Αφήστε το Good Omens να σας κάνει ευτυχισμένους για έξι χαοτικές τηλεοπτικές ώρες

Με το δίδυμο David Tennant και Michael Sheen να μας δίνει το απόλυτο bromance της χρονιάς

Όταν μιλάμε για «χρυσή εποχή» της τηλεόρασης και του streaming, όπως συχνά κάνουν οι άνθρωποι που συζητάνε για σειρές και τέτοια ξέρετε εσείς τώρα, δεν αναφερόμαστε μόνο στο γεγονός ότι η εξατομικευμένη ψυχαγωγία έχει αλλάξει έντονα μέσα στην τρέχουσα δεκαετία, ότι η υψηλή τεχνολογία ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στην κατανάλωση pop κουλτούρας, ότι σε λίγο θα έχουμε παγκόσμιο εμφύλιο πόλεμο streaming πλατφορμών, ότι η βιομηχανία τηλεοπτικών σειρών θα φτάσει να καταπιεί το Hollywood κι ότι όλο και περισσότερα πολιτισμικά προϊόντα θα μας πωλούνται κατευθείαν από τους παραγωγούς τους με μοναδικό γνώμονα το fan service. Όλα αυτά βρίσκονται καθ’ οδόν, απ’ ό,τι φαίνεται, και μοιάζουν ταυτόχρονα με υγρό όνειρο και με δυστοπία – αυτή ακριβώς είναι η μαγκιά της φάσης. Εκτός αυτών, όμως, αυτή η ώριμη χρυσή εποχή έφερε μαζί της και μια στροφή στο περιεχόμενο των τηλεοπτικών σειρών, εισάγοντας μια άνθιση τηλεοπτικών genres που παραδοσιακά είτε λογίζονταν ως β’ διαλογής είτε απευθύνονταν σε ένα μικρότερο πλην αφοσιωμένο ακροατήριο. Μπορεί η horror, fantasy και sci-fi λογοτεχνία και κινηματογράφος να μετρούν έναν αιώνα παρουσίας στην δυτική μαζική κουλτούρα (περνώντας φυσικά από χίλια κύματα), αλλά οι τηλεοπτικές εκδοχές τους, εκτός κάποιων εμβληματικών franchise-εξαιρέσεων, δεν αποτελούσαν και το πιο ευπώλητο τηλεοπτικό προϊόν.

Φυσικά, εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον, το πεδίο της nerd κουλτούρας με τα genres-σφραγίδες του έχει γίνει το πιο πρόσφορο για την επικερδή πολιτισμική παραγωγή της εποχής μας, από τον υπερηρωικό υπερπληθυσμό της μικρής και της μεγάλης οθόνης (με Marvel και DC να δοκιμάζονται στο streaming ήδη καιρό τώρα) μέχρι την retro sci-fi νοσταλγία του Stranger Things και των μιμητών του, κι από τα prestigious τηλεοπτικά δράματα σαν το Westworld και το The Handmaid’s Tale μέχρι μαζικά τηλεοπτικά blockbuster φαινόμενα σαν το Game of Thrones – με πολλές στάσεις στο ενδιάμεσο και μ’ ακόμα περισσότερες νέες σειρές να περιμένουν στη γωνία. Στην πλειοψηφία τους, αυτές οι τηλεοπτικές παραγωγές βασίζονται σε ήδη υπάρχον υλικό από τον κόσμο των κόμιξ, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου, με το οποίο ένα σεβαστό κομμάτι του κοινού είναι ήδη εξοικειωμένο. Όπως και στη μεγάλη οθόνη, οι φιλόδοξες νέες ιδέες μοιάζει να μην βρίσκουν και τα πιο ευήκοα ώτα αυτόν τον καιρό. Ακόμα κι εντός αυτού του μπαράζ τηλεοπτικών και κινηματογραφικών μεταφορών, όμως, σχετικά σπάνια βλέπουμε μια παραγωγή να καταφέρνει να αποδώσει με πραγματικά έξυπνο και περιπετειώδη τρόπο ένα έργο που ανήκε σε διαφορετικό φορμάτ. Έχουμε δει πλήρως αποτυχημένες εκδοχές αυτής της δυναμικής (σαν τις τελευταίες σεζόν του Game of Thrones), έχουμε δει ικανοποιητικές αλλά μέτριες εκδοχές (σαν το πρόσφατο Catch-22), έχουμε δει και εντυπωσιακά ικανοποιητικές εκδοχές – όπως το Good Omens που κυκλοφόρησε αυτήν τη βδομάδα από την Amazon και το BBC.

Πρόκειται, βέβαια, για την μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος που έγραψαν μαζί ο Terry Pratchett κι ο Neil Gaiman, την οποία περιμέναμε πώς και πώς φέτος να φτάσει επιτέλους στις οθόνες μας. Το βιβλίο που περιγράφει την ιστορία ενός δαίμονα κι ενός αγγέλου, οι οποίοι προσπαθούν να αποτρέψουν τον ερχομό του Αντίχριστου και της Αποκάλυψης επειδή έχουν αγαπήσει τη ζωή στη γη μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1990 κι από τότε απέτυχε κάμποσες φορές να μεταφερθεί στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Αρχικά, το Good Omens ήταν ένα από τα πολλά καταραμένα κι ανεκπλήρωτα πρότζεκτ του Terry Gilliam, ο οποίος προσπάθησε να το κάνει ταινία στις αρχές των 00s με τον Johnny Depp και τον Robin Williams στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους. Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, το 2011, μαθεύτηκε ότι ένα άλλο μέλος των Monty Python, o Terry Jones, θα αναλάμβανε να μετατρέψει το Good Omens σε τηλεοπτική σειρά. Κι αφού έφαγε πιστόλι κι αυτό το πρότζεκτ με τη σειρά του, ο λατρεμένος Pratchett φεύγει πρόωρα από τη ζωή σε ηλικία 66 ετών το 2015, αφήνοντας στον διστακτικότατο Gaiman μια επιστολή όπου του ζητάει να αναλάβει εκείνος την τηλεοπτική μεταφορά του Good Omens. Όπως καταλαβαίνετε, ο Gaiman δεν είχε άλλη επιλογή παρά να το κάνει.

Όχι πως δεν το είχε ξανακάνει ο άνθρωπος, αφού ο Βρετανός συγγραφέας κάθε άλλο παρά άγνωστος ήταν στην τηλεοπτική και κινηματογραφική βιομηχανία. Δεν είναι μόνο ότι το μυθιστόρημά του Stardust μεταφέρθηκε από τον Matthew Vaughn στην μεγάλη οθόνη με τον ίδιο ως συμπαραγωγό, αλλά έχει ετοιμάσει επίσης μια τηλεοπτική για το BBC (Neverwhere) και έχει υπογράψει μεταξύ άλλων τα σενάρια μιας σειράς επεισοδίων των Doctor Who και Babylon 5. Και, φυσικά, τα τελευταία χρόνια ενεπλάκη στην τηλεοπτική μεταφορά του δικού του μυθιστορήματος American Gods, τόσο στην υπέροχη πρώτη σεζόν του όσο και στην θλιβερή δεύτερη. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, λοιπόν, ο Gaiman βρέθηκε σε μια σπάνια θέση, παρόλο που αρχικά δεν την ήθελε ιδιαίτερα: να έχει λίγο-πολύ όση παραπάνω δημιουργική ελευθερία γίνεται προκειμένου να μεταφέρει σε τηλεοπτικό φορμάτ ένα δικό του λογοτεχνικό έργο.

Η αλήθεια είναι πως μέσα στον ωκεανό βιβλίων και κόμιξ που ξεπαστρεύει η βιομηχανία της διασκέδασης κάθε χρόνο ελάχιστα πράγματα μοιάζουν με τη δουλειά του Gaiman και του Pratchett. Ελάχιστα πράγματα είναι τόσο έξυπνα κι απολαυστικά, με τόσο τρομερές δυνατότητες για αληθινά ποιοτική pop ψυχαγωγία. Ούτως ή άλλως, πρόκειται για δύο λαϊκούς συγγραφείς του φανταστικού πολύ μοναδικούς σ’ αυτό που κάνουν. Μπορεί ο Gaiman να παραμένει ένας superstar της nerd μυθοπλασίας (με το The Sandman να μη σταματά να ενθουσιάζει τους αναγνώστες) κι ο Pratchett να καθόρισε όσο λίγοι τα fantasy 80s με την δημιουργία του Discworld σύμπαντος, αλλά η σημασία τους δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στην επιτυχία της δουλειάς τους. Κατά μία έννοια, οι δύο αυτοί συγγραφείς αποτέλεσαν την πιο πετυχημένη κι ευπώλητη συμπύκνωση του μεταμοντέρνου πνεύματος στη λογοτεχνία του φανταστικού. Ήταν σίγουρα μακριά από την συντηρητική ρομαντική αφέλεια του Tolkien και του Lewis. Δεν έμοιαζαν να συμμερίζονται τον πολιτικοποιημένο αναθεωρητικό ριζοσπαστισμό του Moorcock. Ελάχιστα μοιάζουν με τον grimdark κυνισμό του Martin. Αντίθετα, αμφότεροι επέλεξαν έναν πλήρως παιχνιδιάρικο και meta δρόμο για το φανταστικό, προτείνοντας ένα νέο άναρχο πνεύμα fantasy μυθοπλασίας – ο Pratchett με όπλο την χαοτική κωμωδία κι ο Gaiman με όπλο την συνεχή υπαινικτικότητα, τα πυκνά references και το μεγαλειώδες ανακάτωμα των μυθολογιών.

Αυτό ακριβώς το άναρχο πνεύμα του βιβλίου είναι που διαφυλάσσει σαν κόρη οφθαλμού η τωρινή μίνι-σειρά του Good Omens, καταφέρνοντας να μείνει πιστή στο μυθιστόρημα με τρόπο όχι κειμενικό αλλά βαθύτερα αισθητικό, πνευματικό και συναισθηματικό. Το αποτέλεσμα είναι έξι ώρες γεμάτες ευφορία, χιούμορ, έμπνευση και παιχνίδι – ένας συνδυασμός εξαιρετικά απελευθερωτικός για τα συνήθη δεδομένα του κυρίαρχου mainstream τηλεοπτικού ύφους που μοιάζει να μην γνωρίζει τίποτα άλλο πέρα από το επιτηδευμένα σοβαροσκοτεινό και το συγκαταβατικά χαζοχαρούμενο. Και, δεδομένης της αποκαλυπτικής θεματολογίας του, το Good Omens μοιάζει να βγάζει περιπαικτικά την γλώσσα στην παλιά δήλωση του συγγραφέα Walter Benjamin που τις προηγούμενες μέρες έγινε viral για τους εντελώς ό,τι-να-‘ναι λόγους: «Η ανθρωπότητα βιώνει την ίδια της την καταστροφή σαν αισθητική απόλαυση». Αν, λοιπόν, πράγματι το Good Omens αισθητικοποιεί το Τέλος των Ημερών, το κάνει με έναν παράξενο αντιφατικό τρόπο που αποδεικνύεται ακαταμάχητος. Από την μία πλευρά, φέρνει στην επιφάνεια την ίδια την γελοιότητα που έχει κατά βάθος, στον πυρήνα της, η ιδέα της Αποκάλυψης σε έναν κατά τ’ άλλα απομαγεμένο κόσμο. Από την άλλη πλευρά, χλευάζει την προοπτική της καταστροφής με όπλο την βαθιά αγάπη μεταξύ ενός άγγελου κι ένα δαίμονα, στριμώχνοντας μέσα στο queer subtext αυτού του υπέροχου bromance όλη την δυνατότητα της ανθρωπότητας για απόλαυση κι αξιοπρέπεια – σα να βλέπουμε το Wings of Desire του Wim Wenders μέσα από τα μάτια μιας ταινίας Tenacious D.

Το τηλεοπτικό Good Omens είναι πνευματώδες, εύστροφο, πολύχρωμο, ευφορικό. Είναι χαοτικό αλλά με τρόπο συνεκτικό και σχεδόν καθησυχαστικό. Είναι άναρχο αλλά βγάζει νόημα. Μοιάζει να μην έχει κανόνες, αλλά να βρίσκεται σε σίγουρα χέρια. Από κάποιες πλευρές, φαντάζει πολύ παλιομοδίτικο, αλλά ταυτόχρονα δεν μοιάζει με τίποτα άλλο που έχουμε δει στην τηλεόραση. Κατά μία έννοια, πιάνει ένα νήμα που είχε λίγο-πολύ χαθεί στις fantasy τηλεοπτικές μυθοπλασίες της τελευταίας δεκαετίας, που είχε θαφτεί κάτω από την με-το-στανιό διακήρυξη ότι για να είναι κάτι σοβαρό και ώριμο πρέπει να είναι σκοτεινό και βίαιο. Είναι αυτό το νήμα σπιρτόζικης γραφής, ώριμης θεματικής επεξεργασίας και συναισθηματικής ειλικρίνειας που συνέδεε μεταξύ τους τις σειρές του Joss Whedon (από την Buffy και το Angel μέχρι το Firefly), που εμφανιζόταν σε αδικοχαμένες σειρές σαν το Carnivale και το Pushing Daisies, που ξεπροβάλει και σήμερα σε υποτιμημένες κωμωδίες σαν το The Good Place και το Miracle Workers. Κι όπως και στο American Gods, o Gaiman προτάσσει μια απολαυστική ενότητα των μύθων της ανθρώπινης ιστορίας που ξεκινάει από τους αρχαίους πολιτισμούς και φτάνει μέχρι την σύγχρονη μυθολογία της υπερ-τεχνολογικοποιημένης pop κουλτούρας.

Σε τελική ανάλυση, είναι εντυπωσιακότατο το γεγονός πως το Good Omens καταφέρνει να ισορροπήσει τόσο καλά πάνω στο ολισθηρό έδαφος της σαχλαμάρας με βάθος. Υπάρχει μια γελοιότητα που προκύπτει όταν κάτι φεύγει από τον έλεγχό σου, κι υπάρχει μια γελοιότητα με όραμα και συνοχή, μια σαχλαμάρα απελευθερωτική και ώριμη. Θα μπορούσαν να πάνε στραβά τόσα πολλά πράγματα, αλλά εν τέλει η μίνι-σειρά απλά μοιράζει απλόχερα ευφορία κι ευτυχία, από την απίστευτη χημεία μεταξύ David Tennant και Michael Sheen, γεμάτη αγάπη και κέφι, μέχρι το πιο μεγάλο και παρανοϊκό cold open στην ιστορία της τηλεόρασης, όπου ο άγγελος Aziraphale κι ο δαίμονας Crowley διασχίζουν 6000 χρόνια μέσα σε 28 λεπτά, ανατινάζοντας το ορυχείο του χρόνου προκειμένου να ξεθάψουν τον θησαυρό της πανέμορφα συντροφικής σχέσης τους. Και ξέρετε που καταλήγουν; Κατευθείαν στην καρδιά μας καταλήγουν.

Best of internet