To Game of Thrones έφυγε αφήνοντας πίσω του συντρίμμια, αλλά κι έναν καινούριο τηλεοπτικό κόσμο

Τι μένει, λοιπόν, μετά από σχεδόν μια δεκαετία φωτιάς και πάγου;

Δύο τραγωδίες υπάρχουν στη ζωή: η μία είναι να μην αποκτάς αυτό που θέλεις, κι η άλλη είναι να το αποκτάς. Αυτό δεν το λέω εγώ, το λέει ο Oscar Wilde. Και, ναι, ξεκινάμε κείμενο απολογισμού του φινάλε Game of Thrones με Oscar Wilde, οπότε αυτό με μιας σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον ότι ο ψηφιακός λιθοβολισμός θα ξεκινήσει ήδη από τώρα και δεύτερον ότι θα χρειαστεί να βουτήξουμε αρκετά βαθιά ώστε να συζητήσουμε ουσιαστικά το τι μας άφησε το Game of Thrones πέρα από την ατομική εντύπωση που συνοψίζεται σ’ ένα «μ’ άρεσε» ή «δε μ’ άρεσε». Πέρα από την πλάκα όμως – την φοβερή πλάκα επιτρέψτε μας να πούμε – έχω την εντύπωση ότι το να σου άρεσε ή να μη σου άρεσε το φινάλε δεν αρκεί εδώ πέρα. Πρώτα απ’ όλα, δεν αρκεί επειδή, ΟΚ, σε κανέναν δεν άρεσε πραγματικά αυτό το πράγμα. Κι έπειτα, όμως, γιατί κατά μία έννοια το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης προσδοκιών από το κλείσιμο της σειράς του ΗΒΟ ήταν ένα πεδίο ναρκοθετημένο. Θέλοντας και μη, όλοι κι όλες επιθυμούσαμε κάτι από αυτήν την ιστορία, αλλά αυτή η επιθυμία έμοιαζε καταδικασμένη να θαφτεί κάτω απ’ την φωτιά και τον πάγο. Πραγματικά, θα μπορούσε άραγε στ’ αλήθεια να ικανοποιήσει το κοινό του το Game of Thrones, όταν το κοινό του ήταν λίγο-πολύ η μισή ανθρωπότητα;

Από μια πλευρά, με είχε εξουθενώσει το Game of Thrones όσο πλησιάζαμε προς το φινάλε. Μου ήταν πλέον, για πρώτη φορά, εντελώς κουραστικό να το βλέπω, να διαβάζω και να συζητάω γι’ αυτό. Όσο πέρναγαν τα επεισόδια, ένιωθα την αγωνία για το τέλος της ιστορίας να δίνει τη θέση της σε μια παραίτηση από την σειρά – που ερχόταν σαν διαθλασμένος αντίκτυπος της αίσθησης παραίτησης που απέπνεε η ίδια η σειρά πλέον. Όλο αυτό, βέβαια, συχνά γινόταν ακόμα πιο στενάχωρο ή/και κουραστικό από το πολεμικό κλίμα συζήτησης γύρω από τον τελευταίο κύκλο του Game of Thrones στο ίντερνετ και στα στενά – ΟΚ, κυρίως στο ίντερνετ είναι η αλήθεια. Δεδομένου ότι το Game of Thrones ήταν ένα αληθινά παγκόσμιο πολιτισμικό event στο οποίο συμμετείχε μαζικά η ανθρωπότητα που έχει πρόσβαση στα ψηφιακά αγαθά του καπιταλισμού, πιθανώς το τελευταίο event του είδους του, τα πάθη γύρω από την σειρά συχνά βρίσκονταν σε έξαρση. Πραγματικά, ήταν δύσκολο να βρεις άλλο πολιτισμικό προϊόν για το οποίο οι άνθρωποι να ήταν τόσο πρόθυμοι να συζητήσουν παθιασμένα, υπερασπιζόμενοι τις δικές τους προτιμήσεις έναντι εκείνων της σειράς ή άλλων θεατών. Και καθώς η ποιότητα του Game of Thrones ήταν κατά γενική ομολογία φθίνουσα κατά τις τελευταίες 4 σεζόν, αυτό το πάθος έπαιρνε συχνά τη μορφή της γκρίνιας που μπλέκεται με έναν ιδιότυπο μαζικό φανατισμό.

Στον τελευταίο κύκλο, λοιπόν, όπου σχεδόν κανένας δεν έμοιαζε πια αληθινά ικανοποιημένος από την εξέλιξη της σειράς, η δημόσια σφαίρα συζήτησης γύρω από το GoT άρχισε να παίρνει όλο και πιο ξεκάθαρα τοξικά χαρακτηριστικά. Οι φίλοι της σειράς ένιωθαν όλο και πιο προδομένοι από την σειρά, η οποία πλέον τους έκλεβε ανοιχτά την απόλαυση. Οργισμένοι geeks έκαναν nitpicking επαγγελματικών προδιαγραφών ξεψαχνίζοντας τα ατοπήματα της σειράς μέχρι και στις λανθασμένες τακτικές μάχης της τελευταίας αναπληρωματικής άμυνας του Winterfell. Ορκισμένοι αναγνώστες των βιβλίων του George R.R. Martin σιχτιρίζουν τους David Benioff και D.B. Weiss για την κατακρεούργηση του λογοτεχνικού οράματος του συγγραφέα. Ιππότες της υψηλής κουλτούρας χαιρετίζουν μνησίκακα την εξέλιξη της κατάστασης, απολαμβάνοντας τις τελευταίες στιγμές όπου μπορούν ακόμα να αντλούν απόλαυση από το γεγονός ότι δηλώνουν περήφανα πως «δεν βλέπουν Game of Thrones».

Πριν προχωρήσουμε, ας ξεκαθαρίσω κι εγώ εν συντομία την θέση από την οποία μιλάω μέσα σ’ αυτό το θέατρο αλληλοεπιτήρησης όπου μας οδήγησε το φινάλε της σειράς. Ξεκίνησα να βλέπω Game of Thrones το 2011, χωρίς να έχω διαβάσει το A Song of Ice & Fire, γνωρίζοντας δευτερογενώς την σημασία του στην εξέλιξη της μυθοπλασίας του φανταστικού κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Πίσω στο 2011, λοιπόν, η χρυσή εποχή της αμερικάνικης τηλεόρασης ήταν ήδη σε μια πολύ ώριμη φάση. Η Peak TV, όπως ονομάστηκε, είχε συνδεθεί αμετάκλητα με τις παραγωγές του HBO κι οι σειρές-ναυαρχίδες του πρώτου κύματος είχαν ήδη ολοκληρωθεί. Τα Oz, Sopranos, Wire, Six Feet Under και Lost είχαν τελειώσει, ενώ σειρές σαν το Mad Men και Breaking Bad βρίσκονταν ήδη στα μισά τους έχοντας καθιερωθεί στη συνείδηση του κοινού, με την μεγάλη έφοδο του streaming να βρίσκεται μόλις στη γωνία και να περιμένει να ξεσπάσει με το House of Cards στο Netflix το 2013. Τότε, λοιπόν, ξεκίνησα να βλέπω Game of Thrones βδομάδα με βδομάδα, τόρεντ με τόρεντ, επεισόδιο με επεισόδιο. Όπως κι όλοι υπόλοιποι, φυσικά, εθίστηκα στη σειρά, κυρίως γιατί ήταν καλογραμμένη, καλογυρισμένη, καλοπαιγμένη σε έναν βαθμό σπάνιο για τα τηλεοπτικά δεδομένα.

Για να μην φλυαρώ, έβλεπα φανατικά τη σειρά από το 2011 μέχρι την περασμένη Δευτέρα, αναγνωρίζοντας πως είναι ένα από τα πιο καλοφτιαγμένα και εθιστικά πράγματα που έχουν συμβεί στην μαζική τηλεόραση, επενδύοντας συναισθηματικά στο δράμα των χαρακτήρων, περιμένοντας με κάποιον τρόπο να πάει κάπου όλο αυτό το πράγμα. Σ’ αυτήν την σχέση, όμως, υπήρχαν δύο αστερίσκοι. Ο πρώτος είναι αυτονόητος: απ’ όταν ξεπέρασε τα βιβλία, η σειρά άρχισε να πέφτει δραματικά σε ποιότητα με βάση τα στάνταρ που είχε θέση η ίδια στον εαυτό της. Ο δεύτερος είναι ο εξής: όσο απολαυστικό κι αν ήταν το Game of Thrones, δεν ήταν κατ’ εμέ ένα πραγματικά αξιόλογο τηλεοπτικό έργο τέχνης. Ήταν ένα έργο τέχνης με πολλά προβλήματα, πολλές αδυναμίες, πολλά αδιέξοδα. Θεωρώ πως το Game of Thrones ήταν η πιο σημαντική σειρά της εποχής μας, αλλά, με κυριολεκτικούς όρους, ήταν αρκετά υπερτιμημένη. Αυτό, βέβαια, δεν το λέω από τη σκοπιά της αφ’ υψηλού περιφρόνησης της «χαμηλής» μαζικής κουλτούρας. Ούτε καν. Για παράδειγμα, ήδη δύο από τις αγαπημένες μου ταινίες της χρονιάς είναι το Avengers: Endgame και το John Wick 3. Δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα, μάλλον, είναι στο τι έφερε μαζί του και τι άφησε πίσω του το Game of Thrones ως μεγάλο πολιτισμικό συμβάν.

Τι έφερε το Game of Thrones;

Είναι δύσκολο πράγμα να αποτιμήσεις συνολικά το Game of Thrones. Στ’ αλήθεια είναι δύσκολο. Είναι σα να μιλάς για το ίδιο το πνεύμα της εποχής σου μέσα στην ιστορική του εξέλιξη. Έχουν περάσει οχτώ χρόνια από την πρεμιέρα της σειράς του HBO, κι ήταν οχτώ χρόνια ιδιαιτέρως καθοριστικά σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο για την συντριπτική πλειοψηφία των θεατών του. Και μόνο αν σκεφτείτε πόσοι από εμάς βρισκόμασταν στη δεκαετία των 20 τότε και στη δεκαετία των 30 τώρα- βασικά μην το σκεφτείτε καν, δεν είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο κόσμος της pop κουλτούρας μοιάζει αρκετά διαφορετικός από αυτόν του 2011. Σκεφτείτε μόνο πως το Facebook έγινε το πιο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης μόλις το 2009, ενώ η λέξη streaming ήταν ακόμα άγνωστη για την μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Αντίστοιχα, η τηλεοπτική εμπειρία του ευρέως ελληνικού κοινού πολύ σπάνια ξεπερνούσε τις αμερικάνικες σειρές που έφταναν στην ελληνική τηλεόραση, κι επομένως η τριβή του κόσμου με τέτοιου είδους αφήγηση σε τηλεοπτικό μέσο ήταν ακόμα αρκετά μικρή. Κατά μία έννοια, το Game of Thrones, μαζί με το Lost και το Breaking Bad, ήταν η σειρά που έμαθε σε ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη να βλέπει αμερικάνικη τηλεόραση. Κι αυτό στην πράξη σημαίνει ότι, μέχρι ενός σημείου φυσικά, του έμαθε πώς να καταναλώνει και να αφομοιώνει φιλόδοξες ιστορίες μυθοπλασίας μεγάλης διάρκειας. Δε μπορούμε να το πούμε με πιο απλά λόγια: ήταν πολύ σημαντικό το Game of Thrones.

Κατά τις πρώτες του σεζόν, το Game of Thrones χαιρετίστηκε ως μια αληθινά ρηξικέλευθη σειρά. Για την ακρίβεια, θεωρήθηκε ότι έσπασε όλους τους κανόνες της συμβατικής τηλεοπτικής αφήγησης. ΟΚ, προφανώς και δεν έκανε κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι η αμερικάνικη τηλεοπτική ιστορία ήταν γεμάτη από ρηξικέλευθα αριστουργήματα που πειραματίστηκαν βαθιά με το μέσο, αλλά εδραιώθηκε μαζικά στη συνείδηση του κόσμου ότι το Game of Thrones ήταν κάτι που έσπασε τους κανόνες. Μπορεί, λοιπόν, να μην ήταν πραγματικά όσο ριζοσπαστικό του καταλογίζεται συχνά, όμως υπήρξε κάτι μοναδικό όταν έσκασε μύτη στις οθόνες μας. Ουσιαστικά, το πραγματικά καινοτόμο κομμάτι του Game of Thrones είναι ότι καμία άλλη παραγωγή με τόσο μεγάλο production value και τόσο γιγάντια δημοτικότητα δεν διάλεξε τόσο non-safe δρόμο στη μεταχείριση των κεντρικών της χαρακτήρων. Και για να γίνουμε πιο σαφείς, ήταν η πρώτη σειρά τέτοιου μεγέθους που ανέτρεψε έναν στοιχειώδη κανόνα της mainstream μυθοπλασίας της μαζικής κουλτούρας: ότι οι βασικοί χαρακτήρες δεν πεθαίνουν (συμπλήρωση: γιατί οι ηθοποιοί που τους υποδύονται έχουν συμβόλαια). Ε, το Game of Thrones έσπασε αυτόν κανόνα ξανά και ξανά. Και ξανά. Και ξανά.

Ένα βασικό ερώτημα εκ των υστέρων, κοιτώντας πλέον προς τα πίσω όλη τη σειρά, δεν είναι τόσο αν το Game of Thrones έπεσε σε ποιότητα. Έπεσε, it is known. Το ερώτημα που με ενδιαφέρει, λοιπόν, είναι: ήταν το Game of Thrones τελικά αυτό που νομίζαμε ότι είναι; Ήταν μια σειρά γενναία που άλλαζε τους κανόνες του παιχνιδιού; Ήταν μια σειρά ρηξικέλευθη που ήταν challenging προς τους θεατές της; Ήταν, εν τέλει, κάτι που προδόθηκε; Μετά την απογοητευτική 8η σεζόν, είναι πια η ίδια σειρά με μια κακή κατάληξη ή είδαμε μια τελείως διαφορετική σειρά στο τέλος; Αν είχαμε προδοσία, ήταν προδοσία στην ποιότητα ή προδοσία στο πνεύμα; Αυτά είναι μερικά σκληρά, σκληρά ερωτήματα που δυστυχώς για όλους μας θα επιχειρήσουμε να επεξεργαστούμε παρακάτω, φίλες και φίλοι.

Το Game of Thrones μας προσέφερε μερικά υπέροχες στιγμές μοναδικής τηλεοπτικής απόλαυσης, ενίοτε έκστασης και κάπου-κάπου γηπεδικού πανηγυρισμού. Παρόλα αυτά, η βαθύτερη λογική του έργου του George R.R. Martin και της τηλεοπτικής του μεταφοράς (στην οποία, ας μην ξεχνάμε, παρέμεινε executive producer μέχρι το τέλος) περιέχει κάποια συνεκτικά στοιχεία που μας εκπαίδευσαν σε έναν συγκεκριμένο τύπο κατανάλωσης μυθοπλασίας. Εδώ και μια δεκαετία σχεδόν, ο κυνικός, χειριστικός, σαδιστικός πυρήνας της μεταχείρισης των χαρακτήρων (και του κοινού) δημιούργησε ένα νήμα από torture porn που διαπέρασε όλους τους κύκλους τους Game of Thrones, από τους πιο καλοφτιαγμένους μέχρι τους πιο άμπαλους. Οι συνεχείς θάνατοι κεντρικών ή λατρεμένων χαρακτήρων (Ned, Robb, Oberyn, Hodor και κάμποσοι άλλοι fan favorites) κι όλο το περιβάλλον σεξ και βίας έμοιαζε με μια απελευθερωτική επιλογή, σαν αντίδραση στην clean and cut ευπρέπεια που μας είχε επιβάλει η mainstream αμερικάνικη τηλεόραση. Παράλληλα, όμως, αισθητικοποιώντας τον κυνισμό και την μισανθρωπία, το Game of Thrones μας εκπαίδευε στην αφηγηματική αναισθησία την οποία επιδείκνυαν πρωτίστως οι ίδιοι οι δημιουργοί προς την ιστορία που αφηγούνταν. Το Game of Thrones φετιχοποίησε το σοκ, την βία, το σεξ και τον θάνατο, απομακρύνοντάς τα όλο και περισσότερο από την εξυπηρέτηση της ιστορίας και αυτονομώντας τα πλέον ως αξίες που πρέπει να έχει μια «σοβαρή» σειρά. Κι όλο αυτό σταδιακά κατέληξε μάλλον στην πριμοδότητηση ενός edgy μανιερισμού εκεί που νομίζαμε ότι υπάρχει αφηγηματική γενναιότητα.

Αν το Game of Thrones είχε κατά τις πρώτες του σεζόν μια αυθεντική δυνατότητα για πρόκληση σοκ, τότε αυτήν σταδιακά την εξόφλησε – ειδικά απ’ όταν η ιστορία πέρασε εξολοκλήρου στα χέρια των D&D, οι οποίοι μάλλον έβρισκαν ότι το νόημα της ιστορίας βρίσκεται πρωτίστως στο shock factor. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι μας εκπαίδευσε σε μια κυνική οικονομία του θανάτου κι έπειτα άλλαξε τους κανόνες σχετικά με το ποιος επιτρέπεται να πεθάνει και ποιος όχι. Παλαντζάροντας ανάμεσα στο κυνικά μηδενιστικό grimdark (που έλεγε ότι ωριμότητα σημαίνει σκοτάδι κι ότι όλοι προδίδουν στο τέλος) και το αφελές ρομαντικό hopepunk (που υποσχόταν κάτι διαφορετικό για τους χαρακτήρες που αγαπούσε περισσότερο το κοινό), το Game of Thrones σταδιακά έφτιαξε μια ιδιότυπη, αντιφατική μορφή fan service. Από τη μία πλευρά, σου έδινε θάνατο με το στανιό. Από την άλλη πλευρά, αυτός ο θάνατος πλησίαζε όλο και λιγότερο τους fan favorites. Καθώς φτάναμε σιγά σιγά προς το τέλος, αυτές οι δύο πλευρές του fan service του GoT έμοιαζαν πια ασυμφιλίωτες, κι έτσι απομακρυνόμασταν όλο και περισσότερο από ένα φινάλε που θα μπορούσε απ’ αυτήν την σκοπιά να ικανοποιήσει το κοινό. Η σειρά έγινε δέσμια της ίδιας της αντίφασής της. Ένα happy ending θα απογοήτευε το κοινό. Ένα unhappy ending πάλι θα απογοήτευε το κοινό. Το συνεκτικό στοιχείο είναι ένα: καμιά προσδοκία απ’ όλες αυτές που χτίζονταν εδώ και μια δεκαετία δεν είχε νόημα.

Κοιτώντας προς τα πίσω, μπορεί κανείς πράγματι να καταλήξει ότι όλα αυτά δεν είχαν καμία σημασία. Δεν θα αναφέρουμε καν συγκεκριμένα arcs που δεν κατέληξαν πουθενά, set-ups που παρατήθηκαν στη μοίρα τους, developments που τελικά αποτελούσαν αντιπερισπασμό. Κάποια από αυτά μπορεί να επιλυθούν στα βιβλία, όπως άφησε να εννοηθεί ο GRRM, κάποια όχι. Συνολικά, όμως, ο τρόπος που η σειρά μας καλούσε να επενδύσουμε στο δράμα της αποδείχτηκε χειριστικός. Δεν είναι ότι ανατράπηκαν οι προσδοκίες μας, είναι ότι εν τέλει αποδείχτηκαν ασήμαντες. Όλα αυτά στα οποία επενδύσαμε δεν έπαιξαν τελικά κανέναν σημαντικό ρόλο. Αυτή η διαπίστωση είναι ίσως η πιο σκληρή αλλά κι η πιο βαθιά μέσα στη λογική του GoT: στη μεγάλη εικόνα των πραγμάτων, εκεί όπου η δράση των ανθρώπων συναντιέται με τις δυνάμεις της ιστορίας και την θέληση των θεών, όλα είναι εν τέλει μάταια. Κι αυτό, δυστυχώς, δεν διορθώνεται. Είναι χειριστική αφήγηση, με πλήρη συναίσθηση της χειριστικότητάς της. Ας μην μας ξεγελάει το γεγονός ότι αυτό παρουσιάζει συνοχή προς τον εαυτό του μέσα στο πνεύμα της σειράς. Η ιστορία, σε τελική ανάλυση, ανήκει στον George R.R. Martin, κι ο George R.R. Martin δεν είναι μέσα στην λογική της ιστορίας. Είναι από πάνω της. Είναι ο Θεός-Συγγραφέας, κι εδώ αποδείχτηκε εξόχως αναίσθητος και σκληρός.

Το Game of Thrones και το υλικό στο οποίο βασίστηκε βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της κριτικής στον αφελή, οπτιμιστικό, ιδεαλιστικό, ανθρωπισμό του Lords of the Rings, αναγνωρίζοντας παράλληλα το τεράστιο χρέος τους προς τον Tolkien. Παρόλα αυτά, αξίζει να αναρωτηθούμε: με τι ακριβώς τον αντάλλαξαν αυτόν τον αφελή ανθρωπισμό; Σ’ ένα πρώιμο σημείο της σειράς, έμοιαζε σα να κλείνει το μάτι προς μια υλιστικά κοινωνιολογική αντίληψη της αφήγησης, εστιάζοντας στην σχέση των ανθρώπινων ιστοριών με τους θεσμούς της κοινωνίας της. Όσο περνούσαν τα χρόνια όμως, μου γινόταν προσωπικά όλο και πιο σαφές πως το Game of Thrones στόχευε περισσότερο σε μια απλή αντιστροφή. Στη θέση του αφελούς, ηθικίστικου ανθρωπισμού τοποθέτησε εν τέλει έναν εξίσου αφελή, ψυχρό κυνισμό. Ο κυνισμός αυτός, αντιδρώντας δικαιολογημένα στα ευγενή ιδεώδη του fantasy παρελθόντος, διεκδίκησε για τον εαυτό του έναν «σκοτεινό» και «σοβαρό» χαρακτήρα (όπως κάμποσες ακόμα σειρές και ταινίες της εποχής μας) χρησιμοποιώντας τον πόνο σαν ένα φτηνό κι επιφανειακό σύμβολο για το βάθος, με τρόπο σε τελική ανάλυση πορνογραφικό ή ηδονοβλεπτικό. Αν είχαμε εδώ (ακόμα) περισσότερο χώρο για να επεκταθούμε σ’ αυτό, θα προσθέταμε ότι θα είχε ένα επιπλέον ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτήν την δυναμική του Game of Thrones με τον τρόπο που ο μεγάλος Michael Moorcock αποδόμησε στα 70s τους πατριάρχες του φανταστικού (Tolkien και C. S. Lewis), εντοπίζοντας στην ίδια την γραφή και την μυθοπλασία τους ένα είδος κυνικού και μισανθρωπικού escapism που εν τέλει θέλει να εφησυχάσει κι όχι να προκαλέσει.

Απ’ αυτήν την σκοπιά, θα υποστηρίξουμε αυτό που σε πολλούς fans μοιάζει προκλητικό: ότι η 8η σεζόν του Game of Thrones, παρότι σίγουρα κακοφτιαγμένη σε ακραίο βαθμό, είναι εν τέλει πιστή στο πνεύμα της σειράς. Ακόμα κι αν αποδείχτηκε ασυνεπής προς πολλούς μεμονωμένους χαρακτήρες, αποδείχτηκε συνεπής ως προς την σκληρότητα και τον χειρισμό του κοινού. Παρόλα αυτά, θα ήμασταν τρόμπες αν δεν αναγνωρίζαμε ότι η ποιότητα έπεσε δραματικά στον 8ο κύκλο, ακόμα και με τα αρκετά χαμηλωμένα στάνταρ των σεζόν 5, 6 και 7. Σε πολλές περιπτώσεις, έμοιαζε σαν η ιστορία να φεύγει εντελώς από τον έλεγχο του HBO κι η σειρά κατέληγε μια γιγάντια μεγα-μηχανή που απλά αδυνατεί να λειτουργήσει στοιχειωδώς σωστά. Για πολύ κόσμο, το Game of Thrones πέρασε από το σημείο που δεν υπάρχει επιστροφή, καθιστώντας οριακά αδύνατο το να το απολαύσεις. Ή, τουλάχιστον, η μόνη απόλαυση που αντλούσες ήταν κράζοντάς το. Για κάποιους, καταστράφηκε αναδρομικά όλη η τηλεοπτική εμπειρία της σειράς μέχρι τώρα. Κάποιοι άλλοι θα κρατάνε πάντα στην καρδιά τους το παλιό Game of Thrones, το ορθόδοξο. Σε πολλούς, πάντως, ξύπνησαν μνήμες Lost. Όχι γιατί το φινάλε ήταν απογοητευτικό έτσι νέτα σκέτα. Αυτά συμβαίνουν, μέσα στη ζωή είναι. Ξύπνησαν μνήμες Lost γιατί αυτή ήταν η τελευταία φορά που μια σειρά αναγκάστηκε να παίξει τόσο μεγάλο κρυφτούλι με τους fans της, όντας εγκλωβισμένη ανάμεσα στο fan service και το shock factor, κυνηγώντας άλλοτε τον μέσο όρο κι άλλοτε τον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή του κοινού, διατηρώντας μια καθ’ όλα τοξική και χειριστική σχέση μαζί του. Κάνε στην άκρη, λοιπόν, Lost: το πιο απογοητευτικό φινάλε ανήκει σε άλλη σειρά πλέον.

Τι έκανε το φινάλε;

Αν θέλουμε να είμαστε λακωνικοί, κάτι που ελάχιστα έχουμε υπάρξει μέχρι τώρα, θα λέγαμε ότι το φινάλε του Game of Thrones ήταν ένα ανίερο μείγμα. Είχε τραγική κάθαρση με φιλοδοξίες αρχαίου ή σαιξπηρικού δράματος αλλά είχε και happy ending που θα άρμοζε περισσότερο σε sitcom, δεμένα μεταξύ σε διπλό αντιφατικό κόμπο με τις κορδέλες του ταυτόχρονης ικανοποίησης και διάψευσης των προσδοκιών του κοινού. Τέτοια ζογκλερικά πολύ καιρό είχαμε να δούμε – και περνάμε κάθε μέρα από το φανάρι του Χίλτον [/ba-dum-tsss]. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, η 8η σεζόν είχε συνολικά μια ενδιαφέρουσα αντίληψη για το ζήτημα της διαπάλης στον κόσμο του Game of Thrones. Ξεκινάει με την μάχη ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μη-ανθρώπινο (Others στο Winterfell), συνεχίζει με τον αγώνα για εξουσία ανάμεσα στους ανθρώπους (Lannisters εναντίον Daenerys και Stark) και καταλήγει με τον βασανιστικό αγώνα εντός του στρατοπέδου των «καλών», τόσο μέσα κι ανάμεσα στην Dany και τον Jon, όσο και συνολικά μεταξύ των τελικών νικητών του παιχνιδιού των θρόνων. Ήταν όλο αυτό μια καλοφτιαγμένη αφήγηση; Όχι, σε καμία περίπτωση. Δεν θα πρωτοτυπήσουμε: η μεταστροφή της Daenerys σε Mad Queen ήταν ένα από τα πιο προχειρογραμμένα, κακοστημένα, απογοητευτικά και στερεοτυπικά πράγματα που έχουμε δει τελευταία στην τηλεόραση, όντας μάλλον βασισμένο σε μια φτωχή ανδρική φαντασίωση για το πώς μοιάζει μια γυναίκα σε θέση εξουσίας, βάζοντας ήδη από το σημείο μηδέν το προσωπικό συμφέρον και το συναίσθημα πάνω από το κοινό καλό. Προφανέστατα, αυτή η εξέλιξη, δηλαδή ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ξετυλίχθηκε στην οθόνη, δέχτηκε πολλή κι αμείλικτη κριτική – και πολύ καλώς έκανε και την δέχτηκε.

Αν για κάτι μπορούμε να είμαστε σίγουροι, λοιπόν, είναι ότι ο George R.R. Martin θα μπορέσει να γράψει καλύτερα το arc της Dany σε σχέση με τους D&D. Από την άλλη, θα ήταν μάλλον επιφανειακό να πούμε ότι αυτό το φινάλε που είδαμε προδίδει το πνεύμα του GRRM. Όχι μόνο γιατί, εν τέλει, αυτή είναι η ιστορία που ήθελε να διηγηθεί – κι άρα ένα μέρος του επιβιώνει ακόμα και μέσα από το γράψιμο των D&D. Αν έχει νόημα να εντοπίσουμε κάτι που πράγματι άλλαξε μέσα στο storytelling του Game of Thrones, χωρίς όμως να διαταράσσει τον κυνικό πυρήνα του, είναι η σταδιακή στροφή από την (ενίοτε άτσαλα) μακρο-ιστορική, θεσμική αντίληψη της αφήγησης (εκεί όπου κανένας χαρακτήρας δεν είναι πιο σημαντικός από την ίδια την κίνηση της ιστορίας) προς την ψυχολογική διερεύνηση των ηρώων και των ηρωίδων της. Και τα έκανε σκατά, φυσικά, αποτυγχάνοντας και δείχνοντας τραγική αδυναμία κατανόησης της ανθρώπινης πολυπλοκότητας στο μοριακό επίπεδο. Προφανώς, στην Dany και τον Jon αυτό το πράγμα έκανε μπαμ κατά τον πιο cringeworthy τρόπο που θα μπορούσε. Και, ΟΚ, στην συζήτηση του τελευταίου επεισοδίου με τον προβληματισμό γύρω από την αγάπη και το καθήκον σχεδόν δε μπορούσαμε να κοιτάξουμε την οθόνη από ετεροντροπή.

Η αλήθεια είναι πως, παρά την διαμαρτυρία των βιαστικών γονέων που είχαν βαφτίσει τα παιδιά τους Dany, καμιά τέτοια ανατροπή δεν είναι άκυρη επί της αρχής. Είναι θέμα συνολικού framing ενός χαρακτήρας, όχι μόνο σεναρίου με την στενή έννοια. Το Veep, πχ, το πέτυχε πολύ καλά – όπως έχει γραφτεί ήδη πετυχημένα. Θα μπορούσε η ίδια πλοκή να έχει μια διαφορετική λειτουργία για την Daenerys αν δεν υπέκυπτε σε τέτοια στερεοτυπική και βιαστική χειριστικότητα προκειμένου να ταΐσει κι άλλο grimdark στον λαό. Το ίδιο ισχύει και για κάμποσες ακόμα αφηγηματικές επιλογές του φινάλε. Θα μπορούσαν, με διαφορετικό framing και διαφορετική αφηγηματική φιλοσοφία, να αποτελέσουν πειστικά ταξίδια για τους χαρακτήρες της σειράς – όχι απαραίτητα εκείνα τα ταξίδια που θα ήθελε να δει το κοινό, αλλά εκείνα που θα απελευθέρωναν πλήρως την κρυμμένη δύναμη κι ένταση της ιστορίας. Ένα απλό παράδειγμα από το παρελθόν του Game of Thrones είναι το εξής. Εμένα ο αγαπημένος μου χαρακτήρας ήταν ο Stannis. Ο Stannis είχε κακή κατάληξη και βγήκε απ’ το παιχνίδι στην 5η σεζόν – ατιμασμένος, άκαμπτος, αποστερημένος από την ανθρωπινότητά του, καταδικασμένος από τον εγκληματικό συνδυασμό της διεστραμμένης αντίληψης του καθήκοντος και της self-righteous επιθυμίας για εξουσίας. Ναι, δεν πήγε καλά το πράγμα, αλλά ήταν ένα ικανοποιητικό arc με τρόπο που ξεπερνούσε κατ’ εμέ την κατά τ’ άλλα επιφανειακή σκληρότητα στην οποία είχε ήδη εκπέσει το GoT. Κι ακόμα κι αν κάτι μπάζει από παντού σεναριακά, ενδέχεται να λειτουργεί ικανοποιητικά με έναν βαθύτερο τρόπο. Για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο ο Jon Snow καταλήγει στο τείχος είναι αστείος από πλευράς γραψίματος. Παρόλα αυτά, το framing της τελευταίας σκηνής την κάνει να βγάζει νόημα με έναν βαθύτερο τρόπο, μιλώντας στην αλήθεια του χαρακτήρα. Αντίστοιχα, τέλος, παρότι η κατάληξη της Daenerys ήταν απαίσια γραμμένη, ο συμβολισμός του Drogon που θρηνεί την μητέρα του, λιώνει τον θρόνο και την παίρνει μαζί του καθώς χάνεται στον ορίζοντα ήταν πολύ ισχυρός, ακόμα κι αν γινόταν μελοδραματικός.

Δεν θα μπούμε εις βάθος στις τρύπες της αφήγησης του φινάλε, εν μέρει γιατί ψιλοβαριόμαστε να το κάνουμε αλλά κυρίως γιατί το ίντερνετ το έχει κάνει ήδη εξαντλητικά. Δεν μπορούμε, όμως, να μην σημειώσουμε το εξής: ότι το nitpicking και το κυνήγι των plotholes του φινάλε, παρότι αφορά υπαρκτά λάθη στο σενάριο, περισσότερο συσκοτίζει παρά ξεκαθαρίζει τον χαρακτήρα του φινάλε της ιστορίας που αφηγήθηκε το Game of Thrones. Ο λόγος είναι ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφήνει τελείως εκτός συζήτησης την βαθύτερη φιλοσοφία της σειράς όπως εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια κι η οποία κατέστησε δυνατή την ύπαρξη ενός τέτοιου φινάλε. Θα μπορούσε να υπάρχει μια πιο καλογραμμένη εκδοχή του; Σίγουρα ναι. Θα ήταν κάτι ριζικά διαφορετικό ως προς τον πυρήνα της ιστορίας; Μάλλον όχι. Αυτό που υποστηρίζω εδώ είναι ότι η συνολική συνοχή της σειράς είναι μεγαλύτερη απ’ όσο φαίνεται επιφανειακά λόγω της αμπαλίασης των τελευταίων κύκλων. Αν ο Martin έγραφε αυτά τα επεισόδια, κάτι που έχει κάνει στο παρελθόν έτσι κι αλλιώς, θα τα έγραφε καλύτερα. Αυτό που δεν θα άλλαζε, όμως, θα ήταν η κυνική αντίληψη την οποία προσπαθήσαμε να περιγράψουμε παραπάνω. Ο τρόπος με τον οποίο το Game of Thrones μας παρουσίασε τους «γκρίζους» χαρακτήρες του δεν ήταν μια πειστική θεματική επεξεργασία του χώρου ανάμεσα στον hero και τον villain με σκοπό να τον ξεπεράσει σε μια ανώτερη αφηγηματική σύνθεση. Αν έμοιαζε με κάτι, αυτό ήταν περισσότερο μια εφηβικού τύπου θυμοσοφία που λέει ότι «όλοι είναι σκατά», μια edgy μοιρολατρία. Όταν αγαπάς μια σειρά όμως – κι εμείς την αγαπήσαμε αυτήν την σειρά – τότε συνεχίζεις να περιμένεις πράγματα από αυτήν, ακόμα κι αν όλα τα σημάδια σου λένε το αντίθετο.

Υπήρχαν πολλοί τρόποι, λοιπόν, να απογοητευτείς από το φινάλε του Game of Thrones. Αν έβλεπες με ηθική ματιά τη σειρά, όπως κάνει ενστικτωδώς η πλειοψηφία των τηλεθεατών, υποστηρίζοντας τον χαρακτήρα που θεωρείς «καλύτερο» ώστε να βρεθεί στην καλύτερη δυνατή θέση κατά το φινάλε, τότε σίγουρα η κατάληξη της ιστορίας θα σε απογοήτευσε τραγικά. Αν έβλεπες τη σειρά από μια πολιτική σκοπιά, περιμένοντας μια λύση του δράματος που θα έφερνε στον κόσμο της ιστορίας μια αληθινή κοινωνική αλλαγή σαν αυτή που υπαινίχθηκε συχνά το Game of Thrones, τότε επίσης θα απογοητεύτηκες οικτρά. Αν έβλεπες τη σειρά ως geek του Game of Thrones, αναζητώντας στην εξέλιξη της ιστορίας εκείνα τα στοιχεία που πρωτίστως βγάζουν νόημα με λογικό τρόπο εντός του fictional κόσμου που έχει εγκαθιδρύσει η ίδια η σειρά, τότε σίγουρα απογοητεύτηκες από την διάτρητη πλέον αφηγηματική συνοχή του φινάλε. Φυσικά, κι οι τρεις αυτές οπτικές γωνίες έχουν στοιχεία αλήθειας στον τρόπο που διάβασαν το φινάλε του Game of Thrones. Σε κάθε περίπτωση, όμως, μια οπτική αφήγηση, μια τηλεοπτική μυθοπλασία σαν το Game of Thrones, δεν είναι ποτέ απλώς ηθοπλασία, ιδεολογία ή κλειστό λογικό σύστημα. Είναι κάτι που τα περιέχει αλλά δεν μπορεί να αναχθεί σ’ αυτά, κάτι που τα ξεπερνάει κατακτώντας μια σχετική αυτονομία σε επίπεδο μυθολογίας. Κι αν, όπως έλεγε ο Roland Barthes που ανέλυσε υπέροχα την λειτουργία του μύθου στις μοντέρνες καπιταλιστικές κοινωνίες, μια μυθολογία έχει σαν ρόλο να φυσικοποιήσει την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, τότε έχει επίσης και την δυνατότητα να αποκλίνει από την πραγματικότητα με έναν τρόπο ανεξέλεγκτο κι ενίοτε απελευθερωτικό. Αυτό, όμως, αφορά πρωτίστως τα πράγματα που ζητάει το κοινό από μια μυθοπλασία…

Και το κοινό τι λέει για όλα αυτά;

Απαιτώντας από την σειρά να μας ικανοποιήσει με άμεσο κι αδιαμεσολάβητο τρόπο, να κάνει δηλαδή αυτό που θέλουμε εμείς, τότε (ακόμα κι ασυνείδητα) ζητάμε από την μυθοπλασία να μας ικανοποιήσει σε ένα επίπεδο προτίμησης συναισθηματικής, ηθικής, πολιτικής – κλείνοντας έτσι την μυθοπλασία στον μικρόκοσμο του εαυτού, του συμφέροντος. Ένα καλό ερώτημα, λοιπόν, είναι τι σημαίνει για μας ικανοποίηση από την ολοκλήρωση μιας σειράς. Το (ρητό ή υπόρρητο) αίτημα για άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών μας συχνά κρύβει από πίσω μια εντελώς κυριολεκτική ανάγνωση της μυθοπλασίας, σαν να πρόκειται για μια 1-προς-1 αναλογία προς την πραγματικότητα. Και μια τέτοια κυριολεκτική πρόσληψη συνήθως φτωχαίνει πρωτίστως το ίδιο το fiction. Απ’ αυτήν την σκοπιά, μοιάζει σαν ο μονόδρομος για την συσχέτιση του κοινού με την ιστορία και την λύση του δράματος να είναι το «εγώ ήθελα να γίνει αυτό», είτε γιατί συμπαθώ αυτούς τους χαρακτήρες, είτε γιατί το βρίσκω πολιτικά σωστό, είτε γιατί θεωρώ ότι αυτό αρμόζει στην λογική συνοχή της ιστορίας. Το πρόβλημα μ’ αυτές τις προσεγγίσεις, χοντρικά, είναι το εξής: όλες αντιλαμβάνονται την μυθοπλασία σαν κάτι που μας χρωστάει μια ανταμοιβή ηθική, πολιτική ή λογική – κι όχι σαν μια ανθρώπινη δημιουργία που υπακούει στις επιθυμίες, τους πόθους, τις ικανότητες, τους περιορισμούς, τις ελλείψεις και τις αντιφάσεις των δημιουργών της. Όπως είπαμε και πριν, μια μυθοπλασία δεν είναι ένα αυθύπαρκτο έργο με δική του ηθική, ιδεολογία, και δεν είναι επίσης ένα κλειστό λογικό σύστημα με πεπερασμένο αριθμό λογικών απολήξεων. Είναι μια ανθρώπινη δημιουργία, και σαν τέτοια μας λέει πράγματα για τους δημιουργούς της. Καλούμαστε, λοιπόν, να σχετιστούμε με τον κόσμο που δημιούργησαν και για τον οποίο είναι υπεύθυνοι (κι άρα πρέπει να κριθούν όχι μόνο ως προς την συνέπειά τους προς τους κανόνες που έθεσαν αλλά και για τους κανόνες τους ίδιους). Το ερώτημα είναι: πώς;

Για να επιστρέψουμε στην αρχή όσων είπαμε, οι κανόνες του Game of Thrones, όπως εξελίχθηκαν με τις συνέχειες και τις ασυνέχειές τους 8 σεζόν τώρα, είχαν κάτι σπασμένο μέσα τους που καθιστούσε οριακά αδύνατη την πραγματική, βαθιά ικανοποίηση από το φινάλε μετά από τόσα χρόνια χειριστικότητας. Τι θα σήμαινε για μας αυτή η η βαθιά ικανοποίηση; Σίγουρα όχι να γίνει απλώς αυτό που θέλεις ή να γίνει κάτι που σε εκπλήξει και θα σε πετάξει στον αέρα. Σημαίνει να σε ξεπεράσει η ιστορία που παρακολούθησες, να αποκτήσει νόημα με έναν τρόπο που δεν ανάγεται στα συγκεκριμένα σημεία της πλοκής ή τις συγκεκριμένες επιθυμίες των καταναλωτών της, να δεις την εσωτερική αλήθεια και φιλοσοφία του έργου να γίνει απελευθερωτική κι όχι στραγγαλιστική, να σε ξαλαφρώνει από τις πεποιθήσεις και τις βεβαιότητές σου κι όχι να σου τις οχυρώνει περισσότερο, να σου ανοίξει έναν νέο κόσμο σημασιών και σχέσεων, ένα παράθυρο στο χάος. Αυτό είναι κάτι τρομακτικά δύσκολο, και δεν απαιτεί απλώς καλές σεναριακές επιλογές. Θέλει μια αντίληψη του φινάλε που να βρίσκεται στο dna της ιστορίας ήδη από το πρώτο δευτερόλεπτο αλλά ταυτόχρονα να έρχεται με τη δύναμη μια Αποκάλυψης. Αυτό μπορεί να έρθει με την μορφή μιας υπέροχα ενορχηστρωμένης ολοκλήρωσης, όπως στο The Wire. Μπορεί να έρθει με τη μορφή μιας γροθιάς στο στομάχι, όπως στο The Sopranos. Μπορεί να έρθει με το άνοιγμα σε μια νέα, υπερβατική τάξη πραγμάτων, όπως στο Twin Peaks. Κι όλως τυχαίως, αυτές οι σπουδαίες σειρές πέτυχαν στα τρία επίπεδα όπου τελικά αποδείχθηκε λίγο το GoT: στο κοινωνιολογικό, στο ψυχολογικό, στο μυθικό.

Δεν είναι, λοιπόν, τα ίδια τα plotholes κι οι λογικές ασυνέχειες που κατέστησαν αποτυχημένο το γκραν φινάλε του Game of Thrones, παρόλο που δεν βοήθησε καθόλου μα καθόλου το γεγονός ότι ήταν κακοφτιαγμένο. Τέτοια κενά, κακά τα ψέματα, συγχωρούνται αν η συνολική αφήγηση πηγαίνει καλά, αν αυτό που βλέπεις σε ικανοποιεί σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Αν μετρήσουμε πόσα από τα αγαπημένα μας αριστουργήματα είναι διάτρητα με λογικό τρόπο, πιθανώς να μας εκπλήξει το αποτέλεσμα. Το ψυχο-συναισθηματικό κοκομπλόκο που έφαγαν οι fans του GoT, όμως, περισσότερο αποδίδεται στην βαθύτερο τρόπο συσχέτισης της σειράς με το κοινό. Επιστρέφοντας σε όσα είπαμε προηγουμένως, ο αφηγηματικός πυρήνας της σειράς είχε ραγίσει αρκετά χρόνια τώρα, παρόλο που η ίδια η σειρά μπορεί να παρέμενε εξόχως απολαυστική ακόμα και στις αδύναμες στιγμές της. Είχε ένα Catch-22, μια κατάσταση απ’ την οποία δεν υπάρχει διαφυγή λόγω αντιθετικών μεταξύ τους κανόνων. Από τη μία πλευρά, σε εκπαίδευε στο grimdark σκοτάδι όπου όλα ανατρέπονται προς το χειρότερο. Από την άλλη, σε εκπαίδευε στο hopepunk φως εξελίσσοντας μια σειρά από χαρακτήρες σε ήρωες που βρίσκονται εκεί για να χαίρεται το κοινό. Σε ένα κρυφτούλι κυνηγητού μεταξύ δημιουργών και κοινού γύρω από την επιβεβαίωση ή την ανατροπή των προσδοκιών, η σειρά κατέληξε να ανατρέπει τις προσδοκίες επιλέγοντας να μην ανατρέψει τις προσδοκίες. Το προφανές δεν ήταν πια το προφανές, αλλά αδυνατούσε να ικανοποιήσει γιατί, κατά βάθος, ήταν το προφανές.

Μετά από μια δεκαετία εθιστικού κι απολαυστικού pop σαδισμού, οι εναπομείναντες ζωντανοί χαρακτήρες της σειράς έκαναν λίγο-πολύ αυτά που τους ευχαριστούσαν. Τελικά, υπήρξε  ένα happy ending με υπερβολικά κρίντζι σκηνές (σαν εκείνη με το νέο συμβούλιο που ήδη προσπαθούμε να την ξεχάσουμε), το οποίο ανήκει εξίσου στον GRRM και τους D&D, και το οποίο μας δείχνει μάλλον ότι η φιλοσοφία της σειράς ήταν εξαρχής αφελής αλλά και προκλητική με έναν ανώριμο και εφηβικό τρόπο – παρόλο το σκοτάδι, το σεξ και τον θάνατο που χρησιμοποιούνταν σαν σύμβολα «βάθους» και «σοβαρότητας». Όπως και να ‘χει, δεν θα πω ψέματα, αυτή η διαπίστωση ελάχιστα μειώνει το πόσο υπέροχα κι αξέχαστα πέρασα βλέποντας Game of Thrones όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν ένα exploitation με πολιτική ίντριγκα και δράκους και με βασικό όπλο το shock factor, το οποίο όμως μας έκανε να παθιαστούμε μαζί του ωσάν να βλέπουμε την αγαπημένη μας ομάδα να κερδίζει στη μπάλα. Μ’ αυτήν την έννοια, νιώθω πολύ χαρούμενος γι’ αυτό το ταξίδι με το Game of Thrones, λυπάμαι αν έκλεψε την απόλαυση άλλων ανθρώπων με την εξέλιξή του στο φινάλε, αλλά εγώ πέρασα πολύ καλά. Πάρα πολύ καλά. Γιατί συμμετείχαμε τόσοι άνθρωποι μαζί σε κάτι που απολαμβάναμε αληθινά, παρά την περιστασιακή τοξικότητά του. Και γι’ αυτό θα μου λείψει το γαμημένο. Ίσως, με έναν τρόπο, τα αμέτρητα memes που φτιάξαμε και μοιραστήκαμε αυτές τις βδομάδες για τον 8ο κύκλο να ήταν ένας μηχανισμός άμυνας, μια συμβολική δολοφονία της δύναμης που είχε πάνω μας το Game of Thrones. Μια απελευθέρωση μέσα από την κωμωδία, με το χιούμορ να στρέφεται πρωτίστως στην διακωμώδηση της δίκης μας επένδυσης σε κάτι που τελικά δεν μας άξιζε – γιατί πάντα μας αξίζει κάτι καλύτερο.

It’s the economy, stupid

Παρόλα αυτά, μακάρι η βασική κληρονομιά του Game of Thrones να ήταν αυτό το μείγμα αναπόλησης και αποτίμησης. Σε τελική ανάλυση, το μεγάλο διακύβευμα του Game of Thrones δεν ήταν το μέλλον του Westeros. Ήταν το ίδιο το μέλλον της διασκέδασης με όρους μαζικής κουλτούρας. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι τα επόμενα χρόνια θα γίνει σφαγή μεταξύ των σειρών-μνηστήρων για την ανάδειξη του επόμενου Game of Thrones. Είναι επίσης και το γεγονός ότι η ίδια η πολιτική και πολιτισμική οικονομία της pop κουλτούρας αλλάζει βαθιά, και το φινάλε του Game of Thrones με όλη την γιγάντια συζήτηση γύρω από την σχέση δημιουργών και κοινού παίζει έναν σημαντικότατο ρόλο. Καθώς η σύγχρονη τηλεοπτική και κινηματογραφική βιομηχανία κατευθύνεται όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση να γίνει μια αγορά των μεγάλων events (και με τις υπάρχουσες και επερχόμενες streaming πλατφόρμες να ετοιμάζονται για εμφύλιο πόλεμο μεταξύ τους), η κυριαρχία της αντίληψης του fan service λειτουργεί ταυτόχρονα προς δύο κατευθύνσεις: από τη μία τα πολιτισμικά προϊόντα γίνεται όλο και πιο μεγάλα, από την άλλη εξαρτώνται με όλο και άμεσο τρόπο από τον μεμονωμένο καταναλωτή. Κι αυτό είναι πρόβλημα, είναι κάτι που κάνει κακό τόσο σ’ αυτούς που δημιουργούν όσο και σ’ αυτούς που απολαμβάνουν – περιστέλλοντας του πρώτους όλο και περισσότερο στον ρόλο του παρόχου υπηρεσιών και τους δεύτερους όλο και περισσότερο στον ρόλο του πελάτη-καταναλωτή που παρεμβαίνει στο προϊόν που πρόκειται να αγοράσει.

Ήδη το 2019 φέρνει (και θα φέρει) καταιγιστικές εξελίξεις σ’ αυτό το μέτωπο. Ήδη μέσα στη χρονιά έρχονται οι streaming πλατφόρμες της Disney και της Apple, το οποίο σημαίνει ότι δύο μεγάλοι παραγωγοί περιεχομένου θα έχουν κι αυτοί απευθείας επαφή με το καταναλωτικό κοινό τους, κάτι που ήδη ισχύει φερ’ ειπείν με το Netflix, την Amazon και τη DC. Επίσης, το 2019 έχει και τρία γιγάντια events που σχετίζονται πολύ βαθιά με την fan service δυναμική. Το πρώτο ήταν το Avengers: Endgame, το οποίο έκλεισε την μεγάλη αφήγηση του MCU με τρόπο επιβράβευσης των πελατών του (ακόμα κι αν στην πράξη ήταν υπέροχο). Το δεύτερο ήταν το φινάλε του Game of Thrones, το οποίο στιγματίστηκε από την ταραγμένη ή/και παθιασμένη σχέση ανάμεσα στην σειρά και το κοινό της, αλλά και το παιχνίδι προσδοκιών αναμεταξύ τους. Το τρίτο θα είναι το επόμενο Star Wars, το οποίο θα κλείσει την νέα τριλογία και θα επιχειρήσει σαφώς να επανορθώσει το «στραβοπάτημα» του Last Jedi που απάντησε στην ίδια αγωνία με αντίστροφο τρόπο: «προδίδοντας» το κοινό του. Και καθώς η ίδια η ιδέα του τέλους αποδεικνύεται όλο και πιο τραυματική για το σύγχρονη δημόσια σφαίρα της pop κουλτούρας, τα μεγαλύτερα προϊόντα της έχουν όλο και πιο πολύ την τάση να κρατάνε για πάντα, απαντώντας στην επιθυμία του κοινού για συνεχή ικανοποίηση και μηδενική ματαίωση. Απ’ αυτήν την σκοπιά, μπορεί τα petitions να ξαναγυριστεί η 8η σεζόν GoT κι οι απειλές για μαζικά unsubscribe από το HBO να μοιάζουν αστεία ή/και γραφικά πράγματα, αλλά  στην πραγματικότητα αποτελούν μάλλον συμπτώματα μιας τάσης που είναι αρκετά βαθύτερη.

Ας πάρουμε κάποια στοιχεία που εμφανίζονται σαν τάσεις μέσα σ’ αυτήν την νέα δυναμική παραγωγού-πελάτη. Βλέπουμε τις πλατφόρμες να αναπτύσσουν όλο και περισσότερο το κομμάτι του feedback αλλά και του profiling του κοινού. Βλέπουμε για τάση για όλο και περισσότερα direct-to-consumer προϊόντα. Βλέπουμε όλο και περισσότερους μεγάλους παίκτες της βιομηχανίας της διασκέδασης να στρέφονται σε bottom-up επενδύσεις που έχουν άμεση επαφή με τους fans. Βλέπουμε μια τάση για διάχυση σε cross-platform υπηρεσίες, όπου η παρουσία ενός παραγωγού σε μια σειρά από μέσα είναι εξίσου σημαντική με το ίδιο το προϊόν που παράγει. Βλέπουμε, επίσης, μια στροφή σε όλο και μεγαλύτερα ή πληρέστερα πακέτα εξατομικευμένης διασκέδασης που ενώνουν τον κόσμο των τηλεπικοινωνιών με αυτόν της ψυχαγωγίας. Και, τέλος, βλέπουμε και τα πρώτα σημάδια mainstream πειραματισμού που βάζουν τον θεατή στην θέση του απόλυτου ρυθμιστή της αφήγησης σε ένα προκαθορισμένο περιβάλλον πλασματικής ελευθερίας. Ναι, για το Bandersnatch λέμε, το οποίο όπως φάνηκε απάντησε σε μια βαθύτερη ανάγκη μας να ελέγξουμε το προϊόν που αγοράζουμε ως μικροί θεοί και μεγάλοι πελάτες ταυτόχρονα, αναζητώντας τον έλεγχο της αφήγησης αντί για την απελευθέρωση μέσα από την αφήγηση.

Με αφορμή το μπαμ του Bandersnatch ως event, γράφαμε τότε: «Παρά την meta πολυπλοκότητά του, αυτό που κάνει σε τελική ανάλυση τόσο ευπώλητο το Bandersnatch ως πολιτισμικό προϊόν είναι η συμμετοχή – η ίδια η συγγραφική εξουσία που έπειτα αποδομεί το ίδιο μέσα στην αφήγηση. Και μπορεί η ίδια αυτή η η εξουσία να αποδεικνύεται ψεύτικη, αλλά η επιθυμία μας γι’ αυτήν είναι πραγματική – κι είναι ο κρυμμένος λόγος, πίσω από την περιέργεια, που όλοι θέλαμε να παρακολουθήσουμε/παίξουμε το Bandersnatch. Ο λόγος, όμως, που τελικά το Bandersnatch αποτυγχάνει να μας αγγίξει έστω και στοιχειωδώς είναι ότι αυτήν την εξουσία, αυτήν την δύναμη, δεν την έχει αυτός που αποφασίζει – έστω και στα πλαίσια ενός meta παιχνιδιού με τις λούπες του συστήματος. Την δύναμη την έχει αυτός που σχετίζεται. Έχουμε αυτήν την δύναμη όταν συνδεόμαστε με ιστορίες, όταν συνδεόμαστε με ανθρώπους, όταν συνδεόμαστε με πράγματα, όταν συνδεόμαστε με αντικείμενα».

Η μαζική δημόσια συζήτηση για τις προσδοκίες από το φινάλε του GoT, έδειξε πιθανότατα με έναν επιπλέον τρόπο πως υπάρχει ένα μεγάλο πεδίο αρμέγματος αυτής της ανάγκης για fan service. Για αναβάθμιση των όρων συμμετοχής του κοινού στο νταραβέρι της μαζικής κουλτούρας με όρους κατανάλωσης, πελατείας, αγοράς. Και σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, τα καλύτερα φινάλε θα είναι μάλλον αυτά που λειτουργούν στην πράξη σαν loyalty προγράμματα επιβράβευσης των πιστών πελατών.

Ας μην φοβόμαστε, λοιπόν, για το μέλλον του Westeros. Αυτό είναι ασφαλές μαζί με την Arya που ταξιδεύει δυτικά, με τον Jon που καβαλάει βόρεια, με τον GRRM που γράφει ακόμα, με το HBO που θα βουτήξει στο παρελθόν για να φτιάξει την επόμενη τηλεοπτική σειρά. Σε βάθος χρόνου, όμως, το επίδικο θα είναι ο τρόπος με τον οποίο παράγονται και καταναλώνονται οι ιστορίες. Κι αλήθεια είναι ότι δεν βρισκόμαστε στις απαρχές αυτής της αλλαγής, αλλά μάλλον στην ώριμη φάση της: όταν δηλαδή ετοιμάζεται πια να οργανωθεί με πιο βιομηχανικό τρόπο. Γι’ αυτό, ακόμα κι αν αποκτήσουμε αυτό που θέλουμε από μια σειρά σαν το Game of Thrones, δεν γλιτώνουμε από την τραγωδία. Πέρα απ’ το αν μας άρεσε ή δε μας άρεσε, έχει σημασία το πώς βλέπουμε τις ιστορίες που μας αγγίζουν. Τι περιμένουμε από αυτές, τι επιθυμούμε από αυτές, πώς θέλουμε να σχετιστούμε μαζί τους. Ας υποβάλλουμε σε κριτική αυτά που αγαπάμε. Ας προσπαθήσουμε, εν τέλει, να είμαστε κάτι παραπάνω από πελάτες – ικανοποιημένοι ή όχι.

Και μετά απ’ όλα αυτά, ας αποδεχτούμε ψύχραιμα και γενναία το γεγονός πως το Game of Thrones, μια από της μεγαλύτερες πηγές απόλαυσης αλλά και ματαίωσης στην οθόνη εδώ και μια δεκαετία, τελείωσε. Γιατί, όταν ξυπνήσουμε τη Δευτέρα το πρωί με την ενστικτώδη επιθυμία να δούμε το νέο επεισόδιο, να αποφύγουμε τα spoilers και να τσακωθούμε με άγνωστους ανθρώπους στο ίντερνετ, η απάντηση θα είναι μία:

Best of internet