To Wellington Paranormal είναι η μίξη X-Files και Brooklyn Nine-Nine που είχαμε ανάγκη, χωρίς να το ξέρουμε

Το spinoff του What We Do in the Shadows έγινε μια απ’ τις καλύτερες τηλεοπτικές κωμωδίες της χρονιάς

Είναι μερικές φορές που τα άστρα συναντιούνται μεταξύ τους και παράγονται μοναδικά αποτελέσματα. Πώς να το κάνουμε τώρα, δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς. Να, για παράδειγμα, όταν το 2012 οι Taika Waititi και Jemaine Clement συναντήθηκαν για να φτιάξουν το What We Do in the Shadows, αυτό το υπέροχο horror mockumentary με τα βαμπίρ-συγκατοίκους που βασίστηκε στην ομώνυμη ταινία μικρού μήκους τους από το 2005, τα άστρα συναντήθηκαν. Ίσως ήταν μικρή συνάντηση, ίσως πέρασε απαρατήρητη σε ένα βαθμό – αλλά συνέβη, το είδαμε, ήμασταν μάρτυρες.

Πριν το What We Do in the Shadows, ο Waititi ήταν ένας σκηνοθέτης και κωμικός από τη Νέα Ζηλανδία που είχε γυρίσει δύο παράξενες ταινίες: την ρομαντική κωμωδία Eagle vs Shark και το coming-of-age δράμα (περίπου) Boy. O Clement, από την άλλη, ήταν ένας εξίσου Νεοζηλανδός κωμικός και μουσικός που αποτελούσε το ένα δεύτερο των υπέροχων Flight of the Conchords, οι οποίοι έγιναν κάπως γνωστοί (ενώ άξιζαν πολύ περισσότερο) μέσα από την ομώνυμη κωμική σειρά τους στις ΗΠΑ που προβλήθηκε στα τέλη των 00s από το HBO.

Έκτοτε, βέβαια, αμφότεροι έχουν απογειωθεί. O Waititi έφτιαξε άλλη μια εκπληκτική ταινία στη χώρα του, το Hunt for the Wilderpeople, και μετά ανέλαβε το Thor: Ragnarok με εξαιρετικά αποτελέσματα, ενώ τώρα ετοιμάζει τη σκοτεινή κωμωδία Jojo Rabbit για τη μεγάλη οθόνη, αποτελώντας παράλληλα έναν από τους σκηνοθέτες που θα αναλάβουν την πρώτη Star Wars σειρά που θα προβληθεί στη νέα streaming πλατφόρμα της Disney, με τίτλο The Mandalorian. Ταυτόχρονα, ο Clement έκτοτε έχει κάνει voice acting σε μεγάλες παραγωγές σαν το Moana και το Lego Batman, παίζοντας και έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στο υπέροχο τηλεοπτικό Legion.

Και ναι, μεγάλο μέρος αυτής της πρόσφατης πορείας οφείλεται προφανώς στην αναγνώριση που έλαβαν για το What We Do in the Shadows, το οποίο ετοιμάζεται κι αυτό να πάρει τηλεοπτική μορφή για λογαριασμό του δικτύου FX μέσα στο 2019, ενώ βρίσκεται στα σκαριά κι ένα mockumentary με λυκάνθρωπους υπό τον προσωρινό τίτλο We’re Wolves. Στο μεταξύ όμως, πριν γίνουν όλα αυτά, οι δυο τους πρόλαβαν να φτιάξουν και ένα γρήγορο, μικρό, τσαχπίνικο spinoff της ταινίας. Το Wellington Paranormal ξεκίνησε να προβάλλεται μέσα στο καλοκαίρι στην τηλεόραση της Νέας Ζηλανδίας και μας κράτησε, ομολογουμένως, μια τίμια αυγουστιάτικη τηλεοπτική παρέα τις δύσκολες μέρες του Αυγούστου. Το spinoff, λοιπόν, δεν εκπλήσσει καθόλου – και δεν υπήρχε κανένας λόγος να το κάνει άλλωστε. Είναι ένα κωμικό mockumentary τρόμου και μυστηρίου, με πρωταγωνιστές δύο αγαθιάρηδες μπάτσους από την υπερφυσική αστυνομία του Wellington.

Το κινηματογραφικό (και τηλεοπτικό πλέον ντουέτο) των Waititi και Clement έχει ένα σημαντικό προτέρημα που το χρησιμοποιεί στο έπακρον (και) στο Wellington Paranormal. Είναι που η πανέξυπνα κρετινίστικη κωμωδία του δεύτερου συνδυάζεται τόσο όμορφα με την εκκεντρική auteur ευαισθησία του πρώτου – κι όλο αυτό παράγει ένα αποτέλεσμα που καταφέρνει ταυτόχρονα να είναι απενοχοποιημένα ξεκαρδιστικό και εξαιρετικά φροντισμένο αισθητικά και συναισθηματικά. Ναι, δε γίνονται και πολύ συχνά αυτά τα πράγματα – κι ευτυχώς που φέτος στην τηλεόραση είχαμε κι ένα Barry ή ένα Atlanta, μεταξύ άλλων, που κινήθηκαν σε μια παρόμοια κατεύθυνση με πολύ πιο συγκροτημένο και φιλόδοξο τρόπο.

Φυσικά, μεγάλο μέρος της επιτυχίας της σειράς, όπως και της αρχικής ταινίας, οφείλεται στην επεξεργασμένη και ώριμη χρήση του mockumentary ύφους. Κακά τα ψέματα, δεν είναι καθόλου δύσκολο ή σπάνιο να χρησιμοποιεί κανείς τo στυλ του mockumentary σαν φτηνό και γρήγορο τρικ έπειτα από την τεράστια επιτυχία του The Office σε όλες τις κατά τόπους εκδοχές του. Αντί να το χρησιμοποιήσουν σαν ένα εύκολο κλείσιμο του ματιού, όμως, οι Clement και Waititi αξιοποιούν αυτήν την μεγάλη και βαθιά παράδοση του ψευδο-ντοκιμαντέρ, από τα πρώιμα πειράματα του Luis Bunuel και του Orson Welles μέχρι την κωμωδία των Monty Python ή του Woody Allen και τις θρυλικές πια κωμωδίες του Christopher Guest (με αποκορύφωμα φυσικά το Spinal Tap αλλά και το Waiting for Guffman), δένοντας την με την ίδια την αστάθεια της αλήθειας κατά την αφήγηση μιας κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής ιστορίας. Και φυσικά, το υπερφυσικό και το φανταστικό είναι η αυτονόητη επικράτειά τους σ’ αυτό το εγχείρημα – μαζί με τις απεριόριστες δυνατότητες που έχει ο κρυμμένος κωμικός πλούτος του horror genre.

Η mockumentary αισθητική του, λοιπόν, είναι πειστική – ακριβώς γιατί δένει με το πόσο πραγματικοί μοιάζουν οι άνθρωποι και πόσο εξωπραγματικά μοιάζουν τα γεγονότα, τόσο που πράγματι θα άξιζαν ένα δικό τους αλλόκοτο ντοκιμαντέρ. Επιπλέον, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό, το όλο πράγμα αποπνέει μια τόσο γλυκιά DIY υφή στο στυλ του που δημιουργεί μια lo-fi αίσθηση πραγματικά χειροποίητης σειράς – όπως ακριβώς θα έπρεπε να μοιάζει ένα τέτοιου είδους mockumentary, αντί για μία εμφανώς πανάκριβη παραγωγή όπου η mockumentary αισθητική εμφανίζεται σχεδόν σαν συμπτωματικό στοιχείο για να κάνει λίγο πιο πικάντικη την κατά τ’ άλλα χλιαρή αφήγηση.

Εν τέλει, βέβαια, το πιο δυνατό στοιχείο του Wellington Paranormal είναι ο τρόπος που συνδυάζει την πυκνότητα και την φαιδρότητα. Την ώρα που συνειδητοποιείς ότι η σειρά στήνεται ουσιαστικά με τη μορφή μιας αλλόκοτης, absurdist τραγικωμωδίας αλλοτρίωσης σε έναν εργασιακό χώρο, ταυτόχρονα σου σκάει ο εμετός δαιμονισμένων κοριτσιών σε Mall που υποστηρίζουν πως είναι ο Bazu’aal του Unholy Realm. Ενώ η σειρά εξετάζει τις νοσταλγικές και high-tech πλευράς της κουλτούρας της διασκέδασης, παράλληλα εμφανίζονται Στόματα της Κολάσεως μέσα από μεταμοντέρνα γλυπτά κεντρικών πλατειών της πόλης.

Κι όλα αυτά βγάζουν, φυσικά, φουλ νόημα προερχόμενα από ένα δίδυμο που δήλωνε, επ’ αφορμής του What We Do in the Shadows, πως η αγαπημένη του ταινία με βαμπίρ είναι το Lost Boys, δηλαδή το avant-camp, teenage wasteland δημιούργημα του Joel Schumacher από τα 80s. Το Wellington Paranormal είναι campy χωρίς να είναι κακοφτιαγμένο, είναι παρωδιακό χωρίς να είναι τετριμμένο, είναι meta χωρίς να είναι αυτάρεσκο. Σε τελική ανάλυση, έτσι ακριβώς θέλουμε την «χαμηλή κουλτούρα» μας: ιδιοφυή, καραγκιόζικη, πυκνή, χοντροκομμένη, ουσιαστική, χειροποίητη.

Best of internet