Το Mindhunter είναι Fincher στον αυτόματο, αλλά ο πραγματικός crime-thriller θησαυρός του Netflix βρίσκεται αλλού

Για την ακρίβεια, είναι κρυμμένος στον Αμαζόνιο μαζί με το Green Frontier

Είχαμε περάσει ωραία πρόπερσι με το Mindhunter. Βασικά, αυτό – είχαμε περάσει ωραία. Δεν ήταν μία συγκλονιστική σειρά, όχι, αλλά ήταν πάνω-κάτω αυτό που χρειαζόμασταν εκεί που το χρειαζόμασταν. Ήταν φθινόπωρο του 2017, το Netflix είχε αρχίσει να μπαίνει φουλ στην καθημερινότητά μας, ο true crime πόθος σιγόκαιγε όπως πάντα και μια σειρά δια χειρός David Fincher ήταν πάντα ευπρόσδεκτη γιατί, κακά τα ψέματα, ακόμα και στις μέτριες στιγμές (και δεν είναι λίγες) ο άνθρωπος είναι μαγνητιστικός. Φυσικά, ο Fincher έχει δημιουργήσει μερικά από τα πιο εμβληματικά κινηματογραφικά crime-thrillers των τελευταίων 25 χρόνων κι ο πρώτος κύκλος Mindhunter έμοιαζε κάπως φτιαγμένος από fincher-bot. Είχε όλα τα γνώριμα κι οικεία στοιχεία του φιντσερικού ύφους αλλά έμοιαζαν να έχουν παραχθεί με την minimum προσπάθεια, σαν κάποιος ικανότατος δημιουργός να αντέγραψε το στυλ του Fincher για να φτιάξει μια καλοφτιαγμένη ρέπλικα – με έμφαση τόσο στο «καλοφτιαγμένη» όσο και στο «ρέπλικα». Όχι ότι ο Fincher δεν είναι πια περιπετειώδης στις επιδιώξεις του, κάτι που φάνηκε και στο Love Death + Robots που συνδημιούργησε για χάρη της πλατφόρμας, αλλά δεν θα λέγαμε κι ότι τα έδωσε όλα στο Mindhunter.

Αν μη τι άλλο, βέβαια, είχαμε δύο σημαντικά εχέγγυα. Πρώτον, ακόμα κι ο Fincher του αυτόματου πιλότου έχει μια ανεπαίσθητη αισθητηριακή μαστοριά που περνάει σχεδόν απαρατήρητη αλλά διαπερνά τα πάντα (κάτι που αναλύεται υπέροχα σ’ αυτό το video essay), καθιστώντας πολύ δύσκολο γενικά το να αντιγράψεις ικανοποιητικά το στυλ του – κάτι που, για την ιστορία, καλύτερα από όλους το κατάφερε το Community. Δεύτερον, μπορεί η fiction πλευρά του Mindhunter να μην ήταν κι η πιο επεξεργασμένη, αλλά η non-fiction πλευρά του είχε τεράστιο ενδιαφέρον, σε βαθμό που πέρναγες καλύτερα στο Wikipedia ξεψαχνίζοντας με τις ώρες τις υποθέσεις παρά στην ίδια την σειρά την ώρα που την έβλεπες.

Αυτό το ιντριγκαδόρικο κομμάτι του Mindhunter λοιπόν, δηλαδή η DIY έρευνα κι σκέψη πάνω στο ίδιο του το αντικείμενο, ήταν μάλλον κι ό,τι καλύτερο είχε να δώσει. Κατά έναν τρόπο, η σειρά έπαιζε σε τρία επίπεδα ταυτόχρονα. Όχι απαραίτητα με ικανοποιητικό ή αρκετά βαθύ κι επεξεργασμένο τρόπο, αλλά τουλάχιστον τα άγγιζε εκ των πραγμάτων. Πρώτον, είχε έναν ιστορικο-εγκληματολογικό χαρακτήρα αναπαράστασης των υποθέσεων και της πορείας του FBI που μεταξύ άλλων έπιανε και το νήμα του αναζωπυρωμένου true crime ενδιαφέροντος. Δεύτερον, είχε ένα ιδεολογικό επίπεδο όπου λειτουργούσε σαν αφηγηματική δικαίωση της ψυχολογικοποίησης του εγκλήματος, μιας προσέγγισης που μέσα από το profiling τις περισσότερες φορές απλά μυστικοποιεί με επιστημονικό μανδύα τις κοινωνικές ρίζες της παραβατικότητας, συνδέοντας στενά την ψυχική υγεία με το έγκλημα. Τρίτον, η σειρά λειτουργούσε επίσης και σε ένα meta επίπεδο, ανακατασκευάζοντας και γενεαλογώντας το γιατί οι serial killers συναρπάζουν τόσο την pop κουλτούρα σε βαθμό που γίνονται stars, από τον Zodiac Killer, τον Son of Sam και τον Ed Kemper μέχρι τον Unabomber, τον Ted Bundy, τον Jeffrey Dahmer και βέβαια τον Charles Manson. Το γιατί, εν τέλει, το θέαμα του εγκλήματος είναι τόσο κεντρικό στην βιομηχανία της διασκέδασης, όπως γνωρίζει πολύ καλά ο Fincher μέσα από την φιλμογραφία του. Όπως έγραφε ο Μαρξ πριν από πάρα πολλά χρόνια, ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο το έγκλημα αλλά και το ποινικό δίκαιο, και μαζί μ’ αυτό και τον καθηγητή κάνει διαλέξεις για το ποινικό δίκαιο. Κι άρα θα προσθέταμε ότι, κατά έναν τρόπο, παράγει και το θέαμα του εγκλήματος που εξετάζει έμμεσα το Mindhunter κι ο showrunner του, Joe Penhall, μαζί με τον Fincher.

Καθώς η δεύτερη σεζόν του Mindhunter τοποθετείται πλέον στο 1980-1981 κι επικεντρώνει ως επί το πλείστον στις δολοφονίες μαύρων παιδιών στην Ατλάντα, η σειρά κάνει ένα άνοιγμα από το στενά εγκληματολογικό στοιχείο που ήταν η καρδιά του πρώτου κύκλου προς το κοινωνικό: δηλαδή προς τους θεσμούς, τις σχέσεις και της συνθήκες. Αυτή είναι μια επί της αρχής ευπρόσδεκτη απόφαση κι ένα βήμα ωριμότητας που οδηγεί σε ένα zoom-out ώστε να βλέπουμε πια την επιστημονική μέθοδο σε συνάρτηση με την προσωπική ιστορία και το κοινωνικο-ιστορικό περιβάλλον τόσο των πρωταγωνιστών-μπάτσων όσο και των θυμάτων-θυτών. Βέβαια, αυτό είναι αναμφίβολα ένα πιο απαιτητικό εγχείρημα που επιτάσσει πιο επιδέξιους κώλους χειρισμούς. Απ’ αυτήν την σκοπιά, η ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό δράμα και το serial killer μυστήριο είναι κάπως άγαρμπη, αφού η γραφή κι ο ρυθμός κλωτσάνε σε αρκετές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια των 9 επεισοδίων που σκηνοθέτησαν ο ίδιος ο Fincher μαζί με τον Andrew Dominik (μετρ των ατμοσφαιρικών The Assassination of Jesse James και Killing Them Softly) και τον έμπειρο Carl Franklin (που στα 90s έδωσε τίμια neo-noir σαν το One False Move και το Devil in a Blue Dress). Ουσιαστικά, η δεύτερη σεζόν παρουσιάζει μια αντίφαση ανάμεσα στην τίμια πρόθεση για μια πιο βαθιά επεξεργασία θεμάτων/σχέσεων και την δυσκολία να ξεπεράσει την κενότητα στους χαρακτήρας και την επιφανειακότητα στην πολιτικο-κοινωνική της ματιά, αδυνατώντας να συνδυάσει την συντηρητική τηλεοπτική λογική του εγκλήματος και της διαλεύκανσής του με την πολύπλοκη κοινωνική, πολιτισμική, φυλετική πραγματικότητα όπου θέλει να εστιάσει (ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα για την συγκεκριμένη περίπτωση είναι αυτό το βιβλίο του σπουδαίου James Baldwin). Συνολικά, θα λέγαμε ότι είναι μια καλύτερη σεζόν από την πρώτη, αλλά σε τελική ανάλυση αποδεικνύεται μέλλον ψυχρή και άψυχη – την ώρα που το ίδιο περίπου πράγμα έκανε με πιο πετυχημένο τρόπο φέτος η τρίτη σεζόν του True Detective.

Μαζί με το Mindhunter όμως, την περασμένη Παρασκευή, το Netflix έδωσε στην κυκλοφορία και το Green Frontier, την μίνι-σειρά που αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής ντετέκτιβ καθώς εκείνη εξερευνά μια σειρά από παράξενους φόνους γυναικών στη ζούγκλα του Αμαζονίου ανάμεσα σε Βραζιλία και Κολομβία. Πολύ πιο low-profile κυκλοφορία, ναι, αλλά αρκετά σημαντική, καίρια και με πολύ ενδιαφέροντες συντελεστές. Όχι μόνο γιατί οι τρεις showrunners του Green Frontier (Diego Ramírez Schrempp, Mauricio Leiva-Cock και Jenny Ceballos) έχουν συνεργαστεί ξανά στο Wild District, το πρώτο κολομβιανό original του Netflix, αλλά και γιατί στην παραγωγή και την σκηνοθεσία βρίσκεται ένας σπουδαίος δημιουργός του σύγχρονου παγκόσμιου σινεμά. Πρόκειται για τον Ciro Guerra, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει φτιάξει εξαιρετικές ταινίες σαν το Embrace of the Serpent και το Birds of Passage (ενώ περιμένουμε σε λίγους μήνες το νέο του φιλμ, Waiting for the Barbarians). Ο Guerra, λοιπόν, έχει θητεύσει εδώ και μιάμιση δεκαετία στον σύγχρονο κινηματογράφο μεγάλου εθνογραφικού και ανθρωπολογικού πλούτου που συχνότατα παίρνει την μορφή ενός μυστικιστικού, εξωτικού, τροπικού, παραισθησιογόνου thriller με αυθεντικά προσωπική ματιά. Κι ευτυχώς για μας είναι ένα ύφος που τα τελευταία χρόνια μας έχει δώσει υπέροχα δείγματα, είτε πρόκειται για την Λατινική Αμερική ενός Sin Nombre κι ενός Zama είτε για την Νοτιοανατολική Ασία ενός Tropical Malady ή ενός Manta Ray.

Στον Green Frontier, λοιπόν, το πράγμα πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την μάλλον περιοριστική και περιορισμένη οπτική γωνία του Mindhunter που βλέπει στα case studies του μια σειρά από εγκλήματα με κοινωνικές προεκτάσεις. Εδώ, στην ζούγκλα του Αμαζονίου, το focus της σειράς πέφτει πάνω στην δολοφονία του Άλλου υπό το συνεχές βλέμμα της Δύσης. Πάνω στην δολοφονία της ετερότητας ως υποκείμενο και ως περιβάλλον, ως habitus και ως habitat, δηλαδή ως κοινωνική οργάνωση και ως πεδίο ανάπτυξής της. Εκεί είναι που συναντιούνται οι τρεις κεντρικές πτυχές του Green Frontier: ο αγώνας για την επίλυση του μυστηρίου, ο αγώνας για την ανακάλυψη του πραγματικού εαυτού κι ο αγώνας ενάντια στην καταστροφή της ζωής. Αυτή η τριπλή καρδιά της σειράς αποκαλύπτει έτσι κι ένα ιστορικό όραμα, μια συνάντηση ιστορικής και προσωπικής μοίρας, ατομικού και συλλογικού τραύματος – κάτι που αποτελεί σταθερά μια συναρπαστική αφηγηματική οπτική, από τα χρόνια του Hiroshima Mon Amour μέχρι το σήμερα του remake του Suspiria. Αν η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθούμε να ξυπνήσουμε, τότε το Green Frontier ξέρει πως η αφήγηση των αποσιωπημένων ιστοριών των ανθρώπων που αντιστάθηκαν στον εφιάλτη (και) για λογαριασμό μας είναι ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της προσπάθειας. Αυτό το πνεύμα κι αυτή η αύρα της σειράς καθορίζεται και στιγματίζεται ανεξίτηλα από το πρώτο επεισόδιο που σκηνοθετεί εξαιρετικά ο ίδιος ο Guerra. Από εκεί κι έπειτα, τα υπόλοιπα επτά επεισόδια που σκηνοθετούν ο Jacques Toulemonde Vidal κι η Laura Mora Ortega πηγαίνουν σε πιο γνώριμα μονοπάτια κι επιδεικνύουν λιγότερο αποτελεσματικό έλεγχο του ρυθμού, των εικόνων και των συμβόλων. Σε κάθε περίπτωση όμως, η σειρά παραμένει πολύ καλή μέχρι το τέλος.

Αν κοιτάξουμε το Mindhunter και το Green Frontier από μια συγκεκριμένη σκοπιά, τότε βλέπουμε ότι αμφότερα χρησιμοποιούν το crime-thriller ύφος για να επεξεργαστούν θεματικά το λευκό και το μη-λευκό, το ίδιο και το άλλο, την σχέση της ταυτότητας και της εξουσίας με τον χώρο και τον χρόνο, από την Ατλάντα του ’70 μέχρι τον Αμαζόνιο του ’40. Κατά μία έννοια, κι οι δύο σειρές πετυχαίνουν τον σκοπό τους, αλλά ο σκοπός τους είναι αρκετά διαφορετικός στο εύρος και την ποιότητά του. Το Mindhunter φτάνει εν τέλει μέχρι στο να κάνει ένα liberal πατ-πατ στην λευκή ανδρική ενοχή που μπορεί να φτάσει μέχρι την αυτο-λύπηση. Από την άλλη, το Green Frontier κυνηγάει τον σκοπό του αργά, βαριά, υγρά, ποιητικά, αφαιρετικά, υπερβατικά – αλλά κι αιχμηρά, πετσοκοπτικά. Ανοίγοντας το οπτικό του πεδίο μέχρι όσο πάει, εξετάζει το ιστορικό βάρος της (λευκής και πατριαρχικής) καπιταλιστικής κυριαρχίας πάνω στον άνθρωπο και την φύση, χωρίς διδακτισμό και σηκωμένο δάχτυλο αλλά με πάθος και όραμα. Με έναν τρόπο, εν τέλει, που είναι σπάνια ορατός στην αμερικανική τηλεόραση, λέγοντας μια μικρο-ιστορία και μια μεγα-ιστορία που σπάνια απασχολεί την αμερικάνικη τηλεόραση, ψυχαγωγία, κουλτούρα. Το Mindhunter το είδαν πολλοί – και καλά έκαναν. Αλλά το Green Frontier πρέπει να το δουν περισσότεροι.

Best of internet