To Black Mirror συνεχίζει να τραβάει την εποχή του στα άκρα της

Είδαμε την 4η σεζόν, μας έφτιαξε το κέφι και αναλύουμε τι-πώς-γιατί, χωρίς spoilers

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

4 Ιανουαρίου 2018

 

Αυτό ήταν, ο χρόνος άλλαξε, το 2017 έφυγε, το 2018 ήρθε. Συνήθως δεν μας ξεφεύγουν τέτοιες σημαντικές εξελίξεις – είμαστε παρατηρητικοί άνθρωποι – εκτός κι αν τύχει εκείνες τις μέρες να συμβεί κάτι σημαντικότερο από την αλλαγή του χρόνου. Ε, συνέβη. Το σαββατοκύριακο ήταν αφιερωμένο στην νέα σεζόν του Black Mirror. Τι να κάνουμε τώρα, αυτή είναι η κατάσταση.

 

Ο τέταρτος κύκλος του Black Mirror, λοιπόν, έκανε πρεμιέρα στο Netflix την Παρασκευή και μας έδωσε 6 νέα επεισόδια μετά από μια αναμονή 14 μηνών. Από την πρώτη σεζόν της σειράς το ’11 κι έπειτα, το Black Mirror είναι μάλλον το τηλεοπτικό προϊόν που έχει βαλθεί περισσότερο από τα υπόλοιπα να σχετιστεί με την εποχή του, να οριστεί από αυτήν και να την ορίσει, να πάρει τα συστατικά της στοιχεία και να τα τραβήξει στις ακραίες τους συνέπειες. Αυτή είναι η προσέγγιση που βρίσκεται στην καρδιά του Black Mirror, αυτό είναι το gimmick της σειράς εδώ και 6 χρόνια περίπου. Ναι, μιλάμε για gimmick, γιατί έτσι του συμπεριφέρεται κι ο ίδιος ο δημιουργός. Ο Charlie Brooker είναι ένας τεχνασματίας με όραμα, ο οποίος προσπαθεί να σχετιστεί με τις πραγματικές εξελίξεις του καιρού του, χτίζοντας γύρω τους μια σειρά από παγίδες, ένα ναρκοπέδιο. Ο Brooker είχε ήδη καλά ακονισμένα τα εργαλεία του πριν έρθει το Black Mirror. Είχε καταπιαστεί με το κλίμα του τηλεοπτικού ηθικού πανικού των 90s, γράφοντας για το εξαιρετικό Brass Eye. Είχε σατιρίσει σκληρά την εμφάνιση της hipster κοινωνικής φιγούρας και των ψηφιακών μέσων στα μέσα του ’00, συνδημιουργώντας το Nathan Barley. Είχε πειραματιστεί πάνω στον συνδυασμό τηλεοπτικών/κινηματογραφικών genres και κοινωνικής παρατήρησης, ενώνοντας το zombie horror με την reality τηλεόραση στο Dead Set.

Εκ πρώτης όψεως, το έδαφος πάνω στο οποίο χτίζεται το σύμπαν του Black Mirror είναι η τεχνολογία. Πράγματι, έτσι είναι, όμως αυτό από μόνο του είναι κάπως ανεπαρκές, δεν είναι; Ο Brooker μεταχειρίζεται την τεχνολογία ως τον κατεξοχήν κοινωνικό μύθο. Παρόλο που η σειρά συχνά χαρακτηρίζεται ως δυστοπική, το κέντρο βάρους της δεν είναι τόσο το δίπολο της λύτρωσης ή της καταδίκης μέσω της τεχνολογικής εξέλιξης. Η τεχνολογία στο Black Mirror δεν είναι ένα διακριτό σημείο αφετηρίας ή κατάληξης. Είναι όμως το κατεξοχήν σημείο αναφοράς, γύρω από το οποίο αναπτύσσονται όλες οι σύγχρονες μορφές κοινωνικότητας που αφηγείται. Αυτό οδηγεί τον Brooker, ειδικά στις καλύτερες στιγμές του, να εξετάζει την τεχνολογία του Black Mirror ως μια μορφή του εαυτού, της μνήμης, της συνείδησης, της συσχέτισης. Βέβαια, η οπτική του είναι συνήθως απαισιόδοξη, κι αυτό οδηγεί συχνά-πυκνά  την σειρά σε ένα μπαράζ διδακτισμού, ηθικολογίας, προειδοποίησης. Είναι τεχνοφοβικό; Θα ήταν μάλλον απλοϊκό να το χαρακτηρίζαμε έτσι νέτα σκέτα. Ναι μεν εμφανίζεται με έναν καταγγελτικό ή προειδοποιητικό μανδύα εναντίον της σύγχρονης τεχνολογικής αλλοτρίωσης, αλλά επίσης συχνά δείχνει μια πραγματική κατανόηση για τις ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες που την γεννούν, φτάνοντας μέχρι και την αναγνώριση των απελευθερωτικών τάσεων που έχει αυτή η δυναμική. Ναι, ακόμα και στο Black Mirror υπάρχει αισιοδοξία, κι αυτή η ματιά που εγκαινιάστηκε επίσημα και με τη βούλα πέρυσι με το εξαιρετικό San Junipero εμφανίζεται ξανά σε αρκετά σημεία της 4ης σεζόν.

Προφανώς το Black Mirror έχει μεγάλο εύρος προβληματισμών, αλλά δεν είναι και τόσο εγκεφαλικό στην εκτέλεσή του. Ο Brooker ξέρει πώς να το κάνει εθιστικό ως pop προϊόν, κι έτσι έχει δημιουργήσει μια σειρά που δανείζεται στοιχεία από κλασικές sci-fi ανθολογίες, με πρώτο και κύριο το Twilight Zone, χτίζοντας κάθε επεισόδιο γύρω από ένα τεράστιο “WHAT IF” και καταλήγοντας σε ένα εξίσου γιγάντιο “YES BUT”. Αυτό το μοτίβο του τρικ και της ανατροπής έχει γίνει πια σήμα κατατεθέν της σειράς, αποτελώντας ταυτόχρονα την δύναμη και το όριό της. Από την μία, αν το concept είναι πετυχημένο, αν χτιστούν γύρω του ενδιαφέροντες χαρακτήρες κι αν η ανατροπή καταφέρει να αποκτήσει συναισθηματικό και θεματικό βάρος, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μερικά από τα καλύτερα τηλεοπτικά επεισόδια που έχουμε δει ποτέ. Από την άλλη όμως, αν το concept είναι απ’ την αρχή αδύναμο, οι χαρακτήρες αδιάφοροι και η ανατροπή διεκπεραιωτική, τότε το format της σειράς γίνεται βαρίδι για την ίδια και μπορεί να κάνει την 1 ώρα διάρκειας του επεισοδίου να μοιάζει με 1 βδομάδα. Προφανώς, αφού η περσινή μεταφορά της σειράς στο Netflix σημαίνει ότι κάθε κύκλος έχει πια 6 επεισόδια, αντί για 3 που είχε στο Channel 4, τότε το ρίσκο μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. Κατά μία έννοια, πλέον είμαστε αρκετά προετοιμασμένοι ως προς το τι περιμένουμε από μια σεζόν Black Mirror, κι αυτό οδηγεί τον Brooker σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: είτε να ποντάρει στην όλο και μεγαλύτερη εξωφρενικότητα των οικείων τρικ του, είτε να αρχίσει να προσδίδει μεγαλύτερη ποικιλία στο ύφος και τους προβληματισμούς της σειράς.

Η τέταρτη σεζόν του Black Mirror μοιάζει όντως να βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι και μάλλον δοκιμάζει να τραβήξει δύο διαφορετικούς δρόμους ταυτόχρονα. Κατά έναν τρόπο, είναι σαν ο Brooker να τεστάρει τα νερά για το προς τα πού θα κινηθεί στο μέλλον, άλλοτε επενδύοντας σε παραλλαγές των ίδιων τρικ κι άλλοτε ρισκάροντας περισσότερο θεματικά και αισθητικά. Αυτό καθιστά την σεζόν κάπως μεταβατική συνολικά και μάλλον αρκετά άνιση, αφού τα αδύναμα σημεία της είναι πολύ αδύναμα και τα δυνατά της σημεία είναι εξαιρετικά δυνατά. Αρχικά, ο νέος κύκλος επιδεικνύει την μεγαλύτερη έως τώρα αισθητική ποικιλία της σειράς, επιχειρώντας περισσότερο να στραφεί στην κατασκευή πραγματικά ξεχωριστών κόσμων γύρω από τον γνωστό νοηματικό άξονα του Black Mirror. Έτσι, το πρώτο (και καλύτερο) επεισόδιο, USS Callister, αποτελεί ένα space adventure με πασιφανείς αναφορές στην αισθητική του Star Trek. To Arkangel μοιάζει με indie οικογενειακό δράμα, ενώ το Hang the DJ παραπέμπει σε παραδοσιακό, γλυκόπικρο, ρομαντικό μελόδραμα. Αντίστοιχα, το Metalhead κατασκευάζει ένα μινιμαλιστικό, ασπρόμαυρο, post-apocalyptic δράμα επιβίωσης, και το Black Museum αφενός παίζει με το format ανθολογία-μέσα-σε-ανθολογία κι αφετέρου παραπέμπει αυτο-αναφορικά στην κατασκευή ενός ενιαίου continuity για τα μέχρι τώρα επεισόδια της σειράς. Το μόνο επεισόδιο που δίνει μια εσάνς αισθητικής ανακύκλωσης είναι το Crocodile, το οποίο μοιάζει και το πιο περιττό της τέταρτης σεζόν.

Πέρα από την αισθητική της σειράς όμως, εκεί που ο Brooker φαίνεται περισσότερο διχασμένος είναι στο ύφος και τους χαρακτήρες του. Στην πλειοψηφία των μέχρι τώρα επεισοδίων του Black Mirror, η ανθρωπότητα εμφανίζεται τραυματισμένη αλλά όχι ιδιαίτερα πολύπλοκη στην ανάπτυξή της. Οι άνθρωποι κινούνται μέσα στο φάσμα του καλού και του κακού είτε ως θύματα είτε ως θύτες, με τα τρικ και τις ανατροπές να αναλαμβάνουν να τους τοποθετήσουν στην μία ή στην άλλη θέση – ή και στις δύο ταυτόχρονα. Κατά μία έννοια, αυτό που έκανε κάποια επεισόδια να ξεχωρίζουν και να σε καλούν να τα δεις 2η και 3η φορά, ήταν το συναισθηματικό βάθος των ανθρώπων που προσπαθούσαν να βρουν την ανθρωπιά τους μέσα στο σύμπλεγμα ζωής και τεχνολογίας, κι όχι αυτά που περιείχαν το πιο εξωφρενικό concept ή το πιο βαρύγδουπο ηθικολογικό μάθημα. Γι’ αυτό οι χαρακτήρες του San Junipero, του The Entire History of You και του Be Right Back μοιάζουν να έχουν πραγματική σάρκα και αίμα στις φλέβες τους, ενώ σε άλλα επεισόδια μοιάζουν απλά αφηγηματικά εργαλεία για τις απόψεις του ίδιου του Brooker – ασχέτως αν τις μοιραζόμαστε ή όχι.

Εδώ είναι, λοιπόν, που το Black Mirror βρίσκει την αισιοδοξία του – όχι σαν αφελή καθησυχασμό, αλλά σαν επιβεβαίωση του πάθους για ζωή. Στον τέταρτο κύκλο, βρίσκουμε τέτοιες στιγμές ήδη από το πρώτο επεισόδιο, αφού το USS Callister καταφέρνει τόσο να παίξει με τις προσδοκίες μας από την πλοκή όσο και να επεξεργαστεί σε βάθος τα διάφορα επίπεδα κοινωνικής ιεραρχίας στα οποία τοποθετούνται οι ήρωές του, μαζί με μια καταπληκτική ανατομία της nerd νοσταλγικής φυγής από την πραγματικότητα. Αντίστοιχα, η απλότητα και η συναισθηματική ειλικρίνεια του Hang the DJ μοιάζει να θυσιάζει τον κυνισμό του Black Mirror για χάρη μιας πιο αυθεντικά ανθρώπινης ιστορίας αναζήτησης αγάπης στο υπερ-τεχνολογικό περιβάλλον των dating apps. Το Black Museum, από την άλλη, παρόλο που κινείται σε πιο γνώριμα θεματικά μονοπάτια, βάζει στο κέντρο του την ψηφιακή συνείδηση με τρόπο που καταφέρνει να συνδυάσει πετυχημένα το πολιτικό βάρος μιας τέτοιας εξέλιξης με το συναισθηματικό βάρος των εμπλεκόμενων χαρακτήρων. Ακόμα και το Metalhead, το οποίο ουσιαστικά δεν έχει ούτε πλοκή ούτε χαρακτήρες, παίρνει την γενναία απόφαση να αποφύγει εντελώς τα gimmicks, τα τρικ, τα backstories και τις ανατροπές για χάρη μιας αυτοτελούς και ικανοποιητικής αισθητικής εμπειρίας. Από την άλλη, το Arkangel, παρά τις καλές του προθέσεις, καταλήγει τελικά να επιλέγει περισσότερο τον διδακτισμό γύρω από την γονεϊκό έλεγχο παρά την εμβάθυνση στις ίδιες τις οικογενειακές σχέσεις των χαρακτήρων, ενώ το Crocodile μοιάζει με ένα υπερβολικά γνώριμο Black Mirror bad trip, ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού που μάλλον πήγαινε για ανθρώπινα τραγικό αλλά κατέληξε εξουθενωτικά και απάνθρωπα κυνικό.

Ας μην γελιόμαστε, το Black Mirror επιτελεί ένα δύσκολο έργο με μεγάλο ρίσκο, παρόλο που μερικές φορές υποκύπτει στις κυνικές ευκολίες του pop μηδενισμού. Το γεγονός ότι η τέταρτη σεζόν εμφανίζεται διχασμένη και άνιση είναι, κατά μία έννοια, εξαιρετικά ευπρόσδεκτο, αφού δείχνει μια δημιουργική και διανοητική ζωντάνια – έναν διχασμό για πώς θέλουμε να αφηγηθούμε τις ιστορίες των ανθρώπων και των τεχνολογικών του προεκτάσεων. Αν ο Brooker αρχίζει να στρέφεται περισσότερο προς την αισιοδοξία, δεν το κάνει από αφέλεια. Αντιθέτως, επιχειρεί μικρά και διακριτικά βήματα, δοκιμάζοντας τις γραμμές φυγής της αγάπης, της απελευθέρωσης ή της εκδίκησης. Κι αν εμείς θέλουμε όντως ένα πιο αισιόδοξο Black Mirror από εδώ κι έπειτα, αυτό δεν σημαίνει ότι θέλουμε να αποφύγουμε το σκοτάδι και τον πόνο της σειράς, αλλά ότι επιθυμούμε να δούμε ανθρώπους να πασχίζουν για την υπέρβαση των ορίων – των δικών τους ορίων και των ορίων της εποχής τους. Δεν χρειάζεται να έχουν σώνει και ντε happy ending, ας είναι δυσάρεστο το τέλος. Αλλά χρειάζεται να μας πείσουν ότι η μάχη ήταν δύσκολη, ότι προσπάθησαν πραγματικά, ότι αξίζει να κρατήσουμε μέσα μας τις ιστορίες τους.

Best of internet