Πώς να Εξαφανίσεις ένα Πτώμα στην Ελλάδα

Χρήσιμες συμβουλές για να μη καταλήξεις με τον σκελετό στη ντουλάπα

ladykiller

10 Μαΐου 2013

 

Ρώτησα τους πολύ κοντινούς μου, αν ξαφνικά βρισκόντουσαν με ένα πτώμα του οποίου το αίμα βρισκόταν στα χέρια τους –για οποιονδήποτε λόγο– τι θα το κάνανε.

Οι απαντήσεις ήταν οι εξής: φωτιά, πέταμα στα σκυλιά, θα τον παρατούσε σε κάποιο βουνό, υδροφθορικό οξύ ή χτίσιμο στον τοίχο και τέλος επειδή ο ένας θα έβαζε άλλον να κάνει την δουλειά θα το άφηνε πάνω του – όσο να πεις θα ήταν πιο έμπειρος.

 

Κάπου εδώ να σημειωθεί πως κανείς δεν σκέφτηκε να παραδοθεί ζητώντας συγχώρεση  αλλά επειδή οι μισές τουλάχιστον ιδέες δεν θα είχαν τελικά τα επιθυμητά αποτελέσματα και η ιστορία υπάρχει για να μαθαίνουμε από τα λάθη των άλλων ας πάρουμε μερικές συμβουλές από αυτούς που τα δοκίμασαν πριν από εμάς για εμάς.

 
 

 
 

Όποτε κάνω την ίδια ερώτηση στον εαυτό μου τρεις απαντήσεις μου έρχονται κατευθείαν στο μυαλό αλλά επειδή τον διεθνή χώρο θα τον πιάσουμε την επόμενη φορά η εξής μία ταιριάζει με το θέμα μας:

Το πτώμα θα γινόταν τροφή για τα γουρούνια.

 
 

 
 

Πρωτάκουσα για αυτή την υπόθεση κάπου στα 12, γι’ αυτό και μέχρι πριν μερικές μέρες πίστευα πως διαδραματίστηκε κάπου στις αρχές του ’90, όμως η 26χρονη Κατερίνα Κοντού είχε ταΐσει τον 37χρονο σύζυγο της στο στυλ της Cosa Nostra στις 25 Μαρτίου 1979.

Η δική της πλευρά της ιστορίας ήταν άκρα αντίθετα με την ιστορία της οικογένειας του θύματος αλλά και οι δυο συμφωνούσαν σε ένα, πως η ζωή που ζούσαν ήταν μαρτυρική μιας και το ζευγάρι είχε παντρευτεί ύστερα από πιέσεις του πατέρα της επειδή είχε μείνει έγκυος. Απιστίες, ξυλοδαρμοί, αλκοολισμός ήταν η καθημερινότητα που ζούσαν εκείνοι και τα 3 τους παιδιά.

Στις 25 Μάρτη γύρισε από την έξοδο του μεθυσμένος και για άλλη μια φορά ξέσπασε πάνω της. Όπως είπε, όταν αργότερα πήγαν να ταΐσουν τα ζώα, τον χτύπησε με τον σωλήνα της τσάπας ξανά και ξανά μέχρι να ξεψυχήσει – κατά δήλωση της.

Η 6χρονη κόρη της -το μικρότερο παιδί της οικογένειας– είπε πως είδε την μητέρα της να τον μαχαιρώνει στη κουζίνα και αφού τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν, τον έσυρε μετά στο χοιροστάσιο όπου του έβαλε φωτιά. Η μυρωδιά όμως ήταν έντονη οπότε αναγκάστηκε να την σβήσει και τότε τον έριξε στα γουρούνια.

 
 

 

Ένας γείτονάς τους, επιβεβαίωσε την άσχημη μυρωδιά που ερχόταν από τη φωτιά αλλά δεν έδωσε σημασία μιας και ανά διαστήματα καίγανε λήμματα και διάφορα άλλα. Ο ίδιος γείτονας ήταν αυτός που την πίεσε να δηλώσει στην αστυνομία την εξαφάνιση του όταν πήγε στο σπίτι του και του είπε πως είχε φύγει με ένα αυτοκίνητο και δύο άνδρες, ενώ την ίδια ιστορία δασκάλεψε και την 6χρονη κόρη της να λέει μιας και αν μάθαινε κάποιος τα όσα είδε «η μαμά θα πήγαινε φυλακή».

Όπως φαίνεται, της μικρής από το ένα αφτί μπήκε από το άλλο βγήκε και έτσι η αστυνομία ύστερα από καταγγελία των αδερφών του θύματος έψαξε απευθείας το χοιροστάσιο. Εκεί βρήκαν ένα μέρος του κρανίου που είχε σημάδια από μαχαιριά και τα λερωμένα με αίμα ρούχα.

 
 

Τι μας διδάσκει αυτή η ιστορία λοιπόν;

1.Πως αν κάψεις άνθρωπο η μυρωδιά είναι πολύ έντονη και δυσάρεστη (κάτι που θα δούμε και σε άλλες μαρτυρίες).
2.Πως τα ματωμένα ρούχα δεν τα παρατάς από ‘δω κι από ‘κει.
3.Πως πάνω απ’ όλα δεν πρέπει να υπάρχουν μάρτυρες: α. για τη δική τους ψυχική υγεία και, β. για τη δική σου ελευθερία.

 
 

 
 

Συνεχίζουμε με συμβουλές από τον Θεόφιλο Σεχίδη που τον Μάιο του 1996 πριόνισε την μητέρα, τον πατέρα, την αδερφή, τη γιαγιά και τον θείο του και αφού τους μετέφερε με το αυτοκίνητο του από την Θάσο στην Καβάλα τους πέταξε στην χωματερή της Κεραμωτής.

Έξυπνη – θα έλεγε κανείς – ιδέα, αλλά όταν είσαι ο μόνος επιζών είσαι και ο μόνος ύποπτος. Δεν το σκέφτηκε αυτό ο Θεόφιλος –παρότι μιλάνε για τη μεγάλη ευφυΐα του ακόμα και σήμερα– και έτσι δεν έχει κανέναν να το επισκέπτεται στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών. Δεν άφησε άλλωστε και κανέναν ζωντανό.

 

9 χρόνια πριν, ο Παναγιώτης Φραντζής το είχε σκεφτεί κάπως καλύτερα αλλά δεν τα κατάφερε ούτε εκείνος τελικά. Στα Κάτω Πατήσια επί της Νεμέσεως στον αριθμό 21 –όροφο δεν έχω– στις 24 Ιουνίου του 1987 και ώρα 3.30 το χάραμα, ο 27χρονος τότε Παναγιώτης ύστερα από έναν ακόμη καβγά με την 18χρονη σύζυγο του Ζωή Γαρμανή έσυρε το πτώμα της στην μπανιέρα και μαζί με ένα μικρό μαχαίρι, σουβενίρ από την Κρήτη και ένα σφυρί, το τεμάχιζε μέχρι τις 7.00 το ξημέρωμα.

 
 

 
 

Στη διάρκεια αυτή, είχε κόψει το κεφάλι της για να καλύψει τα ίχνη του στραγγαλισμού –αργότερα θα ισχυριζόταν πως ο θάνατος της προήλθε, ύστερα από πτώση και χτύπημα του κεφαλιού στην άκρη του κρεβατιού– όπως επίσης της είχε βγάλει τα μάτια ώστε να καταστήσει το εύρημα μη αναγνωρίσιμο. Εν συνεχεία γέμισε μερικές σακούλες με τα κομμάτια του σώματος της Ζωής (16 στον αριθμό), τις οποίες πέταξε στον κάδο απορριμάτων επί της Αιλιανού 12, ενώ το κεφάλι της το πέταξε στην Αχαρνών και Πιπίνου.

Το σχέδιο ήταν απλό και σίγουρο.

Τα απορριμματοφόρα θα πολτοποιούσαν ότι στοιχείο είχε μείνει πίσω, αλλά ο Κώστα Βουζίκη είχε άλλη άποψη όταν άρχισε να ψάχνει τον κάδο – κατά δήλωση του ήταν συλλέκτης και έψαχνε για πεταμένες αλληλογραφίες και παλιά γραμματόσημα – και βρήκε τις προαναφερθείσες σακούλες.

Και πάλι όμως ο Παναγιώτης είχε κάνει πολύ καλή δουλειά, μιας και το εύρημα ήταν πράγματι μη αναγνωρίσιμο, ενώ το DNA ήταν κάτι που δεν είχε γίνει ευρέως γνωστό.

Σε μία από τις σακούλες όμως είχε μείνει απόδειξη από το κρεοπωλείο του Αναστάσιου Δριμούση και κάπως έτσι το κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται.

Ο τεμαχισμός και το πέταμα του σώματος στους κάδους απορριμάτων είναι μία έξυπνη ιδέα αλλά πρέπει να έχουμε στο νου μας τα εξής:

1. Να προσέχουμε τις απεργίες των εργαζομένων στον τομέα καθαριότητας.

2. Με τον αριθμό των ανθρώπων που ψάχνουν στους κάδους να αυξάνεται με τον καιρό, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να πάρεις το μυστικό στον τάφο σου.

 
 

 
 

Άλλος ένα που χρησιμοποίησε παρόμοια μέθοδο ήταν ο Χριστοφόρ Παρασκευόφ, 24 ετών, που στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης τον Δεκέμβριο του 2004 έσφαξε την 8 μηνών έγκυο σύντροφο του, Έλενα Σατούλοβα, ετών 25.

Αφού πέθανε, αφαίρεσε τα μέρη από το σώμα της που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αναγνώριση – το DNA δε το είχε ακουστά -· το κεφάλι και τα χέρια δηλαδή, τα οποία και πέταξε στον Αλιάκμονα. Έξυπνη ιδέα αφού ακόμα και σήμερα δεν έχουν βρεθεί. Όχι τόσο έξυπνη όμως η ιδέα να πετάξει τον κορμό και τα πόδια σε σακούλες στη χωματερή του Αιγινίου, όπου και τα βρήκαν τυχαία δύο Ρουμάνοι που ζούσαν εκεί κοντά.

Θα έλεγε κανείς πως στην Ελλάδα μας τεμαχίζουμε τους νεκρούς μας, αφού και οι τρεις επόμενοι «συμβουλάτορες» πράξανε τα ίδια.

Ας τα πιάσουμε από τα πιο πρόσφατα και μια ιστορία που είναι ευρέως γνωστή  αφού ο 24χρονος Γιώργος Σκιαδόπουλος τον Ιανουαρίου του 1998, είχε γυρίσει στα κανάλια αναζητώντας την μέλλουσα σύζυγο του, την Αμερικανή Julie Marie Scully (29 χρονών), η οποία, κατά δήλωση του είχε εξαφανιστεί λίγο πριν την τέλεση του μυστηρίου.

Η ιστορία του όμως έμπαζε, προσκρούοντας σε αντιφάσεις, μέχρι και την ομολογία του πως πάνω σε έναν καβγά στραγγάλισε την αγαπημένη του, την έλουσε με βενζίνη, την έκαψε και τέλος της αφαίρεσε με ένα πριόνι το κεφάλι καθώς δεν χωρούσε στην βαλίτσα που είχε βάλει το υπόλοιπο σώμα.

 
 

 
 

Το οποίο κεφάλι ακόμα δεν έχει βρεθεί.

Άλλη μία έξυπνη ιδέα – ν’ αναζητάς απελπισμένα τον άνθρωπο που έβαλες στην βαλίτσα – αλλά πρέπει να είσαι καλός ψεύτης και να θυμάσαι πάντα τι έχεις πει στις προηγούμενες εκπομπές που έχεις βγει.

Εν συνεχεία παίρνουμε το πλοίο για Μυτιλήνη – καλοκαίρι έρχεται -. Το 2002 ο 33χρονος Γιάννης Μπουτάρας στο σπίτι του, κοντά στην πλατεία Αλυσίδα (Βυζαντίου 12), σκότωσε, κομμάτιασε, έκαψε και ότι απέμεινε απ’ την Ευστρατία Μαμώλου, 27 ετών, το έκρυψε εν τέλει σε ένα μεταλλικό κουτί δίπλα στο τζάκι.

Επί 3 χρόνια το μυστικό ήταν καλά κρυμμένο από τον ίδιο και την ψυχολογικά κακοποιημένη σύντροφο του, Αρετή Διόλατζη, 28 χρονών, μέχρι που ένας πατέρας που θέλει να βοηθήσει τον γιο του, ο οποίος συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση με τα ναρκωτικά, βρίσκεται στη φυλακή για διακίνηση. Γνωρίζοντας πως κάτι συμβαίνει αλλά μη ξέροντας ακριβώς τι, κατάφερε να βρεθεί μόνος με την Αρετή και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη της, του αποκάλυψε όλα όσα έχουν συμβεί.

Άλλη μια καλή ιδέα που όμως μας θυμίζει αυτό που μας λέγαν οι γονείς μας, πως «οι κακές παρέες θα σε οδηγήσουν παιδί μου στη φυλακή».

Για την ιστορία ο Μιχάλης Ζηλέλλης κατάφερε να έρθει σε συμφωνία με τις Αρχές και ο γιος τους να βγει νωρίτερα από την φυλακή, αλλά δεν κατάφερε να σταματήσει την σφαίρα που τον βρήκε στο κεφάλι κάποια χρόνια αργότερα.

Τελευταία ιστορία τεμαχισμού, μας πάει πίσω στις 7 Ιανουαρίου 1931, μαζί με την μουσική του Βαμβακάρη. Ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία θα αναλύσω αφού διαβάσω το βιβλίο που κυκλοφορεί. Προς το παρόν ακούστε το τραγούδι που ακολουθεί.

 
 

 
 

Μια πολύ καλή ιδέα έδωσε ένας φίλος μου.

Θα χρειαστούμε ένα καλό μαχαίρι για να κόψουμε το πτώμα σε μικρά κομμάτια, ένα σφυρί για να σπάσουμε τα μεγάλα και χονδρά κόκκαλα και μπόλικο ελεύθερο χρόνο για να τα ρίχνουμε σιγά – σιγά στον σκουπιδοφάγο.

Χρόνια λέω πως θέλω ένα και τώρα μου δίνεται η ευκαιρία να το πω κι από εδώ: « Ζούπι να το βάλουμε να το βάλουμε σιγά – σιγά στα μελλοντικά μας έξοδα;!».

Πίσω στο χρόνο, για άλλη μία φορά, στις 31 Δεκεμβρίου 1993 λίγες ώρες πριν γιορτάσουμε το νέο έτος, ο 40χρονος Μανόλης μαζί με τη σύζυγο Γεωργία θα περνούσαν το κατώφλι της Αστυνομικής Διεύθυνση Ερμιόνης, για να δηλώσουν την εξαφάνιση του 6χρονου γιου τους Νίκου.

 
 

 
 

Ο δράστης –που ακόμη και σήμερα παρά την καταδίκη του πατέρα του οι γνώμες αλλά και οι γνωματεύσεις των δικαστών διίστανται– αφού πέθανε το παιδί από ασφυξία, έκρυψε το σώμα του σχισμή μαντρότοιχο σε μια αλάνα πολύ κοντά στο σπίτι της οικογένειας. Κανείς δε θα έψαχνε εκεί εκτός απ’ τον Μανόλη και τον μεγαλύτερο γιο του. Αυτή η «σύμπτωση» μαζί με κάποιες αντιφάσεις και τελικά την ομολογία του, κατέστησε μόνο ύποπτο και καταδικασθέντα εκείνον. Ομολογία που πήρε πίσω ένα χρόνο αργότερα.

Το να χτίσεις το πτώμα, είναι μια καλή ιδέα και κάτι παρόμοιο έπραξε και το ζευγάρι Fred & Rosemary Wallter στο σπίτι τους στην Αγγλία. Την επόμενη φορά αυτό, μιας και δε συνέβη σε ελληνικό χώρο.

Καλή ιδέα αλλά οι τοίχοι κάποτε γκρεμίζονται· το πιο σίγουρο ήταν να το ρίξεις στα θεμέλια και από πάνω του να ανεβάσεις σπίτι ή πολυκατοικία, αλλά αυτό προϋποθέτει πολλές χιλιάδες ευρώ, τα οποία δεν έχουμε.

 
 

 
 

Μια από τις πολλές εικασίες, για το τι μπορεί να συνέβη στον 11χρονο Άλεξ, το βράδυ της 3ης Φλεβάρη του 2006 είναι κι αυτή. Όμως όταν το έγκλημα γίνεται από μικρής ηλικίας άτομα δύσκολα να μείνει κρυφό.

Οπότε αν είσαι μικρός/ή περίμενε μερικά χρόνια ακόμα για να πήξει το μυαλουδάκι σου.

Ο  Βασίλης Τέκος 57 χρόνων, στις 2 Μάη του 1983 σκότωσε και έθαψε τα δυο παιδιά του, στο υπόγειο του σπιτιού του.

Ορίστε, το μόνο που χρειάζεσαι είναι να έχεις ιδιόκτητο σπίτι με υπόγειο και να βάλεις ρήτρα στη διαθήκη να μη το πειράξουν ποτέ. Θα βόλευε αν κι αυτό το σπίτι ήταν και διατηρητέο.

Πρέπει να βρεις ένα τρόπο να μεταφέρεις το σώμα σε ένα από τα πολλά εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά, αν όχι να το σκοτώσεις μέσα σε αυτό και ύστερα χωρίς να κάνεις πολύ θόρυβο, ώστε να κινήσεις υποψίες, να το θάψεις.

 
 

 
 

Η φωτιά τελικά δεν είναι λύση, όπως έδειξε και η ιστορία του 54χρονου Αποστόλη Κοσμά, που σκότωσε με τσεκούρι τον γιο του Βαγγέλη ενώ κοιμόταν και τον μετέφερε στον Κάλαμο για να τον θάψει. Δεν τα κατάφερε και τον πιάσανε.

Κανείς δε σκέφτηκε ένα γραφείο κηδειών με αποτεφρωτήριο.

 
 

 
 

Κάπου εδώ τελειώνουμε το πρώτο μέρος με την ιστορία του 27χρονου Βασίλη Λυμπέρη ο οποίος στις 5 Ιανουαρίου 1972, μαζί με τρεις συνεργούς του, έβαλε φωτιά στο σπίτι του στο Χαλάνδρι. Έκαψε ζωντανούς την εν διαστάσει σύζυγό του Βασιλική, 24 χρονών, την μητέρα της Αντιγόνη, 55 χρονών, και τα δυο του παιδιά Παναγιώτα και Γιώργο δυόμιση και ενός έτους αντίστοιχα.

Καλό θα ήταν αν αποφασίσεις να το κάνεις έτσι να ξέρεις δύο – τρία πράγματα περί ηλεκτρολογίας ώστε να φανεί ατύχημα και πάνω απ’ όλα να πράττει μόνος, γιατί ο άλλος μπορεί να μιλήσει.

 
 

Best of internet