Το Bodyguard είναι το πολιτικό thriller που ανατίναξε τη βρετανική τηλεόραση

Κι από την προηγούμενη βδομάδα streamάρει στο Netflix

Είναι περιττό να πούμε πόσο σπουδαία έχει υπάρξει η βρετανική τηλεόραση. Βασικά, όχι, δεν είναι περιττό – οπότε θα μας επιτρέψετε να επεκταθούμε λιγάκι. Ενώ η αμερικάνικη τηλεόραση πέρασε μερικές δεκαετίες mainstream κοινοτοπίας (με λαμπρές εξαιρέσεις φυσικά) μέχρι να καταφέρει να βρει τον δρόμο προς την χρυσή εποχή της εκεί γύρω στα τέλη των 90s, στη Βρετανία το πεδίο ήταν πολύ διαφορετικό. Φυσικά, βοηθάει τα μάλα κι η ίδια η δομή, η υλική βάση της βρετανικής τηλεόρασης, μιας και τα δημόσια τηλεοπτικά δίκτυα του BBC και του Channel 4 (από τα 60s το πρώτο κι από τα 80s το δέυτερο) έχουν καλλιεργήσει μια κουλτούρα και ένα περιβάλλον που ιστορικά ευνόησε υπερβολικά την ποιοτική δραματική και κωμική τηλεόραση, δίνοντας έναν βαθμό ελευθερίας στους δημιουργούς που δύσκολα βρίσκει κανείς ακόμα και σήμερα στο υπερ-κορεσμένο και υπερ-ανταγωνιστικό περιβάλλον των streaming υπηρεσιών.

Φυσικά, αυτό έφτιαξε μια σειρά από διακριτές παραδόσεις στο βρετανικό τηλεοπτικό τοπίο που κρατάνε εδώ και δεκαετίες. Για παράδειγμα, αυτό το campy ή cult αλλά και ουσιαστικό sci-fi ύφος που ξεκινάει από τα 60s με σειρές διαφορετικές μεταξύ τους όσο το Doctor Who και το The Prisoner, συνέχισε έπειτα με κλασικά πράγματα σαν το Red Dwarf ή το Max Headroom και φτάνει μέχρι τα 00s και τα 10s με σειρές σαν το Misfits, το Utopia, το Black Mirror και το Electric Dreams. Αντίστοιχα, αν πιάσουμε την μεγάλη παράδοση της βρετανικής τηλεοπτικής κωμωδίας που άρχισε να γεννιέται μετά την απελευθέρωση της δυναμικής των Monty Python, τότε δεν θα τελειώσουμε μάλλον ποτέ – όπως κι αν ξεκινήσουμε να περιγράφουμε την εξίσου μεγάλη παράδοση detective σειρών, από τις μεταφορές της Agatha Christie και το Singing Detective μέχρι τα σύγχρονα Luther και Sherlock (ή το αγαπημένο μας Top of the Lake).

Μέσα σ’ όλα αυτά, όμως, υπάρχει κι ένας τεράστιος πλούτος πολιτικών και αστυνομικών thriller, με τρόπο που μοιάζει ενδημικός συγκεκριμένα στο ύφος του BBC. Το πρωτότυπο House of Cards του 1990 όπου βασίστηκε η σειρά του Netflix ή το Criminal Justice όπου βασίστηκε το The Night Of είναι δυο ενδεικτικά παραδείγματα, τα οποία έχουν μεγάλη ιστορία πίσω τους. Ήδη από τα τέλη των 70s έχουμε πολιτικά thriller σαν το Tinker Tailor Soldier Spy (βασισμένο, όπως και η συνέχεια του, Smiley’s People, στα κατασκοπευτικά αριστουργήματα του John le Carre), πολιτικά-εγκληματικά δράματα σαν το Boys from the Blackstuff και Our Friends in the North, και καθαρόαιμα πολιτικά thriller μυστηρίου σαν το Edge of Darkness και το State of Play. Σ’ αυτήν εδώ την παράδοση, και συγκεκριμένα σ’ αυτήν την τελευταία κατηγορία, μοιάζει να βασίζεται το Bodyguard, η νέα σειρά του BBC που προκάλεσε έναν μεγαλειώδη πανικό στην Μεγάλη Βρετανία του τελευταίους μήνες.

Πόσο πανικό ακριβώς; Για να καταλάβουμε το μέγεθος, ας σκεφτούμε ότι το τελευταίο επεισόδιο της σειράς, το οποίο προβλήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, έφτασε το 47.9% της τηλεθέασης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο τηλεοπτικό ποσοστό του 2018 (αν εξαιρέσουμε τη μπάλα, φυσικά), το μεγαλύτερο ποσοστό για τηλεοπτική σειρά από το 2011 (που ήταν ένα επεισόδιο του Downton Abbey) και το μεγαλύτερο ποσοστό για το BBC από το χριστουγεννιάτικο επεισόδιο Dr. Who του 2008. Κι από τις 24 Οκτωβρίου, την περασμένη βδομάδα δηλαδή, που το Bodyguard έκανε την διεθνή πρεμιέρα του στο Netflix, η απήχηση της σειράς έχει γιγαντωθεί ακόμα περισσότερο. Τι υπάρχει, λοιπόν, σ’ αυτές τις 6 ώρες πυκνού τηλεοπτικού χρόνου (κατά την αγαπημένη συνήθεια της βρετανικής τηλεόρασης) που κατάφερε να σαγηνεύσει ένα τόσο μεγάλο ακροατήριο;

Ήδη από την αρχή, το Bodyguard είχε κάμποσα πράματα να δουλεύουν με το μέρος του. Αρχικά, είχε έναν δημιουργό με μεγάλο παρελθόν στην βρετανική tv και το BBC συγκεκριμένα, αφού ο Jed Mercurio ήταν εν πολλοίς στυλοβάτης της αγγλικής εκδοχής του medical drama κύματος στα 90s και τα 00s (ευτυχώς πέρασε κι αυτό) με τα Cardiac Arrest και Bodies. Κυρίως όμως, το 2012 δημιούργησε το Line of Duty, ένα αστυνομικό-πολιτικό thriller μυστηρίου που κατάφερε να γίνει μια από τις πιο πετυχημένες σειρές της τρέχουσας δεκαετία στη Βρετανία, επιτυγχάνοντας στο να ισορροπήσει τίμια το format και τις συμβάσεις ενός παραδοσιακού μπατσο-procedural με την στοιχειωδώς επεξεργασμένη και σφαιρική ματιά σε ζητήματα αντι-τρομοκρατίας και αστυνομικής-πολιτικής διαφθοράς.

Κι ενώ το Line of Duty ετοιμάζεται για την 5η σεζόν του μέσα στο 2019, το Bodyguard μοιάζει με ένα φυσικό βήμα για τον Mercurio. Με δύο χαρισματικούς πρωταγωνιστές, τον Richard Madden του Game of Thrones και την Keely Hawes του Line of Duty και του Spooks (και πολλών άλλων βέβαια), το Bodyguard επιχειρεί να αφηγηθεί μια ουσιαστικά σύγχρονη ιστορία στο βρετανικό πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον. Ο David Budd έχει επιστρέψει από τον πόλεμο του Αφγανιστάν και πλέον δουλεύει στην υπηρεσία προστασία της λονδρέζικης αστυνομίας, ενώ παράλληλα (και αναμενόμενα) παλεύει το PTSD του και με την καταρρέουσα οικογενειακή του ζωή. Όταν, λοιπόν, του ανατίθεται η νευραλγική θέση της προστασίας της υπερ-φιλόδοξης υπουργού εσωτερικών, Julia Montague, τότε στο παιχνίδι μπαίνει συνολικά η πολιτική υποστήριξης του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία», τόσο στην Μέση Ανατολή όσο και στη Μεγάλη Βρετανία, μαζί με όλες της τις αντιθέσεις και αντιφάσεις.

Φυσικά, αν θέλει κανείς να αναπαραστήσει πράγματι στοιχειωδώς επεξεργασμένα αυτό το πολιτικό περιβάλλον, τότε είναι αδύνατον να αφήσει απ’ έξω τα δόγματα ασφαλείας, την κυρίαρχη ιδεολογία και την πολιτική σύγκρουση εντός των δυτικών χωρών. Κι όντως, το Bodyguard ξεκινάει από μια τέτοια βάση. Η πολιτική του προσέγγιση έχει μια minimum πολυπλοκότητα, όχι αρκετή για να παράξει κάτι καινοτόμο ή ριζοσπαστικό, αλλά αρκετή ώστε να πάρουμε στα σοβαρά αυτά που έχει να πει. Αν μη τι άλλο, η σειρά αναγνωρίζει πως ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία είναι πρωτίστως ζήτημα εσωτερικής πολιτικής, διαπάλης για εξουσία και κατασκευής ενός εσωτερικού εχθρού (μαζί με τις ισλαμοφοβικές ή συνολικά ξενοφοβικές της προϋποθέσεις). Κατά μία έννοια, στρέφοντας το φόκους στην πολιτική εξουσία, το Bodyguard ξεκινάει μοιάζοντας σαν μια αντεστραμμένη εκδοχή του Four Lions, της τρομερής σκοτεινής κωμωδίας του Chris Morris για το Channel 4 πριν μερικά χρόνια που προσπάθησε να δει πώς παράγεται ο «εσωτερικός εχθρός» της τρομοκρατίας εντός της ίδιας της βρετανικής κοινωνίας βάσει των δικών της αποκλεισμών και αντιθέσεων.

Έτσι, το Bodyguard στήνεται σαν ένα τίμιο και σφιχτοδεμένο thriller, με ρυθμό σιγοψησίματος στο μεγαλύτερο κομμάτι του και με δραματικές ή κυριολεκτικές εκρήξεις εκεί που όντως απαιτούνται από την ανάπτυξη της αφήγησης. Βέβαια, παρόλο που βλέπεται χαρακτηριστικά απολαυστικά, το Bodyguard καθιστά σαφές το τι έχει σκοπό να θυσιάσει στο βωμό της τηλεοπτικής αποτελεσματικότητας. Ο κεντρικός ήρωας αρχίζει να σπαταλιέται σε όλες τις γνωστές κοινοτοπίες βετεράνων του πολέμου, με τα ψυχικά τραύματα να χρησιμοποιούνται κλασικά περισσότερο ως αφηγηματικό τρικ, καταλήγοντας ένας αρκετά στερεοτυπικός τηλεοπτικός ήρωας που είναι ικανός για τα πάντα – σαν να βγήκε από μια πιο καλοφτιαγμένη εκδοχή του 24, ενώ εμείς θα προτιμούσαμε σαφώς κάτι πιο κοντά στο εξαιρετικό φετινό, κι επίσης βρετανικό, Killing Eve.

Αντίστοιχα, ενώ η σειρά μοιάζει να δίνει υποσχέσεις για μια πιο πειστική ή ουσιαστική αναπαράσταση του πώς η δομή κράτους-παρακράτους αναπαράγεται από τα χαμηλότερα λούμπεν μέχρι τα υψηλότερα κυριλέ κλιμάκια, τελικά το πράγμα μπουρδουκλώνεται σε μια σειρά από αποκαλύψεις που ξεδιπλώνουν μια όλο και πιο εξωφρενική συνωμοσία μέσα από απανωτά plot twits, καταλήγοντας εν τέλει σε ένα βιαστικό και υπερ-τακτοποιημένο φινάλε. Βέβαια, είμαστε αρκετά συνηθισμένοι στην θυσία της αφήγησης με πολιτική και δραματική δύναμη προκειμένου να προκύψει ένα συναρπαστικό τηλεοπτικό προϊόν με παραδοσιακούς όρους, όπως φερ’ ειπείν στα πρόσφατα Homeland και House of Cards.

Εν τέλει, για μια σειρά με φιλοδοξίες σοβαρού πολιτικού thriller, το Bodyguard πριμοδοτεί εμφατικά την πλευρά του thriller έναντι της πλευράς της πολιτικής. Αυτό γρήγορα-γρήγορα σημαίνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι, ΟΚ, καταλήγει να μοιάζει φτωχό μπροστά στην τηλεοπτική παράδοση απ’ την οποία αντλεί την δύναμή του. Δεύτερον, ότι, γαμώτο, συνεχίζει να είναι φουλ συναρπαστικό γι’ αυτό που είναι.

Best of internet