς μπροστά, αποφεύγοντας να αντικρίσεις αυτό που επιθυμείς, γιατί φοβάσαι την ίδια την επιθυμία περισσότερο από το αντικείμενό της. Αύριο, πάλι από την αρχή.

Best of internet