Το «Killing Eve» είναι μια σειρά φτιαγμένη για να βλέπεται εμμονικά

Διεθνείς κατάσκοποι, πληρωμένοι δολοφόνοι, θανατερός ερωτισμός, χαμός γενικά

Από τις 8 Απριλίου μέχρι τις 27 Μαΐου, πριν από λίγες μέρες δηλαδή, το BBC America προέβαλε τα 8 επεισόδια της σειράς Killing Eve. Δεν θα πω ψέματα: χαμπάρι δεν πήρα. Πριν από δύο βδομάδες, όταν η πρώτη σεζόν της σειράς έφτανε στο τέλος της, κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες το Solo: A Star Wars Story, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν είναι το θέμα μας εδώ. Καθώς, λοιπόν, χάζευα το supporting cast της ταινίας ώστε να δω σε τι άλλο ενδιαφέρον έχουν συμμετάσχει, έπεσα πάνω στο όνομα της Phoebe Waller-Bridge, η οποία είχε δανείσει τη φωνή της στο droid-σύντροφο του Lando Calrissian με την κωδική ονομασία L3-37. Δεν την ήξερα, για να πω την αλήθεια. Τσεκάροντας τα υπόλοιπα credits της, όμως, συνειδητοποίησα ότι έχει δημιουργήσει ήδη 3 τηλεοπτικές σειρές στην Αγγλία για λογαριασμό των Channel 4 και BBC με όλες τους να παίρνουν από πολύ καλές μέχρι διθυραμβικές κριτικές. Η πρώτη ήταν το Crashing, η δεύτερη ήταν το Fleabag κι η τρίτη ήταν το Killing Eve. Αφού ένιωσα λίγο άσχημα που δεν με είχε ειδοποιήσει κανείς (το ίντερνετ, ας πούμε) γι’ αυτήν τη σειρά, ξεκίνησα να βλέπω το Killing Eve περιμένοντας αυτό ακριβώς που υποσχόταν η λιτή περιγραφή του: μια γυναίκα κατάσκοπος κυνηγάει μια γυναίκα δολοφόνο και στο μεταξύ αποκτούν εμμονή η μία για την άλλη.

Ναι, η σειρά είναι καταπληκτική. Αν αυτό σας αρκεί, μπορείτε να σταματήσετε εδώ και να πάτε κατευθείαν να την ψάξετε. Εμείς θα συνεχίσουμε όμως, αγαπητές φίλες κι αγαπητοί φίλοι, στην προσπάθειά μας να επεξεργαστούμε τι ήταν αυτό που μας συντάραξε στην ερωτική κατασκοπική ιστορία της βρετανίδας πρακτόρισσας Eve Polastri και της μυστηριώδους πληρωμένης δολοφόνου Villanelle, η οποία αποτελεί την ηρωίδα των ομώνυμων κατασκοπικών μυθιστορημάτων του Luke Jennings, για τα οποία επίσης δεν είχα καμία απολύτως ιδέα – νομίζω πρώτη φορά παραδέχομαι τόση πολλή άγνοια πριν καν φτάσουμε τις 300 λέξεις κειμένου. To Killing Eve, παίρνοντας μια κατεξοχήν οικεία θριλερική φόρμουλα και παίζοντας με τα όριά της, κατάφερε να πατήσει μερικά κουμπιά που περίμεναν καρτερικά το πάτημά τους εδώ και κάμποσο καιρό για να έρθουν ξανά στην επιφάνεια της pop κουλτούρας με τρόπο έξυπνο, ουσιαστικό, καλοφτιαγμένο.

Κουμπί πρώτο: L’amour fou. Η τρελή αγάπη, η εμμονική προσήλωση, η ακαταμάχητη επιθυμία για κατοχή και προστασία του Άλλου παράλληλα με την πιο εμφατική αδυναμία αποδοχής της απόρριψης, της αδιαφορίας, της αυτονομίας του Άλλου. Είναι μια οριακή κατάσταση του σχετίζεσθαι, αν μη τι άλλο, και οι καλύτερες στιγμές των αφηγηματικών μορφών τέχνης κατάφεραν να εντοπίσουν την θανατηφόρα αύρα που περιβάλλει αυτήν την εμμονική έλξη. Αν πιάσουμε συνοπτικά μερικές εμβληματικές στιγμές αυτής της μυθολογίας, θα δούμε για παράδειγμα ότι ήδη από την ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής ο γάμος και ο θάνατος συγχωνεύονται σε μια ενιαία και αδιαφοροποίητη διαβατήρια τελετή, μια μετάβαση και κατάβαση προς το άγνωστο. Αυτή η συγγένεια μεταξύ έρωτα και θανάτου, ο διπλός δεσμός κατάφασης και κατάργησης της ζωής, εμφανίζεται σε πολλούς από τους εμβληματικούς μύθους της εμμονικής αγάπης. Είναι εκεί στον Αρθούρο, την Γκουίνεβιρ και τον Λάνσελοτ. Στον Τριστάνο και την Ιζόλδη. Κι αργότερα, όταν στον 20 αιώνα η κινηματογραφική τέχνη χτίζει την ολόδική της γλώσσα να μιλάει για την ανθρώπινη κατάσταση, συναντούμε αυτήν την τρελή εμμονική αγάπη σε ταινίες που ξεκινάνε από τον Ανδαλουσιανό Σκύλο και τον Γαλάζιο Άγγελο και φτάνει μέχρι τον Θάνατο στη Βενετία, το Whatever Happened to Baby Jane και το Sleuth – φτάνοντας ως και το Sid and Nancy ή το Eternal Sunshine of the Spotless Mind.

Ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον, βέβαια, έχουν οι περιπτώσεις όπου αυτή η εμμονική προσήλωση σε ένα πρόσωπο έρχεται σε αντίθεση με τις αστυνομικές ορθολογικές μεθόδους εύρεσης της αλήθειας. Όταν, δηλαδή, παρακολουθούμε την μετάβαση από το πεδίο του λόγου και της έρευνας στο πεδίο της εμμονής και της αδυναμίας. Ναι, αυτές οι αστυνομικές ιστορίες είναι η καλύτερες – θα μας επιτρέψετε να πούμε. Για παράδειγμα, στην Laura του Otto Preminger ο ντετέκτιβ ερωτεύεται την γυναίκα της οποίας την δολοφονία ερευνά. Στο Vertigo του Χίτσκοκ ο πρώην ντετέκτιβ γίνεται εμμονικός με το «αντικείμενο» της έρευνας του και αναγκάζεται να φλερτάρει με τον θάνατο. Στο Twin Peaks o πράκτορας Cooper μαγνητίζεται από την Laura Palmer ερευνώντας την δολοφονία της και ο ίδιος χάνει όλο και περισσότερο τον έλεγχο. Και βέβαια, υπάρχει κι η σχέση μεταξύ Batman και Joker όπου ο άνθρωπος-νυχτερίδα φτάνει στο να σκοτώσει ακριβώς επειδή ο εχθρός του είναι το απόλυτο αντικείμενο του πόθου του. Εδώ, στο Killing Eve, οι δύο γυναίκες πρωταγωνίστριες παίζουν το εμμονικό παιχνίδι του πάθους και του θανάτου με τρόπο εντυπωσιακό, μαγνητιστικό, εθιστικό.

Κουμπί δεύτερο: Spy vs spy. Πόσο πολύ έχει υποφέρει η κατασκοπία στη μεγάλη (και τη μικρή) οθόνη. Υπάρχει κάτι στην μυθολογία της ζωής των κατασκόπων, αυτός ο εγκλωβισμός στην υπηρεσία των πιο σκοτεινών κρατικών συμφερόντων και την καταδίκη της πιθανότητας για μια αυθεντικά ανθρώπινη ζωή, που μοιάζει να έχει σπαταληθεί στο μεγαλύτερο μέρος των κατασκοπικών ιστοριών. Ενώ η αίσθηση της ανθρώπινης σπατάλης μέσα στο βρώμικο έργο της κατασκοπίας είναι εκεί στις πρώιμες αναπαραστάσεις του Spione του Fritz Lang και της Mata Hari με την Greta Garbo, από τη δεκαετία του ’60 ειδικά κι έπειτα η κατασκοπική μυθολογία αφιερώνεται κυρίως είτε στο coolness των πρακτόρων τύπου James Bond είτε στις προκάτ συντηρητικές ψυχροπολεμικές περιπέτειες δράσης.

Μεταξύ άλλων, βέβαια, σημαντικές εξαιρέσεις αποτελούν πολλές από τις μεταφορές των φοβερών μυθιστορημάτων του Τζον Λε Καρέ, ξεκινώντας από το εμβληματικό The Spy Who Came in from the Cold του Martin Ritt το 1965 και φτάνοντας μέχρι το εξαιρετικό Tinker Tailor Soldier Spy του Thomas Alfredson το 2011. Και φυσικά, η βρετανική τηλεόραση έχει τιμήσει στο παρελθόν και με το παραπάνω τον Λε Καρέ, μεταφέροντας με απίστευτα σκοτεινό και υπέροχα μίζερο τρόπο τις ιστορίες του με τον Alec Guinness στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μ’ έναν τρόπο, το Killing Eve κρατάει το συναισθηματικό βάθος αυτής της spy vs. spy δυναμικής που απλώνεται πάνω από ψυχροπολεμικά σύνορα και διαλυμένες οικογένειες, αλλά τις δίνει όλη την σπιρτάδα και τον ρυθμό που έχουν οι καλύτερες περιπέτειες αστυνομικού μυστηρίου.

Κουμπί τρίτο: Αντι-αντι-ηρωίδες. Ανάθεμα αν υπάρχει πιο παρεξηγημένος και κουρασμένος όρος στην συζήτηση του κινηματογράφου από τον «αντι-ήρωα». Δεν θα το συζητήσουμε αναλυτικά εδώ, παρόλο που έχει μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά θα αρκεστούμε να πούμε μερικά πράγματα μόνο. Συνήθως, όταν μιλάμε για αντι-ήρωες, αναφερόμαστε σε κινηματογραφικούς πρωταγωνιστές που είναι πολύπλοκοι, έχουν ελαττώματα, δεν έχουν καλοκουρδισμένη ηθική πυξίδα, δεν έχουν μια άκαμπτη αίσθηση του καλού και του κακού. Κι αντίστοιχα, οι δημιουργοί φροντίζουν συνήθως η ιστορία τους να λέγεται απ’ την δική τους σκοπιά, ώστε να γνωρίσουμε καλύτερα την γλώσσα του κόσμου τους χωρίς να κληθούμε να τους κρίνουμε επί της αρχής ηθικά. Αν γκουγκλάρουμε και μπούμε στις κλασικές λίστες με τους καλύτερους αντι-ήρωες όλων των εποχών στο σινεμά, θα βρούμε αναμενόμενα πράγματα. Δηλαδή, θα βρούμε χαρακτήρες που ξεκινούν από τον Τζέιμς Ντιν στο Επαναστάτης Χωρίς Αιτία και τον Τράβις Μπικλ στον Ταξιτζή και φτάνουν μέχρι τον Άλεξ του Κουρδιστού Πορτοκαλιού και τον Μάικλ Κορλεόνε του Νονού. Με λίγα λόγια, θα βρούμε χαρακτήρες που (μέσα στην μαλακία που τους δέρνει και τα κλασικά αρρενωπά στερεότυπα που κουβαλάνε) έχουν αληθινό βάθος, πολυπλοκότητα, ειλικρίνεια.

Το πρόβλημα είναι ότι, συνήθως, το σινεμά και η τηλεόραση δεν έκαναν την χάρη στους γυναικείους χαρακτήρες να γίνουν αντι-ηρωίδες. Να αποκτήσουν δηλαδή αυτήν την κινηματογραφική αλήθεια που δηλώνει ότι οι πράξεις τους έχουν ανθρώπινο βάθος που φέρνει κοντά το καλό και το κακό, τα στροβιλίζει μεταξύ τους και βγάζει στο τέλος ένα περίπλοκο ψηφιδωτό ανθρώπινης συμπεριφοράς που είναι δύσκολο να κρίνεις ηθικά με σιγουριά. Πιο συγκεκριμένα, ο πολύ συχνός εγκλωβισμός των γυναικείων χαρακτήρων στο καλό και το κακό είναι ένας από τους πιο ύπουλους τρόπους που έχει η κινηματογραφική γραφή για να περιορίζει την γυναικεία αυτονομία στην οθόνη. Δεν είναι ότι απλά ότι συχνότατα οι άνδρες δημιουργοί δεν μπορούν να γράψουν αληθινούς γυναικείους χαρακτήρες, είναι ότι δεν θέλουν αυτοί οι γυναικείοι χαρακτήρες να είναι αληθινά αληθινοί. Για παράδειγμα, αν πάρουμε την Jessica Jones που θεωρείται μια σύγχρονη τηλεοπτική αντι-ηρωίδα (και την οποία μια χαρά συμπαθούμε), τότε βλέπουμε ότι κατά βάση η επεξεργασία της αμφισημίας του χαρακτήρα της φτάνει μέχρι το ότι πίνει και βρίζει. Ενώ, λοιπόν, το mainstream σινεμά και η mainstream τηλεόραση αρκούνται τις περισσότερες φορές σε στερεοτυπικές αναπαραστάσεις του καλού και του κακού στους γυναικείους χαρακτήρες, το Killing Eve ανοίγει τις δυνατότητες εξερεύνησης της γυναικείας υποκειμενικότητας σ’ αυτό το πεδίο. Δεν είναι ότι οι γυναίκες μπορούν να κάνουν τα πάντα, σαν να πρόκειται για θηλυκές εκδοχές ενός ανίκητου ήρωα, αλλά ότι μπορούν να τα κάνουν σκατά με τον ίδιο πολύπλοκο και εντυπωσιακό και αληθινό τρόπο. Κι οι καταπληκτικές ερμηνείες των Sandra Oh (γνωστής κυρίως από το Grey’s Anatomy) και της νεαρής Jodie Comer (που έχει ήδη μια δεκαετή θητεία στην βρετανική τηλεόραση) τονίζουν με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι δεν χρειάζονται τις τυποποιημένες χειρονομίες του αντι-ηρωισμόυ. Απλά ακολουθούν τις ενορμήσεις του μέχρι τα άκρα.

Όλα αυτά, βέβαια, δεν είναι με την στενή έννοια πρωτοτυπίες του Killing Eve. Αυτό που κάνει εξαιρετικά η σειρά δεν είναι απλά να δώσει σ’ αυτά τα στοιχεία μια συνεκτική μορφή που βασίζεται στο φοβερό στιλ, το έξυπνο χιούμορ, τους καλογραμμένους διαλόγους. Αυτά υπάρχουν, φυσικά, κι είναι πολύ (πολύ) σημαντικά για να κρατήσουν ζωντανό το ενδιαφέρον. Το εντυπωσιακό είναι πώς μεταχειρίζεται το ίδιο της το premise. Ενώ αρχικά μας μαγνητίζει με μια υπέροχα στυλιζαρισμένη κατασκοπική περιπέτεια που απλώνεται σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο και περιλαμβάνει ένα απέραντο coolness που μας εξιτάρει, στη συνέχεια ο κόμπος στο στομάχι κάνει την εμφάνισή του και αρνείται να αποχωρήσει. Ναι, η σειρά αρχίζει να διαγράφει μια πιο εκκεντρική τροχιά και να μετατρέπεται σε ένα βαρύ συναισθηματικό δράμα χωρίς να χάνει ίχνος από την εξωπραγματική σαγήνη της πλοκής του. Η σεξουαλική ένταση, η αυτο-καταστροφή στην προσωπική και οικογενειακή ζωή, η ανάπτυξη της εμμονικής προσκόλλησης σε βαθμό παρανοϊκού επεισοδίου, η μετάβαση της μεταχείρισης της ψυχικής ασθένειας από στοιχείο του δολοφονικού στυλ σε κατάδυση μέσα στο τραυματικό παρελθόν. Η αστυνομικός και η δολοφόνος, οι ενσαρκώσεις του λόγου και του πάθους, αρχίζουν να ανταλλάζουν τα στοιχεία των ρόλων τους σε βαθμό που να αρχίζουν να αποσυνθέτουν τους εαυτούς τους μέχρι να μην γνωρίζεις ακριβώς ποιος είναι ποιος και τι είναι τι. Μέσα σε μια τηλεοπτική χρονιά που μας έδωσε ήδη ένα Atlanta, ένα Legion και ένα Barry, ερχόμαστε να προσθέσουμε στη λίστα το Killing Eve και να πούμε: ναι, μακάρι αυτή να είναι η τηλεόραση του μέλλοντος.

Best of internet