Μικρή Μεταλλική Μηχανική Μουσική: Ένας Επικήδειος για τον Lou Reed

Μία απ’ τις σημαντικότερες προσωπικότητες της μουσικής ιστορίας, ο αντι-ήρωας της ακμής της Νέας Υόρκης και ο πιο τυχαίος πρωταγωνιστής της πολιτιστικής εξέλιξης δεν είναι πια μαζί μας.

Normo Gin

27 Οκτωβρίου 2013

 

Σήμερα, 27 Οκτωβρίου του 2013, έφυγε απ’ τη ζωή ο Lou Reed. Κάποια στιγμή πριν μερικά χρόνια, είχε την – όχι και τόσο επιτυχημένη – ιδέα να βγάλει έναν δίσκο με τους Metallica. Ο δίσκος δέχθηκε την κατακραυγή πολλών οπαδών του, με εξαίρεση φυσικά το περιοδικό WIRE που χωρίς να χάσει ευκαιρία να δοξάσει οτιδήποτε εκκεντρικό (ασχέτως του πόσο κακό είναι) αποφάσισε ότι ήταν ο ένατος καλύτερος δίσκος της τότε χρονιάς. Ο δίσκος ήταν μία φρίκη, αλλά δεν ήταν η πρώτη. Είχε περάσει χρόνια να βγάζει μετριότατο ambient, βαρετές επαναλήψεις του ήχου που τον καθιέρωσε και μετριότατους live δίσκους, χωρίς το τσαγανό που χαρακτήριζε το θρυλικό πλέον “Rock ‘n’ Roll Animal”.

Τα παραπάνω, τα λέει ένας φανατικός οπαδός του Lou Reed και είναι πράγματα που θα ακουστούν από κάθε οπαδό του Lou Reed. Γιατί κι ο ίδιος υπήρξε πάντα ένα τέτοιου τύπου είδωλο: όχι μια εξιδανικευμένη προσωπικότητα, αλλά ένας άνθρωπος που μόνο κατά τύχη θα έβγαζε την καλλιτεχνική φλέβα που είχε μέσα του. Παρορμητικός και ελαφρώς χαωμένος στην αριβίστικη μυθολογία της Νέας Υόρκης, πρόθυμος να δοκιμάσει οτιδήποτε θα βρισκόταν στον δρόμο του (όπως μαρτυράει άλλωστε και η θερμή σχέση του με τα ναρκωτικά), υπήρξε πάντα το είδος του καλλιτέχνη που δεν είχε κανέναν μύθο να γκρεμίσει. Ενδεικτικά, το αγαπημένο “Metal Machine Music”, για το οποίο ο μεγάλος μουσικοκριτικός Lester Bangs έγραψε ότι είναι ο καλύτερος δίσκος που βγήκε στην ιστορία του ανθρώπινου αυτιού, ήταν απλά ο θόρυβος που έπαιξε για να λύσει ένα συμβόλαιο με μια δισκογραφική.

Ο Lou Reed ξεκίνησε παίζοντας στην πιο επιδραστική μπάντα της ποπ μουσικής, τους Velvet Underground (ναι, αυτοί είναι, τα περί Beatles είναι απλά βλακείες). Οι δύο πρώτοι δίσκοι τους (The Velvet Underground & Nico – η περιβόητη “μπανάνα” – και White Light/White Heat) και οι λάιβ ηχογραφήσεις που έχουμε από την εποχή, απόσχισαν την ποπ μουσική από οποιοδήποτε στεγανό της: οι φανφάρες των μεγάλων αυτοσχεδιασμών και οι πολυφωνικές αρμονίες του ύστερου rock ‘n’ roll αντικαταστάθηκαν από ένα στακάτο, βίαιο, βρώμικο και κακό rock ‘n’ roll, που ενσωμάτωνε όλη την avant garde εμπειρία του John Cale στα καλλιτεχνικά σαλόνια της μουσικής καινοτομίας.

 

 

Οι Velvet Underground ήταν μία μπάντα που φρίκαρε τον κόσμο και αυτός ήταν ο λόγος που την επέλεξε για προώθηση ο Andy Warhol. Έτσι, η αρχή της καριέρας του Lou Reed, βασίστηκε στην “ανικανότητά” του να παίξει “σωστή” μουσική. Έκτοτε, τα πάντα κύλισαν στην τύχη: οι δύο επόμενοι δίσκοι των Velvet Underground μετά την αποχώρηση του John Cale, θεωρούνται ξεχωριστοί. Είναι ξεχωριστοί όμως, όχι επειδή ο Reed ξέρει τι θέλει να κάνει – μάλλον αντιγράφει το ποπ/φολκ ιδίωμα της εποχής – αλλά αντίθετα με τους σύγχρονούς του, δεν μοιράζεται καμία κάψα για τη φύση, τα λουλούδια και την ψυχεδέλεια, αλλά εκφράζει την εμμονή του για το αστικό περιβάλλον που έχει όλα τα κομφόρ: γκαλερί, θόρυβο και πρέζα.

Μετά τον Andy Warhol, επόμενοι στη σειρά για να τον περιμαζέψουν ήταν ο Bowie και ο κιθαρίστας του, Mick Ronson. Με τη βοήθειά τους, ο Reed έβγαλε το “Transformer”, έναν δίσκο που παραμένει ξεχωριστός στον δυτικό κανόνα λόγω του τελείως flat, σκοτεινού, αστεακού του ήχου, αλλά και λόγω της θεματολογίας του: ύμνοι στην αμφισεξουαλικότητα, στο cross-dressing, στην πρέζα, στα γκέτο, στην απομόνωση της Νέας Υόρκης. Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται το “Transformer” σήμερα ίσως φαντάζουν εσκεμμένη ασυνέχεια με τα καθιερωμένα της τότε κουλτούρας, στην ουσία όμως αντανακλούν απλά τον τρόπο ζωής του, δηλαδή το μόνο πράγμα για το οποίο θα ήταν ικανός να συζητήσει.

Μέσα απ’ το “Transformer” καθιέρωσε έναν ήχο που ελάχιστα παραλλάχθηκε στους δίσκους του που ξεχωρίζουν. Ποιοτικά δίπλα στο “Transformer” στέκεται μόνο το “Berlin” που το διαδέχθηκε, αλλά δίσκοι σαν το “New York”, το “Street Hassle”, το “Coney Island Baby” και άλλοι, κουβαλάνε μία ατμόσφαιρα που δεν μπορεί να αντιγράψει κάποιος άλλος. Άθελά του μέσα απ’ τον αυτοβιογραφικό μονόδρομο, ο Reed βρήκε μία απαράμιλλη ταυτότητα, δυνατή και συμπαγή, ικανή να του απονείμει το παράσημο του προσωπικού στίγματος που κάθε καλλιτέχνης επιθυμεί διακαώς.

Η ιστορία του Lou Reed είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δεν χρειάστηκε τα γυαλιά της διανόησης για να απολαύσει και να αφομοιώσει στοιχεία απ’ ό,τι παρήγαγαν οι ιδιοφυίες που βρήκε στον δρόμο του. Απ’ τον Andy Warhol μέχρι την πρωτοποριακή Laurie Anderson (με την οποία παντρεύτηκαν τελικά το 2008), o Reed φαίνεται να είδε το καλλιτεχνικό “νεοϋορκέζικο θαύμα” των δεκαετιών ’60 με ’80 με τα μάτια ενός μικρού παιδιού που ενώ δεν μπορεί να απομυστικοποιήσει την καινοτομία, έχει την ικανότητα να μαγεύεται και να εμπνέεται από αυτή. Αλλά το να μαγεύεσαι και να εμπνέεσαι, έχει και τους αισθητικούς κινδύνους του και σ’ αυτήν του την “κοσμο-μη-θεωρία” μπορούμε να αποδόσουμε στιγμές σαν εκείνη που προσπάθησε να ραπάρει ή εκείνη που μάλλον προσπάθησε να γράψει (κάπως ετεροχρονισμένα) σάουντρακ για το New Age υποκείμενο.

Έτσι, φτάνει να αποτελεί απο μόνος του την αντι-ιστορία του “νεοϋορκέζικου θαύματος”. Είναι η φιγούρα που διαλύει την πεποίθηση ότι η Νέα Υόρκη του τότε ήταν μία κοιτίδα σοφίας. Η περίπτωση Reed σηκώνει το πέπλο για να αναδείξει αυτό που πραγματικά συνέβαινε: η καινοτομία γινόταν καθεστώς, οι ρηξικέλευθες προσεγγίσεις γίνονταν καριερισμός, η δημιουργία δεν θα υπήρχε χωρίς το σεξ, το κλάμπινγκ, τα ναρκωτικά και τα σαλόνια. Και σε αντίθεση με όσα επαγγέλονταν οι τάσεις φυγείς του κινήματος των χίπις, η καλλιτεχνική δημιουργία έδειχνε να βολεύεται καλύτερα σ’ ένα τέτοιο μοντέλο λειτουργίας. Η σκηνή της εποχής φτάνει έτσι να θυμίζει την τελευταία μορφή που θα μπορούσε να πάρει η αριστοκρατία: όλοι μαζί, απ’ τον λόγιο μέχρι τον ευγενή ηλίθιο, αποκομμένοι στην αυλή τους, να συγκροτούν έναν πολιτισμό πνεύματος και παρακμής. Και για άλλη μια φορά άθελά του, βρίσκεται να αποτελεί το κλειδί της αφήγησης.

 

 

Ο Lou Reed είναι ένα σπάνιο παράδειγμα στην ποπ ιστορία. Οι αποτυχίες του δεν πρέπει να παραγραφούν από το μουσικό του έργο. Θα έμενε ακρωτηριασμένο. Το έργο του Reed αφορά την ειλικρίνεια· όχι αυτή την ειλικρίνεια που φαντασιώνεται ότι ομολογεί τα βάθη της ψυχής κάποιου, αλλά αυτή που αποκαλύπτεται όταν κάποιος προσπαθεί να παράγει στυλ όντας τρομακτικά αδέξιος. Θυμίζει όλους αυτούς τους ανθρώπους που συναντήσαμε και συναντάμε γύρω μας, ανίκανους να φτάσουν τα κοινωνικά στάνταρ αλλά πρόθυμους να προσπαθήσουν. Αυτούς που θα τους δούμε να φλερτάρουν αποτυχημένα, να κοινωνικοποιούνται αποτυχημένα, να προσπαθούν να ενσωματωθούν αποτυχημένα, όχι για ίδιον όφελος, αλλά μέσα από μία τρομακτική αμηχανία του “έτσι λειτουργούν τα πράγματα”. Είναι αυτοί που τελικά θα κερδίσουν τη συμπάθειά μας, όχι από λύπηση, αλλά επειδή έχουμε μάθει πια ότι αυτοί που αναγνωρίζουν ότι η σύγχρονη επικοινωνία έχει προβλήματα, είναι κι αυτοί με τους οποίους θα επικοινωνήσουμε καλύτερα.

Είναι αυτοί που γίνονται φίλοι μας και ένας τέτοιος υπήρξε ο Lou Reed, έστω κι αν δεν τον γνωρίσαμε ποτέ σ’ αυτή την εποχή της προβληματικής επικοινωνίας.

Υ.Γ.: Και για ένα πρέπον μουσικό αντίο:
* “I guess I’m just dumb cause I know I ain’t smart/but deep down inside I’ve got a rock ‘n’ roll heart” γιατί είναι η καλύτερη αυτοκριτική που θα μπορούσε να κάνει.

* Το κλάμα των παιδιών στο “The Kids”, γιατί είναι συγκλονιστική η στιγμή που το ακούει κανείς πρώτη φορά.

* Το “Make Up” για όλα εκείνα τα παιδιά “άλλης” σεξουαλικότητας που μετά τον Lou Reed βρήκαν χώρο να τραγουδήσουν για τους εαυτούς τους στην ποπ μουσική.

Best of internet