Όταν στα σκάει το Maniac, η νέα παραισθησιογόνα μίνι σειρά του Netflix

Με την Έμα Στόουν και τον Τζόνα Χιλ να τριπάρουν σαν να μην υπάρχει αύριο

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

28 Σεπτεμβρίου 2018

Μ’ αρέσουν πολύ οι μίνι σειρές. Αυτό είναι μια πολύ γενική κι αφηρημένη δήλωση που, επιφανειακά τουλάχιστον, δεν σημαίνει τίποτα. Είναι σχεδόν σαν να λες ότι σου αρέσουν οι κινηματογραφικές τριλογίες. ΟΚ, μπράβο. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι τόσο απλό. Κι αυτό γιατί, κατά μία έννοια, η δομή της μίνι σειράς αποτελεί την αποθέωση του μέσου, την αποθέωση της τηλεοπτικής αφήγησης. Ένα από τα βασικά προβλήματα του τηλεοπτικού περιβάλλοντος, όπως πιθανώς να έχετε διαπιστώσει κι οι ίδιοι, είναι ότι συχνά οι σειρές τείνουν να μένουν στην θέση τους παραπάνω απ’ όσο πρέπει. Αυτό δεν σημαίνει απλά ότι γίνονται χειρότερες με το πέρασμα του χρόνου – μπορεί να συμβεί σε όλους μας, δεν είναι κακό. Αντίθετα, σημαίνει ότι η ανάγκη προσαρμογής στις ανάγκες ενός δικτύου και της τηλεοπτικής αγοράς εν γένει γίνεται η πρώτη προτεραιότητα έναντι της δομής, του ρυθμού, της συνοχής και της ολοκλήρωσης μιας τηλεοπτικής ιστορίας με τους δικούς της όρους.

Μ’ αυτήν την έννοια, μια μίνι σειρά που έχει μια προγραμματισμένη αρχή κι ένα προγραμματισμένο τέλος, μια αυτοτελή και συνεκτική αφήγηση, έναν δικό της διακριτό ρυθμό και ύφος καθ’ όλη την διάρκεια της – μια τέτοια μίνι σειρά μπορεί να αποτελέσει θείο τηλεοπτικό δώρο. Και βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι συχνά το format της μίνι σειράς συνδέεται με τις δουλειές δημιουργών που επιθυμούν να φέρουν άλλοτε μια κινηματογραφική κι άλλοτε μια μυθιστορηματική υφή στην τηλεόραση. Από το Scenes from a Marriage του Μπέργκμαν και τα Welt am Draht και Berlin Alexanderplatz του Φασμπίντερ μέχρι το Tinker Tailor Soldier Spy του Irvin και το Tanner ’88 του Altman, υπήρχε εδώ και δεκαετίες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ μια παράδοση μίνι σειράς βασισμένης σε ένα όραμα δημιουργών με συνοχή και μια αίσθηση πληρότητας.

Στην ώριμη περίοδο της αμερικάνικης τηλεόρασης, αυτή η παράδοση φάνηκε από τα 90s κι έπειτα να δημιουργεί ένα κύμα με τις υπέροχες μίνι σειρές του David Simon (όπως το The Corner κι αργότερα τα Generation Kill και Show Me A Hero) και το επικό Band of Brothers, ενώ ήδη μέσα στα τελευταία χρόνια έχουμε δει σύγχρονους κινηματογραφικούς δημιουργούς να επιλέγουν πετυχημένα το format της μίνι σειράς, όπως έκανε ο Todd Haynes με το Mildred Pierce, o Jean-Marc Vallee με το Big Little Lies και το Sharp Objects, o James Marsh με το The Night Of, o Paolo Sorrentino με το Young Pope ή ο Steven Soderbergh με το Mosaic. Σ’ αυτήν την λίστα, λοιπόν, έρχεται να προστεθεί κι ο αγαπημένος μας Cary Fukunaga.

Όχι ότι ο Fukunaga είναι καινούριος στην τηλεόραση, βέβαια. Κάθε άλλο. Αλλά όταν ανέλαβε να σκηνοθετήσει (υπέροχα) την πρώτη σεζόν του True Detective το 2014, είχε ήδη μια μικρή πλην πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πορεία με τα Sin Nombre και Jane Eyre, αμφότερα ιδιαιτέρως όμορφα σαν ταινίες. Έπειτα, σκηνοθέτησε το φιλόδοξο Beasts of No Nation, παραλίγο να γράψει και να γυρίσει το It, ανέλαβε εσχάτως την επεισοδιακή παραγωγή του Bond 25 και, την περασμένη βδομάδα, κυκλοφόρησε από κοινού με τον Patrick Sommerville (σεναριογράφο του Leftovers στο παρελθόν) τη μίνι σειρά Maniac για λογαριασμό του Netflix.

Με λίγα λόγια, πρόκειται για έναν δημιουργό με αξιοζήλευτη ευελιξία μεταξύ μεγάλων στούντιο, ανεξάρτητων πρότζεκτ και τηλεοπτικών σειρών, διατηρώντας σε όλα μια πολύ έντονη φροντίδα για το στυλ, το ύφος, τη φινέτσα. Και το Maniac τον βρίσκει σε πολύ καλή φόρμα, αγαπητοί φίλοι και φίλες. Στα χαρτιά, πρόκειται για μια σκοτεινή κωμωδία όπου δύο βασανισμένοι άνθρωποι, ο Όουεν του Τζόνα Χιλ κι η Άνι της Έμα Στόουν, βρίσκονται να συμμετέχουν ως εθελοντές στα φαρμακευτικά πειράματα μιας μεγάλης εταιρίας βιοτεχνολογίας που κλονίζουν εκ βαθέων το ασυνείδητό τους. Ο πρώτος με διαγνωσμένη σχιζοφρένεια κι η δεύτερη στα πρόθυρα της κατάθλιψης, οι δύο ήρωες έχουν δει τη ζωή τους να φεύγει από τον έλεγχό τους και ποντάρουν πλέον τα πάντα σε μια υπόσχεση χημικής διόρθωσης της δυσλειτουργίας που ονομάζεται ζωή.

Ουσιαστικά, μιλάμε για μια απλή και δυνατή ιδέα. Επιστρατεύοντας το sci-fi ύφος, οι Fukunaga και Sommerville γνωρίζουν πολύ καλά πως η επιστημονική φαντασία πάντα έπαιζε πολύ καλά με τις τεχνολογίες κατασκευής ταυτότητας και μνήμης. Ας μην ξεχνάμε, για παράδειγμα, πως το Total Recall βασίστηκε στο διήγημα του Φίλιπ Κ. Ντικ με τον εκπληκτικά σαφή τίτλο We Can Remember It For You Wholesale. Πηγαίνοντας αυτήν την παράδοση δυο στενά παρακάτω, το Maniac επιχειρεί να επεξεργαστεί την βιοτεχνολογική κατασκευή της θεραπείας, της λύτρωσης. Εδώ, μπορούν να σε βοηθήσουν και να σε σώσουν χονδρική, αρκεί να αφεθείς και να το πιστέψεις.

Φυσικά, οι αναμενόμενες επιπλοκές είναι τεράστιες, το διακύβευμα της πλοκής αποδεικνύεται γιγάντιο για την ανθρωπότητα και τα σχετικά. Το εξυπνότερο εύρημα της σειράς, όμως, είναι να τοποθετήσει την παραπάνω ιδέα με σαφήνεια σε ένα πλαίσιο έκκλησης για βοήθεια, βάζοντας στο επίκεντρο την υλική και συναισθηματική κατάσταση που οδηγεί σε self-help πειραματισμούς και απεγνωσμένη απεύθυνση σε μυστήρια θεραπευτικά κέντρα ή κοινότητες απατεώνων. Παρ’ όλα αυτά, οι δημιουργοί γνωρίζουν πως πίσω από αυτή κρύβεται μια επιθυμία για διαφορετική ζωή, για διαφορετικές σχέσεις. Μπορεί αυτή η επιθυμία να εμφανίζεται ως αλλοτριωμένη ή μάταιη, αλλά εκφράζει έναν πόθο για έλεγχο των συνθηκών ζωής και των συναισθημάτων – χαρίζοντας στη σειρά έναν απλό πλην πλούσιο συναισθηματικό κόσμο με τον οποίο είναι τόσο εύκολο να ταυτιστείς, ακόμα κι αν η πλοκή γίνεται εξωπραγματική. Είναι σαν το Safe του Todd Haynes να βρήκε την σύγχρονη pop culture μορφή που του αντιστοιχούσε στον ώριμο 21ο αιώνα.

Υπάρχει, επιπλέον, και κάτι στο Maniac που δημιουργεί αισθήματα ευφορίας, κι αυτό είναι η παρουσία των Χιλ και Στόουν στην οθόνη. Όχι γιατί πρόκειται για εξαιρετικούς ηθοποιούς. Είναι καλοί, αλλά δεν είναι εξαιρετικοί. Είναι, όμως, δύο ηθοποιοί που αποτελούν συμπαθέστατα δείγματα αυτής της γενιάς 30ρηδων που ξεκίνησε ως πιτσιρικαρία στις πετυχημένες ανανεωτικές κινηματογραφικές κωμωδίες στα μέσα των 00s (με ταινίες σαν τα Superbad, Easy A, Knocked Up και Zombieland), έπειτα κάνανε τα blockbuster περάσματά τους, και τα τελευταία χρόνια έχουν ακολουθήσει μια πορεία με πολύ καλές επιλογές ρόλων και πρότζεκτ, με τη Στόουν φέτος να πρωταγωνιστεί στο The Favourite του Λάνθιμου και τον Χιλ να κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το Mid90s.

Το δυνατότερο σημείο της σειράς, όμως, είναι η αισθητική της, η οπτική και μη ατμόσφαιρα που καταφέρνει να δημιουργήσει ο Fukunaga. Το Maniac είναι βιντάζ, είναι κουλ, είναι ρετροφουτουριστικό, έχει μια micro-scifi ατμόσφαιρα που είναι σαν να έκανε μια μεγάλη pop ένεση στο ύφος του Κιούμπρικ και να το συνδύασε με τον συναισθηματικό πυρήνα του Spike Jonze στο Her ή του Michel Gondry στο Eternal Sunshine of the Spotless Mind. Είναι μια τριπαριστή φαντασμαγορία με λαϊκή ψυχαναλυτική προσέγγιση και διακυβεύματα που αντιστοιχούν στο τέλος του κόσμου. Ναι, αυτό συχνά οδηγεί σε ένα μπουρδούκλωμα στον προσανατολισμό του Maniac. Είναι, όμως, κάτι που εν τέλει συγχωρούμε – γιατί χωρίς λίγη ασυναρτησία και λίγη παράνοια δεν έχει και πολύ νόημα ούτε η τηλεόραση, ούτε η ζωή.

Best of internet