Το Sex Education είναι μέσα στην καύλα

Όπως πρέπει δηλαδή

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

24 Ιανουαρίου 2019

Ουφ, είναι δύσκολο πράγμα το κυνήγι της εφηβείας. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να την ξαναζήσουν, υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν να την ξαναδούν στα μάτια τους κι υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν αιώνια να της ξεφύγουν. Είναι δυνατόν να συνεννοηθείς με κάποιον που την έζησε τελείως διαφορετικά από σένα; Η ανάμνησή της μπορεί να σε γεμίζει νοσταλγία για μια εποχή χαράς, ανεμελιάς, ανεξέλεγκτης κοινωνικότητας και εκρηκτικής σεξουαλικότητας. Από την άλλη, ενδέχεται να αποτελεί την τραυματική εμπειρία απ’ την οποία προσπάθησες να ξεφύγεις τρέχοντας, αλλάζοντας σπίτι, αλλάζοντας ανθρώπους, αλλάζοντας πόλη, αλλάζοντας ζωή. Λοιπόν, ας είμαστε ειλικρινείς: υπάρχουν ιστορίες που θέλουμε να ακούσουμε περισσότερο από κάποιες άλλες. Συγχαρητήρια σ’ όσους πέρασαν υπέροχα στην εφηβική τους ζωή, αν και αμφιβάλλουμε λίγο, αλλά υπάρχει σ’ αυτήν την μακρά διαβατήρια τελετή προς την ενηλικίωση ένας πλούτος συναισθημάτων και εμπειριών που μπορούν να προσεγγιστούν πραγματικά μόνο μέσα από την επιθυμία της φυγής – φυγής προς τα έξω, φυγής προς τα μέσα, φυγής προς κάθε κατεύθυνση που υπονοεί έστω και ελάχιστα ότι η ζωή θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Όλα αυτά, φίλες και φίλοι, δεν τα γράψαμε τώρα. Για την ακρίβεια, τα γράψαμε πέρυσι τέτοια εποχή περίπου, όταν είδαμε στις κινηματογραφικές αίθουσες το Lady Bird της Greta Gerwig, το οποίο λατρέψαμε. Έκτοτε, τα πράγματα προχώρησαν ακόμα περισσότερο για τις αναπαραστάσεις της εφηβείας στην μεγάλη και τη μικρή οθόνη. Αυτό που λέμε teen movies και teen series γίνεται, ευτυχώς, όλο και πιο σοβαρή υπόθεση όσο περνάει ο καιρός – κι αυτό είναι ένα πολύ καλό πράγμα. Ήδη, λοιπόν, μέσα στο 2018 είχαμε επίσης την αμερικάνικη εκδοχή του υπέροχου νορβηγικού Skam που μάλλον έδωσε την μεγαλύτερη ώθηση στο teen πεδίο τα τελευταία χρόνια, κι έπειτα ακολούθησε μες στη χρονιά η ισπανική, η ολλανδική κι η βελγική εκδοχή του. Είχαμε, ακόμα, το πανέμορφο The End of the F***ing World, είχαμε την απολαυστικότατη αναβίωση του Chilling Adventures of Sabrina, είχαμε το hit-and-miss Everything Sucks!, είχαμε το συμπαθέστατο Love, Simon, είχαμε το εξαιρετικό Eighth Grade του Bo Burnham κι είχαμε και το γλυκύτατο Mid90s του Jonah Hill.

Όλα τα παραπάνω – καθένα με τον τρόπο του, τις αρετές του και τις αδυναμίες του – εκφράζουν κάτι πολύ ενδιαφέρον μέσα σ’ αυτήν την τρέχουσα teen αναγέννηση της τηλεόρασης και του σινεμά. Όχι, δεν έλειψαν ποτέ οι teen ταινίες και σειρές, γιατί φυσικά το έφηβο κοινό αποτελούσε παραδοσιακά μια τεράστια πηγή άμεσου και έμμεσου κέρδους για τα ταμεία και την διαφήμιση. Πέρα απ’ αυτό, όμως, βλέπουμε ότι η τρέχουσα φουρνιά αντικατοπτρίζει έναν αστερισμό εφηβικών βιωμάτων που έχει μεγαλύτερη συναισθηματική, σεξουαλική και κοινωνική ποικιλία βιωμάτων από ποτέ άλλοτε – ή τουλάχιστον τα εκφράζει όλο και πιο ανοιχτά με την δική της φωνή. Μ’ αυτήν την έννοια, είναι εξαιρετικά ευτυχές που κι οι τηλεοπτικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις της αρχίζουν να ξεφεύγουν όλο και περισσότερο από την ενήλικη συγκατάβαση και την βιομηχανικού τύπου εκμετάλλευση, και να πηγαίνουν σταδιακά προς μια πιο ειλικρινή, ευαίσθητη, ρεαλιστική μεταχείριση.

Μέσα σ’ αυτό το άτυπο ρεύμα, λοιπόν, εντάσσεται πλήρως και ξεχωρίζει αρκετά το Sex Education, η βρετανική τηλεοπτική σειρά της πρωτοεμφανιζόμενης Laurie Nunn που έκανε πρεμιέρα στα μέσα Ιανουαρίου στην πλατφόρμα του Netflix. Μέχρι τώρα, μάλλον καμία άλλη mainstream teen σειρά ή ταινία δεν ασχολήθηκε τόσο ενδελεχώς με την εφηβική σεξουαλικότητα. Προσοχή: δεν εννοούμε ότι μέχρι τώρα οι teen σειρές και ταινίες δεν είχαν σεξ. Το αντίθετο, μοσχοπουλούσαν το σεξουαλικό text ή subtext σαν ζεστό ψωμάκι, αλλά απέφευγαν συχνότατα την έστω και στοιχειώδη ειλικρινή επεξεργασία της εφηβικής σεξουαλικότητας. Κατά μία έννοια, όσο περισσότερο ασχολούνταν με το σεξ, τόσο περισσότερο το μυστικοποιούσαν. Από την άλλη πλευρά, το Sex Education είναι εξαιρετικά ευπρόσδεκτο στο πώς προσεγγίζει το θέμα του. Δεν είναι μόνο ότι σε επίπεδο αναπαράστασης αγκαλιάζει όλο το φάσμα των σεξουαλικών πρακτικών (όντας σίγουρα η πιο queer mainstream σειρά του είδους που έχουμε δει), αλλά και κάτι περισσότερο. Θυμίζοντας σχεδόν μια εντελώς pop εκδοχή του πώς προσέγγισε ο ιστορικός και φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ την σεξουαλικότητα, το Sex Education δεν επιχειρεί να αποδείξει την “καταστολή” της σεξουαλικότητας ώστε να μας ωθήσει στην “απελευθέρωσή” της, αλλά μάλλον ενδιαφέρεται περισσότερο για μια ουσιαστική γνώση του σεξ και της σεξουαλικότητας, κι άρα μια πιο σφαιρική και ελεύθερη διαχείριση της κοινωνικής και σεξουαλικής ζωής.

Ναι, το Sex Education είναι μια πολύ διασκεδαστική σειρά – αλλά είναι επίσης μια σημαντική σειρά. Όχι σημαντική με τον συγκαταβατικό τρόπο της «επικαιρότητας» (sic), αλλά επειδή μεταχειρίζεται τους χαρακτήρες του με κατανόηση, ευαισθησία, χιούμορ και καύλα. Ο awkward παρθένος Otis, ο fabulous gay Eric κι η bad-girl Maeve δεν μοιάζουν με κινούμενα στερεότυπα. Για την ακρίβεια, καταφέρνουν να αποφύγουν την περιστολή τους στην περιγραφή δύο λέξεων που μόλις κάναμε κι εμείς, ώστε να αποκτήσουν μια πειστική ανθρωπινότητα που κάνει τον αγώνα τους να διερευνήσουν το φάσμα σεξουαλικής διαφοράς και ταυτότητας έναν αγώνα με τον οποίο μπορούμε να συνδεθούμε αυθεντικά κι εμείς. Ούτως ή άλλως, το τέχνασμα της χρήσης του sex therapy ως plot point της σειράς προσφέρει το ιδανικό έδαφος για ένα οργανικό πέρασμα στην μελέτη της ψυχοσεξουαλικής δομής των σύγχρονων ανθρώπων κατά την εφηβεία τους – χωρίς το Sex Education να γίνεται ποτέ ακαδημαϊκίστικο ή διδακτικίστικο. Αντίθετα, συνδυάζει υπέροχα τα πιο χαζά και σαχλά σεξουαλικά αστεία (που εγκρίνουμε φυσικά) με μια εντυπωσιακή σεξουαλική και συναισθηματική ωριμότητα.

Γι’ αυτόν τον λόγο, εν τέλει, είναι που το Sex Education πετυχαίνει εκεί που αποτυγχάνουν τόσες πολλές σειρές και ταινίες που απευθύνονται σε εφήβους με αξιώσεις αληθινής εκπροσώπησης των βιωμάτων τους. Όχι μόνο αποφεύγει τους κινδύνους του hey-fellow-kids ύφους που έχουν τα πράγματα που έχουν γραφτεί από μεσήλικες κουστουμάτους straight λευκούς μαντράχαλους, αλλά καταφέρνει να είναι relevant με έναν άμεσο και ουσιαστικό τρόπο. Πολλές φορές, αντίστοιχες σειρές ή ταινίες εκπέμπουν από παντού ένα διαρκές νευρωσικό άγχος να μιλήσουν τη γλώσσα της εποχής τους, τικάροντας όσα περισσότερα κουτάκια γίνεται μέσα σε όσο λιγότερη ώρα είναι ανθρωπίνως δυνατόν, αδιαφορώντας παντελώς για τους ίδιους τους χαρακτήρες τους, τις ιστορίες τους, τις σχέσεις τους. Ακόμα, λοιπόν, κι αν το Sex Education περιστασιακά υποφέρει από κοινοτοπίες σε σεναριακό επίπεδο, τουλάχιστον αποφεύγει τα φτηνά τρικ και την αίσθηση ότι προσπαθεί να κάτσει εδώ με τη νεολαία.

Και καθώς η σειρά πλοηγείται μια χαρά στο ναρκοπέδιο μεταξύ συγκατάβασης και εκμετάλλευσης, αποφασίζει να πάρει και μερικές διακριτικές πλην γενναίες αισθητικές επιλογές. Κατά μία έννοια, μοιάζει να μην έχει συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Ναι, οι χαρακτήρες του μοιάζουν εξαιρετικά σύγχρονοι, αλλά το περιβάλλον τους είναι τόσο βουτηγμένο στην ασάφεια και την αμφισημία που καθιστά ακόμα πιο relevant στον πυρήνα του το Sex Education. Πρώτα απ’ όλα, έχει μια ιδιαίτερη αντι-μητροπολιτική αίσθηση, με πανέμορφα βρετανικά βικτωριανά σπίτια και καταπράσινες κοιλάδες, ενώ από την άλλη τα δωμάτια και το σχολείο (οι κατεξοχήν χώροι του δράματος) μοιάζουν βγαλμένα από αμερικάνικο λύκειο ή πανεπιστημιακό campus. Επιπλέον, το ντύσιμο μοιάζει βγαλμένο καρφί από τα 90s, αλλά περισσότερο ως παστίς και λιγότερο ως νοσταλγία. Η αντίθεση εξωτερικών (συνήθως γοτθικών ή βουκολικών) και εσωτερικών (ζεστών και οικείων) χώρων, σε συνδυασμό με την τοπική και χρονική ασάφεια, δίνουν μια παράξενη αίσθηση μικρο-μαγείας στο Sex Education, σαν όλα αυτά να μην ήταν ποτέ δυνατόν να συμβούν πραγματικά έτσι, παρόλο που οι χαρακτήρες κι οι σχέσεις τους αναβλύζουν αλήθεια από παντού.

Σε τελική ανάλυση, πέρα από τις αναμενόμενα υπέροχες ερμηνείες των Asa Butterfield και Gillian Anderson, πέρα από την τρομερά ευχάριστη έκπληξη-αποκάλυψη του υπέροχου Ncuti Gatwa, πέρα από την προβλέψιμη πλην πανέμορφη μουσική, πέρα από το ώριμο και διασκεδαστικό γράψιμο της Laurie Nunn, το Sex Education έχει για σημαία του την κατανόηση. Αν κοιτάξουμε πίσω στις ταινίες του John Hughes από τα 80s, η οποίες φυσικά όρισαν τις ουσιαστικές teen κωμωδίες μαγικού ρεαλισμού (με το The Breakfast Club να παραμένει αξεπέραστο βέβαια), η ουσία ήταν η εξής: οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν τα παιδιά, κι αυτό εμποδίζει τα παιδιά να καταλάβουν τον εαυτό τους. Ή, για να το θέσουμε αλλιώς: δεν μας καταλαβαίνουν, αλλά εμείς πρέπει να καταλάβουμε. Πρώτα απ’ όλα τους εαυτούς μας – μέσα στην αστάθειά τους, την φασματικότητά τους, τις επιτελέσεις τους. Το Sex Education δεν είναι τέλειο, αλλά καταλαβαίνει.

Best of internet