Γιατί το Cobra Kai κατέληξε να είναι εκατό φορές καλύτερο απ’ όσο περιμέναμε

Το τηλεοπτικό sequel του Karate Kid είναι μια ευχάριστη έκπληξη μέσα στην ατέλειωτη εκμετάλλευση της pop νοσταλγίας

Ειλικρινά, δεν ξέρω τι περίμενα ακριβώς να δω ξεκινώντας το Cobra Kai, την νέα web σειρά της streaming υπηρεσίας YouTube Red που επισκέπτεται ξανά τις ζωές των πρωταγωνιστών του Karate Kid, Johnny Lawrence και Daniel LaRusso, 34 ολόκληρα χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας που κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1984. Προφανώς, έχω δει, όπως όλοι και όλες μας, αμέτρητες φορές τις ταινίες στην τηλεόραση μέσα σ’ εκείνα τα γνωστά υπέροχα μεσημέρια σαββατοκύριακού της δεκαετίας του ’90, αλλά δεν είναι ότι ποτέ έκατσα να αναρωτηθώ τι έχουν απογίνει εκείνοι οι χαρακτήρες που συνόδευσαν την παιδική μου ηλικία – χωρίς να την αγγίξουν και τόσο πολύ πια. Αν μη τι άλλο, πρόκειται για ένα franchise αγρίως ταλαιπωρημένο. Μετά την αξιοπρεπέστατη (πλην στερεοτυπικά 80s) underdog ιστορία του πρώτου Karate Kid, ακολούθησαν δύο πολύ, πολύ μέτρια sequels με τον Ralph Macchio στον πρωταγωνιστικό ρόλο κι ένα αποτυχημένο animated series που δεν άντεξε πάνω από μία σεζόν. Έπειτα, η δεκαετία του ‘90 έφερε ένα ακόμα πιο μέτριο sequel με το The Next Karate Kid, ενώ τέλος το 2010 είχαμε ένα βασανιστικότατο όσο και αχρείαστο κινηματογραφικό remake με τον Jackie Chan και τον γιο του Will Smith, Jaden.

Τα σημάδια, λοιπόν, φώναζαν από μακριά ότι το Karate Kid είναι ένα franchise που καλό θα ήταν να αφεθεί στην ησυχία του. Βέβαια, για να είμαστε ακριβής, κατά μια έννοια θα ήταν καλό πλέον να αφήνεται κάθε νοσταλγικό franchise στην ησυχία του. Μιας και ο τριαντακοναετής κύκλος της pop κουλτούρας έχει επαναφέρει με πάταγο εδώ και κάποια χρόνια την αισθητική και τις αναφορές προς την δεκαετία του ‘80 (μια διαδικασία που συνοψίστηκε και εξερράγη με την επιτυχία του Stranger Things), η αλήθεια είναι πως η pop νοσταλγία έχει γίνει ένα όλο και πιο ολισθηρό έδαφος. Από την μία πλευρά, υπάρχει μια γιγάντια τάση κενού νοσταλγικού βομβαρδισμού που καταπιάνεται κυρίως με το να πατήσει τα κατάλληλα κουμπιά, αποφεύγοντας επιμελώς σχεδόν κάθε είδους επεξεργασία στο περιεχόμενο και τη μορφή της κινηματογραφικής ή τηλεοπτικής νοσταλγίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα, φερ’ ειπείν, ήταν για μας το πρόσφατο Ready Player One του Στίβεν Σπίλμπεργκ. ΟΚ, προφανώς υπάρχουν και πολύ χειρότερα παραδείγματα, αλλά είναι μια ενδεικτική περίπτωση όπου υπήρχαν κάποιες ελπίδες για υπέρβαση αυτού του τέλματος με φαντασμαγορικό τρόπο αλλά κάθε άλλο παρά έγιναν πραγματικότητα.

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, υπάρχουν τα τελευταία χρόνια και σημάδια που δείχνουν ότι αυτή η νοσταλγική στροφή μπορεί να αποκτήσει πιο πραγματικό περιεχόμενο, εφόσον φυσικά συνοδευτεί με μια αισθητική φροντίδα, ένα έξυπνο γράψιμο, μια πετυχημένη εκτέλεση και – κυρίως – μια πιο ειλικρινή αναμέτρηση με το ίδιο το αίσθημα της νοσταλγίας, είτε ως επεξεργασία του κοινωνικού ή πολιτισμικού νοήματός της είτε ως πιο προσωπική επανεξέταση της συναισθηματικής σχέσης με το παρελθόν. Δύο υπέροχα τέτοια παραδείγματα, ας πούμε, θεωρώ πως είναι το εκπληκτικό επεισόδιο San Junipero από την τρίτη σεζόν του Black Mirror ή το υπέροχο περσινό Lady Bird της Greta Gerwig. Αλλά και πέρα απ’ αυτά, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την πετυχημένη εκτέλεση του Stranger Things και του It ή την προσπάθεια του Ντενί Βιλνέβ για να διοχετεύσει ένα νέο, ολόδικό του καλλιτεχνικό όραμα στον κόσμο του Blade Runner με το περσινό Blade Runner 2049.

Με λίγα λόγια, για να μην τα πολυλογούμε, δεν περίμενα σε καμιά περίπτωση ότι το Cobra Kai θα επιχειρήσει έστω να αναγνωρίσει τα όριά του, πόσω μάλλον να τα ξεπεράσει. Κι όμως, όταν είδα το πρώτο trailer της σειράς, υπήρχε κάτι αρκετά ελπιδοφόρο μέσα του. Κάτι που, τουλάχιστον, με απέτρεπε απ’ το να ξεκινήσω την σειρά με έναν εκ των προτέρων ημι-εκνευρισμό ή δυσπιστία, όπως συνέβη για παράδειγμα πρόσφατα με την κινηματογραφική μεταφορά του Ghost in the Shell ή του The Dark Tower του Στίβεν Κινγκ (αμφότερα δικαιολογημένα βέβαια). Αυτό το «ελπιδοφόρο κάτι» ήταν που έδινε υποσχέσεις πως η σειρά ναι μεν δεν θα μπει στο πάνθεον της χρυσής εποχής της τηλεόρασης, αλλά ότι θα καταφέρει να κάνει κάτι ουσιαστικό με τους χαρακτήρες και τον κινηματογραφικό κόσμο που αποφασίζει να ανασύρει από την σκόνη του χρόνου. Αυτοί οι χαρακτήρες, λοιπόν, είναι κι οι δύο πλέον μεσήλικες – και απ’ ό,τι φαίνεται προσπαθούν να αναμετρηθούν ακόμα με το παρελθόν τους. ΟΚ, sold – σ’ έναν πρώτο χρόνο τουλάχιστον. Κι αν μη τι άλλο, 10 μισάωρα επεισόδια είναι, λέω. Πέντε ωρίτσες τηλεοπτικού χρόνου. Τίποτα μπροστά στην αιωνιότητα, τίποτα και μπροστά στις αδιανόητες ποσότητες που έχουμε περάσει συνολικά μπροστά σε οθόνες καταναλώνοντας αμφιβόλου ποιότητας πολιτιστικά προϊόντα.

Παρόλα αυτά, καθώς περνούσαν τα επεισόδια, έπιανα τον εαυτό μου να ενδιαφέρεται και να επενδύει όλο και περισσότερο σ’ αυτούς τους χαρακτήρες, τα άμεσα προβλήματα και τις συναισθηματικές ανησυχίες τους – πέρα απ’ το να χαχανίζει περιστασιακά με μερικά πετυχημένα αστεία και αναφορές στην original ταινία. Δεν θα επεκταθούμε αναλυτικά στην πλοκή του Cobra Kai – κι ο λόγος είναι ότι πιθανόν να το έχετε δει ήδη, μιας και έχει κλείσει ήδη σχεδόν μια βδομάδα απ’ όταν κυκλοφόρησε. Ούτως ή άλλως, το setting του είναι πολύ απλό. Ο Johnny είναι πλέον ένα μεσήλικο παρτάλι που αναπολεί τις χρυσές πλην τραμπούκικες μέρες του ως δημοφιλής έφηβος και πρωταθλητής του καράτε. Ο Daniel είναι ένας πετυχημένος μεσήλικας που έχει χτίσει μια πλούσια ζωή, εκμεταλλευόμενος διαφημιστικά το παρελθόν του και νιώθοντας κάπως χαμένος μακριά από την διδασκαλία του Mr. Miyagi. Κάπως έτσι, λοιπόν, η παλιά τους κόντρα αναζωπυρώνεται καθώς αναλαμβάνουν τον ρόλο του διστακτικού μέντορα για μια νέα γενιά παιδιών που έχει τελείως διαφορετικές συνήθειες, παραστάσεις, προβληματισμούς, εθνοτικη και πολιτισμική σύνθεση και επιδιώξεις απ’ αυτές που είχαν οι ίδιοι.

Εκεί που θέλουμε να εστιάσουμε, όμως, είναι στους λόγους για τους οποίους θεωρούμε πως το Cobra Kai πέτυχε αυτό που ήθελε να κάνει. Δηλαδή να μας προσφέρει μια ζεστή κερδοφόρα νοσταλγική αγκαλιά χωρίς παράλληλα να χαριστεί (σε απόλυτο βαθμό τουλάχιστον) ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν. Πρώτον, λοιπόν, η σειρά καταφέρνει να διαχειριστεί το ίδιο το ζήτημα της νοσταλγίας σε δύο επίπεδα. Χρησιμοποιώντας τους χαρακτήρες του Johnny και του Daniel, το Cobra Kai δείχνει δύο απλοϊκούς πλην ουσιαστικούς τρόπους συσχέτισης με το παρελθόν από την σκοπιά του λευκού μεσήλικα άνδρα. Ο Johnny ξεκινάει ως απόλυτα καθηλωμένος στο παρελθόν, αποπνέοντας αυτήν την αιώνια ανώριμη νοσταλγία που συνοδεύει τους προνομιούχους της εφηβικής ζωής. Από την άλλη, ο Daniel έχει μετατραπεί σε μια φιγούρα που μεταπήδησε από το underdog status της εφηβείας σε μια κερδοφόρα εκδοχή της νοσταλγίας που εμφανίζεται ως πιο καλοήθης αλλά στην πραγματικότητα ακολουθεί έναν εξίσου στραβό δρόμο κυνικής εμπορικής εκμετάλλευσης του παρελθόντος. ΟΚ, εντάξει, τα δύο επίπεδα που λέγαμε γίνονται αρκετά έκδηλα εδώ. Δεν είναι ότι προσπάθησαν να γίνουν διακριτικοί οι δημιουργοί, αλλά σίγουρα όλο αυτό έχει μια ευστοχία αρκετά μεγάλη για να ερεθίσει το ενδιαφέρον. Παράλληλα, αποφεύγοντας να παρουσιάσει ως «καλό» και «κακό» κάποιο από τα δύο ενδεχόμενα, η σειρά θέτει επί τάπητος με ενδιαφέροντα τρόπο το ζήτημα της ρευστότητας του τι είναι underdog και τι φαβορί, τι είναι άλφα και τι είναι βήτα αρσενικό και πώς αυτά μετασχηματίζονται πολιτισμικά μέσα στο πέρασμα των δεκαετιών.

Δεύτερον, καθώς γνωρίζουμε καλύτερα τους χαρακτήρες (σίγουρα πολύ καλύτερα απ’ όσο τους είχαμε γνωρίσει στις ταινίες του Karate Kid), βλέπουμε ότι αυτοί οι δύο δρόμοι αναπαριστώνται με αρκετή πολυπλοκότητα και αφέλεια μαζί ώστε να μας πείσουν για την ανθρωπινότητα του Johnny και του Daniel. Κι οι δύο έχουν κάτι που αγαπάνε αυθεντικά στο παρελθόν τους, αλλά ο τρόπος που σχετίζονται μαζί του είναι αλλοτριωτικός, υπερβολικά ρομαντικός ή εκμεταλλευτικός. Αν θέλουν να γίνουν πιο ειλικρινείς με τον εαυτό τους, θα πρέπει να αλλάξουν. Ο μεν να μην είναι τόσο χοντρόπετσος, επιθετικός και σεξιστής, κι ο δε να κάνει πίσω από την εμπορική αξιοποίηση της αγάπης του γι’ αυτά που έζησε. Ο τρίτος λόγος αφορά ακριβώς αυτό: ότι οι δύο πρωταγωνιστές πρέπει να μάθουν πράγματα, να αναστοχαστούν πάνω στο τι ήταν σωστό και τι λάθος σ’ αυτά που έκαναν. Να αντιμετωπίσουν τα λάθη και τις ανεπάρκειές τους, τους τρόπους που πλήγωσαν τους άλλους ή εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους. Να αναμετρηθούν, τέλος, με τις πατρικές τους φιγούρες και τα τραύματα που τους προκάλεσαν με διάφορους τρόπους. Όχι ότι το κάνουν τέλεια, βέβαια. Το ότι δυσκολεύονται ή δεν θέλουν να το κάνουν άλλοτε γίνεται πηγή για μέτριο χιούμορ κι άλλοτε γίνεται αφορμή για να τους γνωρίσουμε καλύτερα.

Το εντυπωσιακό στοιχείο, τελικά, είναι ότι όλο αυτό δείχνει ότι μέσα του διαθέτει ευαισθησία, ειλικρίνεια, έμπνευση και διάθεση. Έχει ψυχή, με λίγα λόγια, κι αυτός είναι ο λόγος που μάλλον εξέπληξε τόσους πολλούς και πολλές. Αυτή η προσπάθεια να ξεχωρίσεις τι αξίζει να κρατήσεις και τι όχι από το παρελθόν είναι ένας βασικός τρόπος να σχετιζόμαστε τόσο μαζί του, όσο και με τους άλλους. Το αποτέλεσμα δεν είναι κάτι απίστευτο, αλλά είναι κάτι διασκεδαστικό, απολαυστικό και στοιχειωδώς ανθρώπινο. Ναι, αν είναι να επιστρέψει με κάποιο τρόπο το Karate Kid στην ζωή μας, ας είναι έτσι – ικανοποιώντας την άτυπη υπόσχεση ότι οι λίγο-πολύ χάρτινοι και μονοδιάστατοι κινηματογραφικοί χαρακτήρες με τους οποίους μεγαλώσαμε μπορούν να ζήσουν δεύτερες ζωές ως πολύπλευρα και τραυματισμένα ανθρώπινα όντα, με τα οποία μπορούμε να ταυτιστούμε με έναν διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι το κάναμε ως πιτσιρίκια μπροστά στην τηλεόραση. Τελικά, αυτό που με εξέπληξε περισσότερο βλέποντας το Cobra Kai είναι το εξής. Όταν έφτασε η ώρα για το αναπόφευκτο τουρνουά καράτε, βρήκα τον εαυτό μου να αγωνιά για το τι θα γίνει και πώς αυτό θα επηρεάσει ή θα αλλάξει τους χαρακτήρες της σειράς, πώς έχουν αλλάξει κι οι δύο και πώς βλέπουν πλέον τον εαυτό τους και τους άλλους. Σε τελική ανάλυση, το Cobra Kai είναι ένα τηλεοπτικό reboot μιας 80s pop ταινίας εφηβικού καράτε. Είναι, σ’ έναν βαθμό, μια καρικατούρα. Το ότι κατάφερε, όμως, να γίνει κάτι περισσότερο είναι ένα μικρό θαύμα. Πολύ μικρό, αλλά θαύμα.