To «Barry» του Bill Hader ήρθε να σώσει την τηλεοπτική κωμωδία χωρίς να το ξέρει κανείς απ’ τους δύο

Το θέμα είναι, βέβαια, αν όντως χρειάζεται σώσιμο ή όχι

Λοιπόν, ΟΚ, ας ξεκινήσουμε από αυτό. Χρειάζεται να σωθεί η αμερικάνικη τηλεοπτική κωμωδία; Ή, μάλλον, ας διευρύνουμε λίγο την ερώτηση. Σε τι κατάσταση βρίσκεται το κλασικό αμερικάνικο sitcom; Τι μορφές παίρνει πλέον η κωμωδία στις τηλεοπτικές σειρές; Πόσα πράματα χωράνε πια σε 20 ή 25 λεπτά τηλεοπτικού χρόνου; Πρώτα απ’ όλα, ας παραδεχτούμε ότι η τηλεοπτική παραγωγή των ΗΠΑ πλέον ξεπερνάει κατά πολύ τις δυνατότητες παρακολούθησης που έχουν ακόμα κι οι πιο αργόσχολοι αφοσιωμένοι από εμάς. Είναι οριακά αδύνατον να έχεις παρακολουθήσει έστω και τις μισές από τις τηλεοπτικές σειρές της τελευταίας δεκαετίας ώστε να έχεις μια 100% πλήρη εικόνα για την αμερικάνικη τηλεόραση, είτε στην παραδοσιακή είτε στην online streaming εκδοχή της. Αυτό που μπορείς να κάνεις, όμως, είναι να διακρίνεις κάποιες τάσεις. Να αναγνωρίσεις ποιες μορφές τηλεόρασης εμφανίζονται πλέον σαν ξεπερασμένες, ποιες αποτελούν το νέο mainstream και ποιες εκφράζουν νέες δημιουργικές δυνάμεις που ψάχνουν τρόπους να βγουν στην επιφάνεια.

Ας κάνουμε, λοιπόν, μια μικρή αποτίμηση. Το σίγουρο είναι ότι, εδώ και καμιά 10ριά-15ριά χρόνια είναι εμφανής η κρίση του παραδοσιακού αμερικάνικου sitcom, με το laugh-track του, με το multiple camera setup του, με την ολοκλήρωση της ιστορίας στο τέλος του επεισοδίου και με τα όλα του. Όλη αυτή η φουρνιά των υπερ-πετυχημένων sitcoms από τα μέσα του ’80 μέχρι την αλλαγή της χιλιετίας περιελάμβανε θρυλικές πλέον σειρές που ξεκινούσαν από το Cheers και το spinoff Frasier, το Cosby Show και το Fresh Prince of Bel-Air κι έφταναν ως το Seinfeld, τα Friends και το Will & Grace με πολλές, πάρα πολλές στάσεις στο ενδιάμεσο. Στο μεταξύ, όμως, απ’ τις αρχές των 00s και μετά βλέπουμε να αναπτύσσονται δύο λίγο-πολύ διακριτές τάσεις στα αμερικάνικα sitcoms.

Από την μία πλευρά, έχουμε τις σειρές που προσπαθούν ξεδιάντροπα να επαναλάβουν την επιτυχία των κλασικών προκατόχων τους – άλλοτε πετυχημένα κι άλλοτε όχι. Τα χαρακτηριστικότερα τέτοια παραδείγματα, που κατάφεραν να φτάσουν και σε μεγάλη mainstream επιτυχία, ήταν μάλλον τα Two and a Half Men, How I Met Your Mother και The Big Bang Theory. Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, την ίδια εποχή αρχίζει να αναδύεται πιο μαζικά και μια κάπως πιο διαφορετική τάση, όπου πετιέται το γέλιο-κονσέρβα, υιοθετείται μια πιο «κινηματογραφική» αντίληψη περί σκηνοθεσίας με single-camera setups και προσεγμένο μοντάζ, και το ύφος γίνεται όλο και πιο σατιρικό, αυτο-αναφορικό, αναστοχαστικό – και περιστασιακά εντελώς meta ή σκοτεινό, ή και σκόπιμα cringy. Φυσικά, τέτοια δείγματα υπήρχαν και τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά με σειρές σαν τα Curb Your Enthusiasm, Malcolm in the Middle, Arrested Development, The Office, It’s Always Sunny in Philadelphia και 30 Rock, μεταξύ άλλων, μέχρι να τελειώσει η πρώτη δεκαετία του 2000 ήδη είχε χαραχτεί ένας νέος δρόμος για το πώς κάνεις πλέον τηλεοπτική κωμωδία μέσα σε 20-25 λεπτά.

Έπειτα, βέβαια, από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας τα πράγματα γίνονται πιο ξεκάθαρα. Ακόμα κι οι πετυχημένες κωμικές σειρές των πρώιμων 10s που μοιάζουν πιο παραδοσιακές στη δομή και στο χιούμορ τους, αρνούνται να γυρίσουν στις σταθερές του αμερικάνικου sitcom. Αντιθέτως, επιλέγουν τον δρόμο της mockumentary αισθητικής, της συνεχούς αυτο-αναφορικότητας, του meta χιούμορ και των ατελείωτων references, των φόρων τιμής και των spoofs σε άλλες σειρές ή ταινίες. Και προφανώς δεν μιλάμε μόνο για το Community και το Parks and Recreation, αλλά και για τα πιο «αφελή» πράματα σαν το Modern Family, το Silicon Valley και το Brooklyn Nine Nine – ή την ξεχωριστή περίπτωση πολιτικής meta σάτιρας που λέγεται Veep. Φυσικά, ούτε αυτό αρκεί για να ολοκληρωθεί η εικόνα. Ας προχωρήσουμε λίγα βήματα παραπέρα. Καθώς το bingewatching και το streaming έχουν μετατραπεί σε ακρογωνιαίους λίθους του τρόπου που καταναλώνουμε pop κουλτούρα σε καθημερινό επίπεδο και οι τηλεοπτικές σειρές εδώ και μερικά χρόνια δίνουν όλο και μεγαλύτερη καλλιτεχνική ελευθερία στους δημιουργούς (προσελκύοντας έτσι και πρωτοκλασάτα κινηματογραφικά ονόματα), έχουμε δει την τηλεοπτική κωμωδία να κάνει κι αυτή με την σειρά της μια στροφή προς την πιο προσεγμένη επεξεργασία προσωπικών, πολιτικών ή πολιτισμικών ζητημάτων. Κατ’ αντιστοιχία, βλέπουμε πολλές πετυχημένες κωμικές σειρές να γίνονται όλο και πιο «προσωπική υπόθεση», δημιουργώντας μια αρκετά μεγάλη φουρνιά τηλεοπτικών auteurs που επιλέγουν την κωμωδία ως μέσο.

Φυσικά, δεν μιλάμε για καθαρά sitcoms πλέον. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, το Louie του Louis CK (που διακόπηκε οριστικά έπειτα από την επιβεβαίωση των ιστοριών σεξουαλικής παρενόχλησης που ήδη ακούγονταν για χρόνια), το Transparent της Jill Soloway, το Togetherness των αδερφών Duplass, το Broad City των Ilana Glazer και Abbi Jacobson, το Insecure της Issa Rae και του Larry Wilmore, το She’s Gotta Have It του Spike Lee, το Master of None του Aziz Ansari ή το Atlanta του Donald Glover. Κι ας δούμε τώρα τι κοινό έχουν όλες αυτές οι σειρές. Αποτελούν, έστω και σε αφαιρετικό επίπεδο, ένα κοινό ρεύμα για την αμερικάνικη τηλεοπτική κωμωδία; Εμείς θα απαντήσουμε ναι, έστω και με δισταγμό, μιας και βρίσκουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν, αν μη τι άλλο, ένα ενδιαφέρον.

Πρώτα απ’ όλα, ως επί το πλείστον καταφέρνουν να μείνουν εντός του μισάωρου τηλεοπτικού χρόνου, όντας συχνά πιο χαλαρές με το θέμα της διάρκειας και δίνοντας έμφαση κυρίως στην ολοκλήρωση από πλευράς περιεχομένου. Δεύτερον, έχουν υπερβολικά έντονη την προσωπική σφραγίδα των δημιουργών τους, είτε πρόκειται για έναν πιο εσωτερικό αυτο-στοχασμό είτε για έναν κοινωνικό προβληματισμό που σχετίζεται με την φυλετική, έμφυλη και ταξική τους ταυτότητα. Τρίτον, ακόμα κι όταν γίνονται πολύ (ή και πάρα πολύ) αστείες, τις περισσότερες φορές αυτές οι σειρές αναζητούν το χιούμορ τους στον ίδιο τον πυρήνα των ιστοριών ή των χαρακτήρων τους κι όχι στα gags και τις ατάκες. Τέταρτον, ακόμα κι όταν η πλοκή του κάθε επεισοδίου ολοκληρώνεται μέσα σ’ αυτά τα 20-25 λεπτά, συνήθως το περιεχόμενό τους ορίζεται από μια ανεκδοτολογική προσέγγιση (με ιστορίες «ασήμαντες» βάσει των παραδοσιακότερων κριτηρίων), η οποία έπειτα αποτελεί την βάση για να ξεδιπλωθούν οι σκέψεις, οι συνειρμοί και οι προβληματισμοί των δημιουργών – καθιστώντας αρκετά ενδοσκοπικό τον χαρακτήρα τους. Τέλος, σ’ ένα γενικότερο επίπεδο, μοιάζουν επίσης να αποτελούν απόπειρες επεξεργασίας και ξεπεράσματος του κυνικού κι ειρωνικού κωμικού πνεύματος που καθόρισε την pop κουλτούρα των 90s και 00s, αντικαθιστώντας την με μια πιο ειλικρινή κι ευαίσθητη κωμική πλευρά που δίνει προτεραιότητα στα στοιχεία της κοινωνικής ταυτότητας ή κοινότητας. Κατά μία έννοια, δηλαδή, μπορούμε ίσως να εντάξουμε το ύφος τέτοιων σειρών στους προβληματισμούς που σχετίζονται με τις τάσεις που ονομάστηκαν συνολικά New Sincerity και ασχολήθηκαν αρκετά εκτενώς (με βασικό εκφραστή τον συγγραφέα David Foster Wallace) με τις σχέσεις ανάμεσα στην ειρωνεία και την ειλικρίνεια στην μαζική pop κουλτούρα του μεταμοντέρνου ύστερου καπιταλισμού.

ΟΚ, επειδή βάρυνε λίγο το πράγμα, ας επιστρέψουμε στα αρχικά ερωτήματα που θέσαμε για να μην χαωθεί εντελώς η κατάσταση. Μπορούμε πια να μιλάμε για sitcoms; Προφανώς, ο ίδιος ο όρος sitcom είναι πλέον ανεπαρκής για να περιγράψει αυτήν την μεγάλη φουρνιά τηλεοπτικών σειρών που άνθισε κατά την τελευταία δεκαετία. Όταν χρησιμοποιείται, μοιάζει ξεπερασμένος και ακατάλληλος. Όταν δεν χρησιμοποιείται, δεν είναι ότι λείπει και σε κανέναν. Ούτως ή άλλως, παρότι τυπικά πρόκειται ακόμα για κωμωδίες καταστάσεων που ακολουθούν συγκεκριμένους και σταθερούς χαρακτήρες από επεισόδιο σε επεισόδιο, τόσο η αισθητική όσο και το γράψιμο θυμίζει πλέον λίγα πράγματα απ’ αυτό που είχαμε συνηθίσει να ονομάζουμε αμερικάνικο sitcom.

Και βέβαια, το ζήτημα της ορολογίας περιπλέκεται ακόμα περισσότερο αν συνυπολογίσουμε και την μετάβαση από τις κωμωδίες ενήλικου animation που αποτελούσαν ουσιαστικά sitcoms, όπως τα Simpsons, Family Guy και American Dad, στα πιο πρόσφατα και υπερπετυχημένα BoJack Horseman και Rick and Morty των Raphael Bob-Waksberg και Dan Harmon αντίστοιχα, τα οποία κατάφεραν να συνδυάσουν το meta κομφούζιο των αμέτρητων pop references με το σκοτεινό ψυχολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο των «auteur σειρών» που αναφέραμε προηγουμένως. Επομένως, βλέπουμε συχνά τους ήδη υπαρκτούς όρους dramedy, tragicomedy, dark comedy ή απλώς comedy-drama να χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν όλο και περισσότερες από τις κωμικές σειρές που αγαπάμε – μια διαδικασία που έχει συνεπάρει και τις teen κωμωδίες (τύπου The End of the F*** World ή Everything Sucks!), κάνοντάς τες πλέον να δανείζονται περισσότερα στοιχεία από την μεγάλη γκάμα του Freaks and Geeks παρά από τα πιο παραδοσιακά νεανικά sitcoms των περασμένων δεκαετιών.

Ήδη ακούμε μερικές φωνές στο κεφάλι μας που αμφισβητούν αν τα όσα έχουμε πει βγάζουν νόημα ή έχουν συνοχή, πέρα απ’ το ότι μέχρι στιγμής δεν έχουμε καν αναφερθεί στο Barry, αλλά νιώθουμε αναγκασμένοι να επισημάνουμε δύο επιπλέον πράγματα. Ένα, ότι κατά γενική ομολογία η κωμωδία είναι δύσκολο πράγμα. Δεύτερον, ότι σύμφωνα με την ίδια την ιστορική εμπειρία είναι επίσης αρκετά δύσκολο να συμφωνήσουν οι άνθρωποι στο ζήτημα της ποιότητας ή της αξιολόγησης του χιούμορ. Αυτό, βέβαια, δεν το λέμε για να δικαιολογήσουμε κακές κωμωδίες ή για να υπονοήσουμε πως στην κωμωδία τα πάντα είναι αποκλειστικά υποκειμενικά, αλλά για να τονίσουμε ακόμα περισσότερο πως η διαμόρφωση τάσεων στο κωμικό τηλεοπτικό τοπίο είναι μια βαρύνουσα υπόθεση για την pop κουλτούρα, είναι ένα σημείο σύγκλισης για το τι θεωρούμε αστείο και τι όχι, ποια πράγματα διακωμωδούμε και ποια όχι, γιατί γελάμε και γιατί cringάρουμε. Κατά μία έννοια, δηλαδή, η κωμωδία είναι μια ηθική υπόθεση – και υποσχόμαστε ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα επιχειρήσουμε να αναμετρηθούμε με το μεγάλο και πολύπλοκο ζήτημα του περιεχομένου του χιούμορ.

Προς το παρόν, όμως, ας δούμε τι πάει να κάνει το Barry και πώς σχετίζεται με όοολα αυτά που έχουμε πει μέχρι τώρα. Το Barry είναι μια σειρά μαύρης κωμωδίας που αποτελείται από μισάωρα επεισόδια και μέχρι στιγμής βρίσκεται στα 6 από τα 8 της πρώτης σεζόν. Στο Barry πρωταγωνιστεί ο Barry (!), ένας πρώην πεζοναύτης και νυν πληρωμένος δολοφόνος από τις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, ο οποίος υποφέρει από μετα-τραυματικό στρες κι από μια αόριστη πλην ακατανίκητη επιθυμία να αλλάξει την ζωή του – γεγονός που τον οδηγεί στο να πειραματιστεί με την κοινότητα της θεατρικής σκηνής του Λος Άντζελες καθώς προσπαθεί να αφήσει πίσω του την ζωή του εγκλήματος. Οι δημιουργοί της σειράς είναι δύο – αμφότεροι εκ των οποίων καταφέρνουν να συνοψίσουν την παράδοση κάποιων διακριτών τάσεων στην αμερικάνικη κωμωδία των τελευταίων δεκαετιών. Ο πρώτος είναι ο Alec Berg, ο οποίος υπήρξε ένας από τους σεναριογράφους του Seinfeld και του Curb Your Enthousiasm (όπου επίσης έχει διατελέσει παραγωγός και σκηνοθέτης), ενώ παράλληλα είναι σεναριογράφος και παραγωγός του Silicon Valley, έχοντας περάσει κιόλας από την κινηματογραφική κωμωδία με – επιτρέψτε μας – σαχλαμάρες σαν τα EuroTrip και The Dictator. Με λίγα λόγια, είναι ένας άνθρωπος που, ειδικά μέσα από τις δύο πρώτες σειρές που αναφέραμε, έχει θητεύσει έντονα στο μεταμοντέρνο/αυτο-αναφορικό ειρωνικό και κυνικό πνεύμα της αμερικάνικης τηλεοπτικής κωμωδίας.

Ο δεύτερος από τους δύο δημιουργούς είναι, φυσικά, ο πρωταγωνιστής της σειράς Bill Hader. Όντας σαφώς νεότερος, η εμπειρία του προέρχεται κυρίως από το sketch comedy του ύστερου Saturday Night Live, την παρωδιακότητα του South Park, τις κωμωδίες του Judd Apatow (βλέπε Superbad, Forgetting Sarah Marshall και Trainwreck) και σατιρικές ταινίες σαν τα Tropic Thunder και Paul – υπολογίζοντας και μια υπέροχη ερμηνεία στο indie The Skeleton Twin σε παραγωγή των αδερφών Duplass. Με λίγα λόγια, έχουμε έναν πολύ ταλαντούχο κωμικό της σύγχρονης pop κωμωδίας που βασίζεται σε gags και gimmicks, κι ο οποίος είναι περήφανος για τις κλασικές κωμικές επιρροές του σαν τον Mel Brooks και τους Monty Python, να αποπειράται στήσει μια τηλεοπτική σειρά που θα είναι εξίσου goofy ή ανάλαφρη αλλά και σοβαρή στην αφήγηση και το χτίσιμο των χαρακτήρων της, παραπέμποντας στο κλασικό πρεστίζ των σειρών του HBO (όπου παίζεται αυτή τη στιγμή η σειρά) μαζί με μια δόση κωμικού πνεύματος που αντιστοιχεί στο ύφος που τελειοποίησαν οι αδελφοί Κοέν στις σκοτεινές σατιρικές ιστορίες τους.

Χονδρικά, αυτή είναι η μεγάλη φιλοδοξία του Barry, παρόλο που επιφανειακά δεν μοιάζει με ιδιαίτερα φιλόδοξη σειρά. Από τη μία πλευρά, ο Hader αποπνέει αυτόν τον στωικό αέρα του πληρωμένου δολοφόνου που μένει σιωπηλός γιατί ο θάνατος είναι γι’ αυτόν μια εργασία που του ρουφάει την ζωή, θυμίζοντας περιστασιακά τον Αλέν Ντελόν στο κλασικό Le Samurai του Μελβίλ ή τον Φόρεστ Γουίτακερ στο Ghost Dog του Τζάρμους. Παράλληλα, όμως, καναλιζάρει στην ερμηνεία του όλες τις εξωφρενικές φιγούρες για τις οποίες λατρεύτηκε στα σκετς του SNL, περνώντας τες μέσα από ένα ήπιο και διακριτικό deadpan πρίσμα. Δεν είναι κουλ και δεν είναι άλφα. Είναι σαφώς και ξεκάθαρα ανκούλ και βήτα. Όχι ως κωμικό τρικ, αλλά ως βαθιά προσωπική αλήθεια. Επιπλέον, προσπαθεί να αναμετρηθεί ηθικά και συναισθηματικά με την βία και τον θάνατο, δηλαδή με την δουλειά του. Κατ’ επέκταση, το Barry δεν μεταχειρίζεται τον αντι-ήρωά του επιφανειακά ώστε να δώσει απλά μια ελαφρώς ανακυκλωμένη εκδοχή του «γαμάω-και-δέρνω» ήρωα, φουλ κομπλέ με την αδυναμία συναισθηματικής ωριμότητας και την αισθητικοποίηση της βίας. Αντίθετα, ο Barry προσπαθεί να αρχίσει να αισθάνεται, να καταλαβαίνει πώς επηρεάζει τους γύρω του και να προσπαθεί να αλλάξει.

Όλο αυτό, λοιπόν, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση: το να καταφέρεις να χτίσεις μια ερμηνεία πατώντας εξίσου στην ψυχρότητα και την ζεστασιά που πηγάζει μέσα από το μείγμα ματαίωσης και προσμονής που χαρακτηρίζει την φανταστική κατάσταση ενός πληρωμένου δολοφόνου που θέλει να γίνει ηθοποιός, προσπαθώντας για παράδειγμα να ερμηνεύσει το ηθικό βάρος των συναισθημάτων του μέσα από έναν ερασιτεχνικό αυτοσχεδιασμό πάνω στον Μάκβεθ του Σαίξπηρ, αφού βέβαια έχουμε απολαύσει έναν Τσετσένο κι έναν Βολιβιανό μαφιόζο να συζητάνε για τα βιβλία της Όπρα. Ναι, καλά καταλάβατε, αυτό που λέμε είναι ότι ο Hader είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετικός στον ρόλο, με τους Stephen Root, Sarah Goldberg και Henry Winkler επίσης να δίνουν πολύ καλές ερμηνείες.

Το Barry, βέβαια, επιχειρεί να πατήσει και μερικά από τα πολύ παραδοσιακά κουμπιά. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε καλά ότι ένας από τους αγαπημένους τρόπους που έχει το Χόλιγουντ να αναπαριστά τον εαυτό του είναι μέσα από την μυθολογία του «struggling actor», του ηθοποιού που προσπαθεί απεγνωσμένα πλην τρυφερά να πλοηγηθεί στην ζωή και την εργασία γύρω από το Λος Άντζελες – εκεί όπου η αντίθεση μεταξύ της φαντασίωσης και της εμπειρίας ρίχνει βαριά τη σκιά της στους επίδοξους νέους και νέες που δοκιμάζουν την τύχη τους. Κι αν τις τελευταίες δεκαετίες αυτό το φάσμα ορίζεται, από την μια πλευρά, από την αφέλεια του Swingers κι απ’ την άλλη από την κυνικότητα του Mullholand Drive, το Barry μεταχειρίζεται την κατάσταση αυτή ακολουθώντας έναν δρόμο πιο ειλικρινή και τρυφερό: το κυνήγι ενός τέτοιου καλλιτεχνικού ονείρου είναι πρωτίστως ένας αγώνας για να αποκτήσεις πρόσβαση στις καταπονημένες δημιουργικές δυνάμεις που βρίσκονται μέσα σου. Κι ο Hader, μαζί με τους υπόλοιπους επίδοξους ηθοποιούς της σειράς, αποδεικνύει έμπρακτα πως όλο αυτό είναι μια διαδικασία επίπονη, άβολη αλλά και κωμική. Κι οι γκάφες είναι πολλές, πάρα πολλές.

Μπορεί εκ πρώτης όψεως η προσέγγιση του Barry να μοιάζει αρκετά συντηρητική σε σχέση με τον άκρατο πειραματισμό που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια σε κωμικές σειρές σαν αυτές που περιγράψαμε παραπάνω. Όμως, από την άλλη, αυτή η τόσο αποφασισμένη στροφή στην ειλικρίνεια και την τρυφερότητα είναι κάτι που νομίζω ότι χρειάζεται πραγματικά η κωμωδία. Τα «σκοτεινά» ή «μαύρα» στοιχεία στο χιούμορ του Barry δεν βρίσκονται εκεί επειδή είναι προκλητικά ή edgy. Βρίσκονται εκεί ακριβώς επειδή η ζωή είναι κατά βάση γεμάτη από θανατηφόρες ηλιθιότητες. Ακόμα κι ο θάνατος μπορεί να είναι αστείος, αλλά δε μπορεί να είναι punchline. Παράλληλα, η σειρά επιλέγει τον δρόμο της σφιχτής και συγκρατημένης αφήγησης, ζητώντας υπομονή και δέσμευση στην ιστορία της με τρόπο δεν συνηθίζεται και πολύ στις σύγχρονες κωμικές σειρές. Ναι, θέλουμε να βλέπουμε ιδιοφυείς ανθρώπους να επεξεργάζονται προσωπικά και κοινωνικά ζητήματα με ελεύθερο τρόπο, πακετάροντάς τα με έξυπνο τρόπο μέσα σε μισή ώρα – όπως κάνει ο Glover στο Atlanta ας πούμε – αλλά χρειαζόμαστε και ιστορίες με συνοχή, συνέχεια και αφηγηματική φιλοδοξία.

Η ενδοσκοπική αυτο-αναφορικότητα ή η ξέφρενη δημιουργικότητα είναι μια χαρά και μας έχει δώσει μερικές υπερβολικά απολαυστικές σειρές, αλλά στο Barry τα πράγματα δεν έχουν τίποτα από αυτό το ελεύθερο στυλ ή randomness, παρόλο που οι δημιουργοί του είναι εξοικειωμένοι και με το παραπάνω μ’ αυτό το ύφος. Η σειρά θέλει να έχει σφιχτοδεμένη πλοκή, καλογραμμένο σενάριο και προσεγμένους χαρακτήρες μέσα στην παρωδιακότητα ή την σοβαρότητά τους. Αρχικά, η κεντρική ιδέα μπορεί να μοιάζει με σενάριο για ένα 2λεπτο σκετς. Πληρωμένος δολοφόνος μετατρέπεται σε άγαρμπο ηθοποιό. Κάτω απ’ την απλοϊκή αφετηρία, όμως, κινούνται ηθικές και συναισθηματικές τεκτονικές πλάκες – απλά το κάνουν με κωμικό τρόπο. Μ’ αυτήν την έννοια, αν μοιάζει με κάποια άλλη σειρά απ’ αυτές που αναφέραμε μέχρι τώρα, τότε μάλλον μοιάζει περισσότερο με το BoJack Horseman. Κι ο τρόπος που αμφότερα επιχειρούν σχεδόν ανεπαίσθητα να διευρύνουν τα όρια και τις δυνατότητες της μισάωρης τηλεοπτικής κωμωδίας έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά.

Εν τέλει, το Barry (όπως και το BoJack) λέει μια πολύ απλή ιστορία. Γιατί θέλουμε να παρατήσουμε κάτι στο οποίο είμαστε καλοί για κάτι που δεν γνωρίζουμε και μάλλον δε μπορούμε να το κάνουμε κιόλας; Γιατί το ένα μας κάνει δυστυχισμένους, ενώ το άλλο μας δίνει μια υπόσχεση ευτυχίας; Αυτό είναι. Δεν έχει σημασία πόσο πολύπλοκο είναι το ένα ή πόσο απλοϊκό είναι το άλλο. Το ερώτημα είναι πώς σχετιζόμαστε μ’ αυτήν την αντινομία συναισθηματικά και ηθικά – κι έπειτα πώς αυτό δίνει περιεχόμενο στις σχέσεις και τις πράξεις μας. Πολλά πράγματα έχουν γίνει κατά καιρούς σε 20-25-30 λεπτά τηλεοπτικού κωμικού χρόνου, κι ακόμα περισσότερα τα τελευταία χρόνια που οι δημιουργοί έχουν περισσότερη ελευθερία να παίξουν όπως επιθυμούν το παιχνίδι της τηλεόρασης. Λίγες φορές, όμως, βλέπουμε μια τηλεοπτική ιστορία που είναι μαζί κωμωδία και δράμα (αλλά όχι πια sitcom), αναγνωρίζοντας πλήρη αυτονομία και στις δύο πλευρές της, να στοχεύει τόσο ξεκάθαρα σε μια ειλικρίνεια όχι στενά προσωπική ούτε στενά αυτοβιογραφική. Είναι η ειλικρίνεια που χρειάζεται για να πεις μια ιστορία ψεύτικη, επινοημένη, φανταστική. Αυτή, λοιπόν, είναι μια ειλικρίνεια που αξίζει τον κόπο. Το Barry θέλει να κάνει αυτόν τον κόπο.

Best of internet