To «Black Mirror: Bandersnatch» είναι το τέλος της τηλεόρασης, αλλά η αρχή τίνος πράγματος;

Ένα διαδραστικό πείραμα, πολλά αμείλικτα ερωτήματα

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

5 Ιανουαρίου 2019

Θα υποθέσουμε, αγαπητοί φίλοι κι αγαπητές φίλες, ότι έχετε δει το Black Mirror: Bandersnatch, την διαδραστική περίπου-ταινία-περίπου-game του Netflix, ή ότι τουλάχιστον μέχρι τώρα έχετε καταλάβει περί τίνος πρόκειται, προκειμένου να αποφύγουμε την έξτρα φλυαρία της στεγνής περιγραφής του, μιας και τα ζητήματα είναι πολλά, καυτά, πιεστικά. Αν μη τι άλλο, όπως και να το κάνουμε, η σχέση που έχει καλλιεργήσει η σειρά του Charlie Brooker με το πνεύμα της εποχής της είναι μοναδική: ενδέχεται κανένα άλλο σύγχρονο πολιτισμικό προϊόν να μην μπορεί να καυχηθεί πως έχει καταφέρει να συνοψίσει τους φόβους και τις φαντασιώσεις του καιρού του τόσο έντονα όσο το Black Mirror, τραβώντας την εποχή του στα άκρα της, οριζόμενο από αυτήν και ορίζοντάς την μαζί. Το Black Mirror κατέχει μια μοναδική θέση στο σημερινό περιβάλλον της pop κουλτούρας, τέτοια ώστε κάθε επιστροφή του να χαιρετίζεται, περιγράφεται, βιώνεται ως event.

Έχει ενδιαφέρον αυτή η λέξη, event, γιατί εν μέρει έτσι προμοτάρισε και το ίδιο το Netflix το Bandersnatch, το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα event της σειράς. Αναφερόμενο, λοιπόν, το Netflix στο Bandersnatch ως “a Black Mirror event“, με προκαλεί σχεδόν να κάνω έναν συνειρμό και μια παράκαμψη που, μάλλον δυστυχώς, θα μας πάει μια βόλτα από την γαλλική φιλοσοφία και (hopefully) θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το Bandersnatch σε ένα επίπεδο πιο βαθύ – όχι σαν κάποια απόκρυφη γνώση σχετικά με τον πυρήνα του ως έργο, αλλά σαν προσπάθεια για μια πιο νηφάλια ματιά στη σχέση του με το περιβάλλον του, στη σχέση του με την εποχή του, στη σχέση του μαζί μας. Είναι, λοιπόν, ο Alain Badiou (ένας από αυτούς τους στριφνούς μύστες της ηπειρωτικής φιλοσοφίας) και γράφει για το event, για το συμβάν, λέγοντας πράγματα που ίσως, εδώ, να μας ενδιαφέρουν.

O μεσιέ Badiou, πολύ χοντρικά για να μην ζαλίζουμε συκώτια, στο βασικό του φιλοσοφικό κείμενο με τίτλο Being and Event (δηλαδή Είναι και Συμβάν στα ελληνικά), υποστηρίζει λίγο-πολύ ότι το event, το συμβάν, είναι μια πολλαπλότητα που φαινομενικά δεν βγάζει κανένα νόημα, τουλάχιστον με τους όρους της τωρινής κατάστασης των πραγμάτων. Δεν εννοεί το event με το τρόπο που το λέμε καθημερινά, δηλαδή ως εκδήλωση ή γεγονός. Σκέφτεται το event φιλοσοφικά, σαν μια ρήξη με την κατάσταση του είναι, σαν ένα άνοιγμα προς κάτι καινούριο. Μ’ αυτήν την έννοια, για να υπάρξει πράγματι ένα event, πρέπει πρώτα να υπάρξει μια παρέμβαση, μια αναμπουμπούλα, ένα ταρακούνημα που να αλλάζει τους κανόνες της κατάστασης. ΟΚ, όλα αυτά στον Badiou συνδέονται στενά αφενός με τα μαθηματικά (κατά βάση την θεωρία των συνόλων) κι αφετέρου με την πολιτική (ουσιαστικά την δυνατότητα ριζοσπαστικής πράξης), αλλά εδώ ας κρατήσουμε το πολύ γενικό σχήμα. Έχουμε μια κατάσταση, μια παρέμβαση σ’ αυτήν την κατάσταση, κι ένα συμβάν.

Εξίσου χοντρικά, λοιπόν, ας επιχειρήσουμε μια εφαρμογή αυτού του σχήματος στο θέμα που μας απασχολεί εδώ, δηλαδή το Bandersnatch. Ας πούμε ότι η κατάσταση είναι η κυριαρχία της μαζικής pop κουλτούρας του «δυτικού κόσμου» σε ένα διεθνές επίπεδο (ότι δηλαδή λίγο-πολύ κοντεύουμε όλοι να διασκεδάζουμε και να μοιραζόμαστε τα ίδια πράγματα), η παρέμβαση είναι η μαζική στροφή προς την εξατομικευμένη ψηφιακή ψυχαγωγία (ότι δηλαδή λιώνουμε στις σειρές και το streaming) και το συμβάν είναι η ανάπτυξη μιας νέας τεχνολογικής και αφηγηματικής μορφής που μοιάζει να ανοίγει ένα μεγάλο χαοτικό πεδίο δυνατοτήτων (ότι δηλαδή το Netflix, η μεγαλύτερη τέτοια πλατφόρμα, έφτιαξε μια διαδραστική ταινία Black Mirror πάνω στην ίδια την σχέση τεχνολογίας και ζωής). Όλο αυτό είναι συναρπαστικό, ναι, γιατί μοιάζει να ανακατεύει την τράπουλα και να σμπαραλιάζει τους κανόνες με την απλότητα και την αφέλεια ενός μικρού παιδιού, αλλά φυσικά το πράγμα δεν είναι ούτε τόσο απλό ούτε τόσο αθώο.

Πρώτα απ’ όλα, είναι προφανές ότι η καινοτομία του Black Mirror και του Netflix δεν ήρθε από το πουθενά. Το διαδραστικό fiction είναι πολύ παλιά υπόθεση. Ξεκινάει από τα πρώτα software επεξεργασίας φυσικής γλώσσας, τα σοσιαλιστικά πειράματα δημοκρατικού διαδραστικού σινεμά (σαν το θρυλικό Kinoautomat του 1967) και τα text adventures των 70s, φτάνοντας μέχρι τα παιχνίδια τύπου Dragon’s Lair, τα choose-your-own-adventure παιδικά βιβλία (σαν τον Τριβιζά με τα 88 Ντολμαδάκια), τα πρωτοποριακά video games του Hideo Kojima (ή τα πιο πρόσφατα του Davey Wreden) και τις πειραματικές μορφές τηλεοπτικής αφήγησης σαν την περσινή σειρά/app Mosaic του Steven Soderbergh (ή το παλιό Εσύ Αποφασίζεις του Βούρου). Όλα αυτά, βέβαια, δεν έχουν και μεγάλη σημασία. Είναι μεν σημαντικό να γνωρίζουμε σε αδρές γραμμές την μακρά ιστορία του interactive storytelling, αλλά θα ήμασταν μάλλον μίζεροι αν χρησιμοποιούσαμε αυτήν την ιστορία για να μειώσουμε την σημασία του Bandersnatch. Το Bandersnatch είναι κάτι διαφορετικό και μεγαλύτερο – όχι γιατί καινοτομεί τεχνολογικά ή αφηγηματικά, αλλά γιατί αποτελεί, με τον τρόπο του, συμβάν. Ο συνδυασμός της εισαγωγής μιας νέας τεχνολογικής καινοτομίας με την κοινωνικο-πολιτισμική σημασία του Black Mirror και την τάση του Netflix για κυριαρχία στην βιομηχανία διασκέδασης είναι ένας συνδυασμός εκρηκτικός – παράγει μια πολλαπλότητα που είναι ακόμα δύσκολο να εκτιμήσουμε προς τα πού θα μας πάει.

Η πολλαπλότητα εδώ έχει μεγάλη σημασία, τόσο για την γαλλική φιλοσοφία (ναι, έχει λίγο ακόμα απ’ αυτήν) όσο και για το ίδιο το Bandersnatch. Όσον αφορά, το δεύτερο, προφανώς, η ιδέα των multiple endings, της πολλαπλότητας στην κατάληξη, είναι κεντρική στην εμπειρία παρακολούθησης/παιξίματος του event. Η ίδια η πολλαπλότητα εντός της ιστορίας του Bandersnatch αντικατοπτρίζει την πολλαπλότητα των επιλογών, των προσώπων, των «συγγραφέων» που κάθε φορά βλέπουν και παίζουν αυτό το πράγμα. Για τον Badiou, δεν υπάρχει “ένα”, υπάρχουν μόνο πολλαπλότητες. Για έναν άλλο μπουρδουκλωτικό φιλόσοφο από την συμπαθή αυτή χώρα, τον Gilles Deleuze, προκειμένου να συλλάβουμε την πολλαπλότητα πρέπει να σκεφτούμε “ριζωματικά” τα πράγματα και τις συνδέσεις του. Μ’ αυτό, εννοεί (πολύ χοντρικά, μιας και τους αδικούμε αμφότερους με την τόσο συνοπτική αναφορά) ότι πρέπει να ξεφύγουμε από τον γραμμικό και δυαδικό τρόπο σκέψης. Ότι πρέπει να αναζητήσουμε την μεγάλη εικόνα των συνδέσεων, των σχέσεων, των πολλαπλών επαφών. Να σκεφτόμαστε μη-γραμμικά, σχιζοειδώς, αντί να σκεφτόμαστε με δυαδικούς όρους. Στην περίπτωσή μας, το Bandersnatch μοιάζει να επιτίθεται σε μερικές βασικές δυαδικές συμβάσεις της mainstream τηλεοπτικής αφήγησης: αρχή και τέλος, παραγωγή και κατανάλωση, συγγραφέας και αναγνώστης, ταινία και παιχνίδι. Μ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, το Black Mirror όχι μόνο έγινε πιο meta από κάθε άλλη φορά, αλλά επιτέθηκε στον τέταρτο τοίχο τόσο πολύ που σχεδόν παρέπεμψε σε μια μετα-ανθρώπινη δυνατότητα συμμετοχής στην κουλτούρα: ο συγγραφέας είναι νεκρός, ο θεατής είναι στοιχείο της αφήγησης, η εμπειρία είναι μια λούπα, η ελεύθερη επιλογή είναι απλά μια στιγμή του κλειστού συστήματος.

Όλα αυτά, όμως, είναι καλά ή κακά; Αν δεν τα αξιολογήσουμε, έχει κάποιο νόημα να τα περιγράφουμε; Τι είναι τελικά το Bandersnatch; Ένα accelerationist ριζοσπαστικό πείραμα; Ένα αναμάσημα πειραματισμών του παρελθόντος για mainstream κατανάλωση; Μια κλεφτή ματιά στο μέλλον της βιομηχανοποιημένης ψυχαγωγίας; Μια ακόμα δυστοπική προειδοποίηση του Charlie Brooker; Πρώτα απ’ όλα, κι εδώ είναι η πρώτη φορά που θα μιλήσουμε καθαρά αξιολογικά σ’ αυτό το κείμενο, το Bandersnatch είναι σκατά. Για να εξηγήσουμε γιατί είναι σκατά όμως – για εμάς πάντα, έτσι; – θα πρέπει πρώτα να δούμε πώς αυτό το πράγμα που είδαμε/παίξαμε σχετίζεται με τις ίδιες τις ιδέες του Black Mirror για την τεχνολογία και την ζωή, έτσι όπως τις έχω ερμηνεύσει εγώ τουλάχιστον.

Την τελευταία φορά που συζητάγαμε εκτενώς για το Black Mirror, πριν από έναν χρόνο ακριβώς (με αφορμή την κυκλοφορία του τέταρτου κύκλου της σειράς), λέγαμε ότι ο Charlie Brooker είναι πρωτίστως ένας μεγάλος τεχνασματίας – ένας τεχνασματίας με όραμα, ο οποίος προσπαθεί να σχετιστεί με τις πραγματικές εξελίξεις του καιρού του, χτίζοντας γύρω τους μια σειρά από παγίδες, ένα ναρκοπέδιο. Ο Brooker είχε ήδη καλά ακονισμένα τα εργαλεία του πριν έρθει το Black Mirror. Είχε καταπιαστεί με το κλίμα του τηλεοπτικού ηθικού πανικού των 90s, γράφοντας για το εξαιρετικό Brass Eye. Είχε σατιρίσει σκληρά την εμφάνιση της hipster κοινωνικής φιγούρας και των ψηφιακών μέσων στα μέσα του ’00, συνδημιουργώντας το Nathan Barley. Είχε πειραματιστεί πάνω στον συνδυασμό τηλεοπτικών/κινηματογραφικών genres και κοινωνικής παρατήρησης, ενώνοντας το zombie horror με την reality τηλεόραση στο Dead Set. Κι εκτός όλων των υπολοίπων, πριν από μερικά χρόνια, κι ενώ το Black Mirror είχε ξεκινήσει ήδη, αποφάσισε να μιλήσει για το πώς η λογική των videogames έχει αλλάξει τον κόσμο, την επικοινωνία των ανθρώπων, τις σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων. Ουσιαστικά, περιέγραφε το gamification σαν μια ανθρωπολογική ρήξη, ξεκινώντας από το αρχαίο Pong και φτάνοντας μέχρι το σύγχρονο Twitter. Και το Netflix, πιθανόν, κράταγε σημειώσεις.

Κοιτώντας προς τα πίσω τις προηγούμενες σεζόν του Black Mirror, δεν θα ρισκάραμε και πολλά αν λέγαμε ότι γενικά, μάλλον, το κέντρο βάρους της σειράς είναι η τεχνολογία. Ναι, ξέρω, stop the press, no shit Sherlock και τα λοιπά. Παρόλα αυτά, έχει σημασία να δούμε το πώς μεταχειρίζεται αφηγηματικά την σχέση τεχνολογίας και ζωής το Black Mirror, να ξεπεράσουμε δηλαδή το περιγραφικό στάδιο του “είναι μια δυστοπική σειρά για την τεχνολογία”. Ο Brooker, λοιπόν, μεταχειρίζεται την τεχνολογία ως τον κατεξοχήν κοινωνικό μύθο, το κατεξοχήν σημείο αναφοράς, γύρω από το οποίο αναπτύσσονται όλες οι σύγχρονες μορφές κοινωνικότητας που αφηγείται, εκεί όπου συγκλίνουν ο εαυτός, η μνήμη, η συνείδηση, η συσχέτιση. Ναι, χοντρικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Black Mirror είναι απαισιόδοξο, αλλά με συναρπαστικό τρόπο – θέλει να αναπαραστήσει τον τεχνολογικό μύθο σαν την επικράτεια της φαντασίωσης, ενός drive που οδηγεί μερικές φορές στην ζωή αλλά τις περισσότερες στον θάνατο.

Γι’ αυτόν τον λόγο, συχνά μοιάζει σαν η σειρά να μιλάει μια διπλή, αντιφατική γλώσσα. Από τη μία πλευρά, ουκ ολίγες φορές πλησιάζει σε ένα συντηρητικό ηθικό πανικό, σε μια διδακτικίστικη ηθικολογία, σε μια προειδοποίηση με αφηγηματικά τρικ, σε ένα κήρυγμα ενάντια στην τεχνολογική αλλοτρίωση που αφήνει βολικά ανέπαφη σχεδόν κάθε άλλη μορφή αλλοτρίωσης. Από την άλλη πλευρά, επιδεικνύει και έναν pop κυνισμό που μοιάζει να αντλεί ηδονή από τον ίδιο τον κατήφορο για τον οποίο προειδοποιεί, σα να απολαμβάνει απάνθρωπα την απανθρωπιά που αναπαριστά. Ανάμεσα σ’ αυτά, βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς και δίκαιοι, έχει και μερικές πραγματικές εκλάμψεις μεγαλείου, μερικά επεισόδια που αποπνέουν σπάνια ανθρώπινη κατανόηση και διανοητική πολυπλοκότητα – κι είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτά τα επεισόδια (μιλάμε για το Entire History of You, για το Be Right Back, για το San Junipero, για το Hang the DJ, ξέρετε τώρα), αφού έχουν αποτελέσει κορυφαία σημεία όχι μόνο της σειράς αλλά και της τηλεοπτικής παραγωγής συνολικά κατά την τελευταία δεκαετία.

Συνολικά, όμως, το Black Mirror αποπνέει μια ταυτόχρονη αίσθηση συντηρητισμού και ριζοσπαστισμού, τεχνοφοβίας και τεχνολατρείας – κι αυτό το φάσμα είναι μάλλον το πεδίο μέσα στο οποίο κατοικεί και το Bandersnatch. Αλλάζοντας εν πολλοίς τους κανόνες για την παραγωγή και την κατανάλωση της μαζικής κουλτούρας, το Netflix μοιάζει να ποντάρει σε μια νέα τεχνολογία αφήγησης/συμμετοχής με όρους, φυσικά, αδυσώπητης εκμετάλλευσης. Όπως λέει κι ο ίδιος ο Brooker, στην αρχή ήταν διστακτικός απέναντι στην ιδέα ενός interactive event, δηλώντας πως κάτι τέτοιο του φαινόταν φτηνό. ΟΚ, το προσπερνάμε αυτό, παρόλο που μοιάζει λίγο περίεργο όταν έρχεται από έναν μεγαλοφυή άνθρωπο που θεμελιώνει τα περισσότερα επεισόδια της σειράς του πάνω σε ένα εξωφρενικό What If που ανατρέπεται νομοτελειακά από ένα εξωφρενικότερο Yeah But. Αφού, λοιπόν, απέρριψαν πρωτογενώς την ιδέα του Netflix, έπειτα σκέφτηκαν την βασική ιστορία του Bandersnatch κι εκεί τους ήρθε η φώτιση: «Μα αυτή είναι μια ιστορία που θα δούλευε μόνο με αυτόν τον τρόπο!», κι έπειτα ξεκίνησε ένα πολύπλοκο ταξίδι για την παραγωγή αυτού του event. Κατά μία έννοια, βέβαια, το πρόβλημα του Bandersnatch ξεκίνησε από εκεί ακριβώς, από την ιστορία.

Ας πάρουμε το πράγμα από την αρχή. Ξεκινάς να παρακολουθήσεις/παίξεις το Bandersnatch. Κατευθείαν, ρητά ή άρρητα, καλείσαι να επιλέγεις πώς θα συμμετέχεις, ποιο θα είναι το κριτήριο της επιλογής σου, πώς θα αποφασίσεις. Θα είναι ηθικά, με κριτήριο την ευθύνη των πράξεων; Θα είναι συναισθηματικά, με κριτήριο την επιθυμία και το ένστικτο; Θα είναι αφηγηματικά, με κριτήριο την ίδια την τέχνη της αφήγησης; Θα είναι τυχαία, με κριτήριο τις θεωρίες του χάους; Όλα αυτά έχουν τις αρετές τους, φυσικά, δεν κρίνουμε – αλλά σχετικά γρήγορα το ίδιο το Bandersnatch σε καθησυχάζει με τον πιο ανησυχητικό τρόπο: δεν έχει σημασία, τίποτα δεν έχει σημασία. Το ότι πέθανε ο συγγραφέας δεν σημαίνει ότι η εξουσία του μεταβιβάστηκε σε σένα. Εξουσία έχει μόνο το ίδιο το κείμενο, το ίδιο το σύστημα, η ίδια η λούπα. Εφόσον κι εμείς, σαν «θεατές», είμαστε γραμμένοι μέσα στο κείμενο, μέσα στο σύστημα, μέσα στην λούπα, τότε τι νόημα έχει; Η στιγμή της απόφασης δεν είναι παρά μόνο μια στιγμή του συστήματος, και το σύστημα είναι κλειστό, ειρωνικό, κυνικό απέναντί μας – πετάγοντας περιστασιακά το logo του αφέντη στην οθόνη του βασανισμένου πρωταγωνιστή ή δίνοντας την επιλογή να δούμε/παίξουμε λίγο ξύλο μπας και χαλαρώσει η ατμόσφαιρα.

Εδώ, στο Bandersnatch, το πείραμα του Netflix μετά βίας παραπέμπει έστω στην ψευδαίσθηση της ελευθερίας επιλογής μέσα σε ένα κατασκευασμένο περιβάλλον περιορισμένων δυνατοτήτων – αυτήν την ψευδή ελευθερία των εμπορευμάτων, όπως έδειξε ο γέροντας Μαρξίσιος πριν από ενάμιση και βάλε αιώνα. Αντ’ αυτού, αντί δηλαδή να εστιάσει κάπως πιο ηθικοπολιτικά στο ψευδές στοιχείο αυτής της επιλογής, εστιάζει με τα μπούνια στο κυνικά επιτελεστικό στοιχείο αυτής της επιλογής – συνεχίζουμε να επιλέγουμε γιατί απλά είμαστε ακόμα μέσα στην λούπα. Σε μια σειρά γεμάτη από gimmicks και tricks, το Black Mirror βγάζει τον πιο meta λαγό μέσα από το καπέλο του. Κατά μία έννοια, για να επιστρέψουμε εν συντομία στους γάλλους φίλους μας παραπάνω, το Bandersnatch μοιάζει να θέλει να υπαινιχθεί με σύγχρονο τρόπο αυτήν την εμμενή πολλαπλότητα του συμβάντος κι αυτήν την σχεσιακή αντίληψη του ριζώματος, αλλά προσπαθεί παράλληλα να αποφύγει όπως ο διάολος το λιβάνι κάθε μέριμνα για την συσχέτιση, κάθε ενδιαφέρον για την επικοινωνία, κάθε φροντίδα για την επαφή. Και πώς να μην τα αποφύγει, άλλωστε, όταν η ιστορία που παράγεται από την συμπαιγνία όλων αυτών των στοιχείων είναι τόσο κοινότοπη και σκατόψυχη; Ακόμα και τα πιο meta στοιχεία του Bandersnatch (ή αυτά που υπαινίσσονται μια αυτοκριτική) μοιάζουν κάπως δειλά, περισσότερο πρόθυμα να παίξουν κρυφτούλι καθώς κυνηγιόμαστε σε λούπες παρά να ταράξουν με αιχμηρό τρόπο τις βεβαιότητές μας για τους κανόνες της κατάστασης των πραγμάτων.

Εδώ, βέβαια, αξίζει να θέσουμε το ερώτημα: αν δεν νοιάζονται αυτοί, γιατί να νοιαστούμε εμείς; Κι εδώ, φίλες και φίλοι, βρίσκεται το μεγαλύτερο αμάρτημα του Bandersnatch: είναι βαρετό – κι έχουμε την εκτίμηση ότι, ενώ το Netflix θα προσπαθήσει να ξεσαλώσει με το format αυτού του event, σχεδόν κανείς δεν θα θυμάται το event το ίδιο, την ιστορία του, τους ανθρώπους του, τις επιλογές του. Παρά την meta πολυπλοκότητά του, αυτό που κάνει σε τελική ανάλυση τόσο ευπώλητο το Bandersnatch ως πολιτισμικό προϊόν είναι η συμμετοχή – η ίδια η συγγραφική εξουσία που έπειτα αποδομεί το ίδιο μέσα στην αφήγηση. Και μπορεί η ίδια αυτή η η εξουσία να αποδεικνύεται ψεύτικη, αλλά η επιθυμία μας γι’ αυτήν είναι πραγματική – κι είναι ο κρυμμένος λόγος, πίσω από την περιέργεια, που όλοι θέλαμε να παρακολουθήσουμε/παίξουμε το Bandersnatch.

Ο λόγος, όμως, που τελικά το Bandersnatch αποτυγχάνει να μας αγγίξει έστω και στοιχειωδώς είναι ότι αυτήν την εξουσία, αυτήν την δύναμη, δεν την έχει αυτός που αποφασίζει – έστω και στα πλαίσια ενός meta παιχνιδιού με τις λούπες του συστήματος. Την δύναμη την έχει αυτός που σχετίζεται. Έχουμε αυτήν την δύναμη όταν συνδεόμαστε με ιστορίες, όταν συνδεόμαστε με ανθρώπους, όταν συνδεόμαστε με πράγματα, όταν συνδεόμαστε με αντικείμενα. Κι η τεχνολογία η ίδια είναι ένα αντικειμενικό κι απαραίτητο μέρος αυτής της σύνδεσης, όχι ένα εξωτερικό βαρίδι ή βοήθημα. Είναι το υλικό υπόστρωμα αυτής σύνδεσης. Της αξίζει κριτική, συχνά πολύ σκληρή, αλλά δεν της αξίζει ούτε πανικός ούτε πανυγηρισμός – ακριβώς γιατί τεχνοφοβία και τεχνολατρεία είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, δύο διαφορετικές μα συγγενείς μορφές φετιχισμού της τεχνολογίας, γιατί αμφότερες την φετιχοποιούν και την αποκόπτουν από το πεδίο της σχεσιακότητας, από το πεδίο των σχέσεων και των επαφών.

Εδώ και κάμποσες σεζόν, το Black Mirror μοιάζει διχασμένο ανάμεσα σε δύο ψυχές. Συμβατικά, θα λέγαμε ότι έχει κάποια επεισόδια απαισιόδοξα και κάποια επεισόδια αισιόδοξα. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια παρά μόνο με κάπως συμβατικό τρόπο. Η διαφορά τους δεν βρίσκεται ακριβώς στην απαισιοδοξία και την αισιοδοξία. Βρίσκεται στην σχεσιακότητα. Κι εδώ είναι, για παράδειγμα, η γιγάντια διαφορά ανάμεσα στο San Junipero και το White Bear – όχι στο happy ending. Ο ίδιος ο Brooker έχει μιλήσει για το γεγονός ότι θέλει να αρχίσει να λέει πιο “αισιόδοξες” ιστορίες από εδώ και πέρα, αλλά με βάση την δική μου ερμηνεία αυτή η αισιοδοξία μεταφράζεται σε ουσιαστική σχεσιακότητα, όχι σε ευτυχή κατάληξη. Κι ελπίζω να το καταφέρει, γιατί είναι πραγματικά ικανός να το κάνει.

Σε τελική ανάλυση, χρειαζόμαστε νέες μορφές αφήγησης, χρειαζόμαστε νέες γλώσσες, χρειαζόμαστε νέα format, χρειαζόμαστε πειραματισμό, χρειαζόμαστε πολλαπλότητα και ρίζωμα. Ούτως ή άλλως, η γλώσσα του σινεμά και η γλώσσα της τηλεόρασης βρίσκονται σε κρίση – παρόλο που συνεχίζουν να βγαίνουν πολύ όμορφα πράγματα. Αν είναι να τελειώσουν, όμως, τότε να τελειώσουν για να αρχίσει… Τι ακριβώς; Το Netflix πειραματίστηκε με το interactive storytelling ήδη άλλες δύο φορές φέτος: μία με το Puss in Boots για παιδιά και μια με το Minecraft: Story Mode για games. Η τριάδα αυτή, μαζί με το Bandersnatch, δείχνει ότι η πλατφόρμα πειραματίζεται πάνω σε ένα format που θα φιλοδοξεί, μάλλον, να γίνει μια νέα μορφή παρακολούθησης/συμμετοχής/παιχνιδιού που θα συνενώσει πάνω σε streaming βάσεις διαφορετικές μορφές οικιακής ψυχαγωγίας με τον επικερδέστερο δυνατό τρόπο και με την λιγότερη δυνατή ουσία.

Μπορεί, εν τέλει, να λειτουργήσει μ’ αυτόν τον τρόπο το Netflix και να αλλάξει ριζικά τη βιομηχανία της διασκέδασης, κάνοντάς την βαθιά μετα-ανθρώπινη μέσα από διαδοχικά τέτοια events. Μπορεί, από την άλλη, να αποτύχει και να αποδειχθεί πολύ μεγαλεπήβολο με όρους παραγωγικών απαιτήσεων και πρακτικής βιωσιμότητας. Μέχρι τότε, όμως, πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε αυτά τα πειράματα; Πώς τους κάνουμε κριτική; Τι σημαίνουν; Πώς μας κάνουν να νιώθουμε και να σχετιζόμαστε; Πού το πηγαίνουν; Μπορεί να μοιάζει κουραστικό και βαρετό (ΟΚ, όχι όσο το ίδιο το Bandersnatch), αλλά έχει σημασία – ακόμα κι αν τα εργαλεία για το κατανοήσουμε μοιάζουν μπερδεμένα και ανεπαρκή. Το Black Mirror: Bandersnatch πέτυχε σαν εμπορικό πείραμα, αλλά απέτυχε σαν καλλιτεχνικό πείραμα. Ήταν ένα συμβάν χωρίς περιεχόμενο. Χρειαζόμαστε συμβάντα με περιεχόμενο. Ραντεβού στο San Junipero.

Best of internet