Το Wild Wild Country είναι μάλλον ό,τι πιο ακραίο μπορείτε να δείτε αυτήν τη στιγμή στο Netflix

Η μίνι-σειρά ντοκιμαντέρ για την εγκληματική κοινοβιακή αίρεση του Rajneesh είναι κυριολεκτικά απίστευτή

Είναι συναρπαστικές οι ιστορίες που αφορούν τα κοινοβιακά cults, δεν είναι; Ναι, είναι – κι αυτό το fascination μπορεί να έχει διάφορες πλευρές και ρίζες. Γιατί συμβαίνει; Ελάχιστοι από μας ή απ’ τον κοινωνικό μας κύκλο, μάλλον, θα ασχολούνταν σοβαρά ή θα έμπαιναν πράγματα σε μια μυστικιστική αίρεση που υπόσχεται μια κοινοβιακή, ουτοπική, απελευθερωμένη ζωή υπό της διδασκαλίες ενός μυστηριώδους πλην χαρισματικού guru. Τι υπάρχει όμως σ’ αυτήν την μορφή κοινότητας που την κάνει συναρπαστική στην αφήγησή της, στην σημειολογία της στην pop κουλτούρα, στο αλλόκοτο αίσθημα που δημιουργεί; Αναμφίβολα, σημαντικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι τέτοιες κοινότητες υπήρξαν και υπάρχουν, άφησαν ένα πραγματικό στίγμα πίσω τους κι εξέφρασαν υπαρκτές κοινωνικές τάσεις φυγής από την ζωή όπως την ξέρουμε – κι η mainstream κουλτούρα (από την ειδησεογραφία μέχρι τη μουσική) των ΗΠΑ, ειδικά, ασχολήθηκε πολύ συχνά με τις αληθινές ιστορίες αυτών των αιρέσεων, από τις πιο διασκεδαστικές και cult (χα) μέχρι τις πιο θανατηφόρες και τραυματικές εκδοχές τους.

Λοιπόν, δεν θα πω ψέματα – έχω καεί ουκ ολίγες φορές με τέτοια ντοκιμαντέρ, από το Heaven’s Gate και το Waco μέχρι το People’s Temple και το Buddhafield. Υπάρχει πλέον, όμως, μια τέτοια ιστορία που η καταγραφή της ξεπερνάει τις υπόλοιπες τόσο στην απίστευτη ροή των γεγονότων όσο και στην αφηγηματική προσέγγισή τους. Αυτό είναι το Wild Wild Country, η 6ωρη μίνι-σειρά ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε την περασμένη βδομάδα στο Netflix. Την παραγωγή είχαν αναλάβει οι αδερφοί Duplass, γνωστοί για τις πρώιμες mumblecore απόπειρές τους στα 00s, σαν τα Puffy Chair και Baghead, αλλά και για τις μετέπειτα indie επιτυχίες τους, όπως τα Safety Not Guaranteed, The Skeleton Twin και Tangerine – για να μην αναφέρουμε τις παραγωγές τους στο HBO (Togetherness και Room 104). Όμως αυτό που καθιστά τόσο καθηλωτική την εμπειρία του Wild Wild Country είναι ο τρόπος που αφηγούνται την ιστορία οι σκηνοθέτες Chapman και Maclain Way, προσεγγίζοντας την απίστευτη υπόθεση του Ραζνίς και της κοινότητάς του Rajneeshpuram με ερευνητικό πάθος αλλά και γνήσια επιθυμία κατανόησης.

ΟΚ, ας δούμε λίγο και την ίδια την ιστορία – αν και μάλλον το καλύτερο είναι να δεις το Wild Wild Country χωρίς να έχεις ιδέα για τα γεγονότα τα οποία αφηγείται. Το 1981 ο Ινδός guru Bhagwan Shree Rajneesh και οι ακόλουθοι του ήδη αμφιλεγόμενου “sex cult” του αποκτούν μια μεγάλη έκταση δίπλα στην μικροσκοπική πόλη Antelope στο Oregon των ΗΠΑ – κι από κει και μετά αρχίζει μια απίστευτη ιστορία με free love, new age μυστικισμό, απάτες, υποκλοπές, ιδρυτές της Nike, απόπειρες δολοφονίας, παραγωγούς του The Godfather και μαζικές δηλητηριάσεις salad bars με σαλμονέλα. Η αλήθεια είναι πως το πρωτογενές υλικό προσφέρεται για μια φουλ-ον exploitation προσέγγιση, αφού είναι πολύ εύκολο να δεις κυνικά κι από απόσταση όλο αυτό απλώς σαν ένα cult συλλογικό παραλήρημα, αλλά οι Way αντιστέκονται σ’ αυτόν τον πειρασμό κι αντίθετα προσπαθούν να εξισορροπήσουν την σταδιακή αποκάλυψη των όλο και πιο απίστευτων συμβάντων με την διερεύνηση των πραγματικών συναισθημάτων και σχέσεων που δημιουργήθηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους αυτής της ιστορίας – όπως και την ανάδειξη του ιστορικού περιβάλλοντός τους ως ένα ντε φάκτο συγκρουσιακό πεδίο μέσα στο οποίο ξετυλίγεται η αφήγηση.

Κάπως έτσι, το ντοκιμαντέρ εστιάζει σε μια σειρά από βαθιά προσωπικές αφηγήσεις. Η ένταση χτίζεται γύρω από τις τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στους new age οπαδούς ή συνεργάτες του Ραζνίς και τους υπερ-συντηρητικούς / ρατσιστές rednecks της μικρής γειτονικής πόλης, αποκαλύπτοντας σιγά-σιγά όλο το περίπλοκο πολιτισμικό, φυλετικό, πολιτικό, θρησκευτικό και επιχειρηματικό πλέγμα σχέσεων που έρχεται μετά το τέλος της εποχής των 60s και 70s στις ΗΠΑ. Όλο αυτό το καταφέρνει να χτίσει μια κοινωνική μυθολογία που μοιάζει εξίσου φτιαγμένη από τα πιο ωμά υλικά αυτού του κόσμου όσο και από τις πιο βαθιές φαντασιώσεις εξόδου από αυτόν. Ακόμα πιο συναρπαστικό, όμως, είναι το εξής: ότι μέσα από την προσπάθεια κατανόησης των λόγων για τους οποίους οι άνθρωποι επένδυσαν ψυχικά και υλικά σε ένα τέτοιο σχέδιο, οι δημιουργοί του Wild Wild Country καταφέρνουν να αναδείξουν πώς η φετιχοποιημένη ουτοπική επιθυμία που ξεκίνησε στα 60s (εδώ στην πιο εκρηκτική μορφή της με κοινοβιακή ζωή, μαζικά όργια και ανατολίτικο μυστικισμό) κατάφερε να συνυπάρξει λειτουργικά σ’ αυτήν την αλλόκοτη αίρεση των 80s με τον ακραίο πραγματισμό, τον επιχειρηματικό μακιαβελισμό και τον καταναλωτικό ηδονισμό της εποχής – ερχόμενη παράλληλα σε σύγκρουση με τον παραδοσιακό συντηρητισμό της αμερικάνικης ενδοχώρας.

Ακόμα κι αν αισθητικά το Wild Wild Country μερικές φορές πηγαίνει προς το μελοδραματικό, το στερεοτυπικό ή το κιτς, η μίνι-σειρά του Netflix καταφέρνει να ρίξει, έστω και λοξά, λίγο φως στο συναισθηματικό και κοινωνικο-ιστορικό υπόβαθρο που καθιστά συμβατή αυτήν την μυστικιστική γοητεία με το κυνικό πνεύμα του καπιταλιστικού πολιτισμού – στο γεγονός δηλαδή ο φετιχισμός αυτής της φυγής που συμβολίζεται από την κοινοβιακή new age ζωή ασκεί το ίδιο είδος σαγήνης με τον φετιχισμό της κατανάλωσης, της οικογένειας, της παράδοσης. Ότι, εν τέλει, το ανορθολογικό χάος δεν είναι η αντίπερα όχθη του ορθολογισμού, αλλά ένα βασικό στοιχείο της ίδιας της κοινωνικής αλλοτρίωσης – αυτή η κινητήριος δύναμη που μπορεί να κάνει τους φαινομενικά φιλήσυχους ανθρώπους του ντοκιμαντέρ να αγκαλιάσουν εξίσου τον σεξουαλικό μυστικισμό και την βιολογική τρομοκρατία.