Πέρα από τη Δύση: Τα 13 καλύτερα μη-western κινηματογραφικά scores του Ennio Morricone

Μιας και σήμερα ο σπουδαιότερος κινηματογραφικός συνθέτης έφυγε από τη ζωή

Εντελώς αναμενόμενα και απολύτως δικαιολογημένα, ο θάνατος του Ennio Morricone πυροδότησε ένα μεγαλειώδες κύμα αναφορών, φόρων τιμής, δημοσιευμάτων, αφιερωμάτων και αναμνήσεων σε ολόκληρο το κινηματογραφικό ίντερνετ. Σ’ αυτό συντρέχουν δύο λόγοι που μοιάζουν εξαιρετικά απλοί αλλά η συνύπαρξή τους σε ένα πρόσωπο δεν είναι καθόλου μα καθόλου συνηθισμένη. Ο Ennio Morricone άλλαξε την ίδια την τέχνη της κινηματογραφικής μουσικής σύνθεσης και ταυτόχρονα άγγιξε όσο ελάχιστοι τις καρδιές των ανθρώπων. Είναι ο πιο σημαντικός, αντικειμενικά και υποκειμενικά – κι αυτή η σύμπτωση αντικειμενικού και υποκειμενικού παράγοντα είναι κάθε άλλο παρά δεδομένη. Συμβαίνει στους μεγάλους δημιουργούς, στα μεγάλα έργα, στις υπερβατικές καλλιτεχνικές στιγμές που καταφέρνουν να συνομιλήσουν με όλη την ανθρωπότητα. Κι αν η μουσική φιλμογραφία του Ennio Morricone μας διδάσκει κάτι όσον αφορά το θεματολογικό και συναισθηματικό της εύρος, αυτό είναι πως τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν ξένο.

Πράγματι, είναι απίστευτο από ποσοτική και ποιοτική σκοπιά το πόσο έχει δουλέψει στο σινεμά ο Morricone. Ξεκίνησε να δουλεύει ως συνθέτης και ενορχηστρωτής στο ιταλικό σινεμά πίσω στο 1955 και έγραψε το τελευταίο του κινηματογραφικό score το 2016. Στο ενδιάμεσο, εργάστηκε σε σχεδόν 500 ταινίες. Όπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για ένα έργο εμβληματικό αλλά και αχανές. Όσο προσβάσιμη κι αν είναι η μουσική του μέσα από τις μελωδίες που έχουμε σιγοτραγουδήσει όλοι κι όλες, άλλο τόσο είναι σχεδόν αδύνατον να προσπελάσει κανείς ολόκληρη την μουσική του διαδρομή. Πρόκειται πάντως για ένα έργο με τεράστια ποικιλία και εύρος. Ο Morricone, οπλισμένος με κλασική μουσική παιδεία (όντας μαθητής του Goffredo Petrassi), πρωτοποριακό πνεύμα περιπέτειας (όντας μέλος της θρυλικής avant-garde συντροφιάς του Il Gruppo) και αυθεντικό λαϊκό αισθητήριο (όντας μεγαλωμένος στο πολύβουο πληβειακό κέντρο της μεταπολεμικής Ρώμης), διερεύνησε την σχέση της μουσικής με την εικόνα σε τέτοια έκταση και βάθος που άλλαξε μια για πάντα την μαζική κοινωνική αντίληψη γι’ αυτήν τη σχέση.

Δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά για να γίνει κατανοητό κάτι τέτοιο. Ως γνωστόν, η στενή σχέση του Morricone με την παραγωγή των spaghetti western κατά τη διάρκεια του ’60 και του ’70 δημιούργησε ένα αισθητικό στίγμα που παραμένει μέχρι σήμερα τρομερά αναλλοίωτο, ανθεκτικό κι αυθεντικό. Φυσικά, μιλάμε για τη μουσική που έγραψε για την τριλογία A Fistful of Dollars, For a Few Dollars More και The Good, the Bad and the Ugly, αλλά και για το Once Upon a Time in the West του Sergio Leone. Η συνεργασία τους παραμένει μυθική κι εμβληματική, ένας συνδυασμός που άγγιξαν ελάχιστα άλλα ντουέτα σκηνοθετών-συνθετών. Ταυτόχρονα, όμως, δούλεψε εκτενώς στα western του Sergio Corbucci, του Sergio Sollima και του Duccio Tessari. Μέσα σε κάτι λιγότερο από μια δεκαετία, ο Morricone έφτιαξε ένα μουσικό corpus αιώνιο. Είναι αδύνατον να σκεφτείς μια spaghetti western εικόνα, ένα πρόσωπο, ένα τοπίο, οτιδήποτε, χωρίς να το ντύσεις ενστικτωδώς με μια δικιά του μελωδία. Είμαστε πλέον conditioned σε αυτόν τον συνειρμικό τρόπο συσχέτισης ήχου και εικόνας όσον αφορά την ατμόσφαιρα της Δύσης – κι η ευθύνη ανήκει εν πολλοίς στον Ennio Morricone. Πραγματικά, απλά ακούστε:

Ο Ennio Morricone, όμως, ήταν και πολλά άλλα πράγματα πέρα από το western. Κατά τις αρχές των 60s, την ίδια στιγμή που έκανε όλα τα παραπάνω, βρισκόταν ταυτόχρονα στο επίκεντρο της κινηματογραφικής και μουσικής άνθισης στην μεταπολεμική Ιταλία. Καθώς το ιταλικό σινεμά άφηνε πίσω την κληρονομιά του νεο-ρεαλισμού και κινούταν προς μια πολύπλευρη βιομηχανία μαζικού και καλλιτεχνικού κινηματογράφου, ο Morricone αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε φαινομενικά εντελώς διαφορετικά πράγματα. Δούλευε στα spaghetti western, αλλά ταυτόχρονα συνέθετε για το ριζοσπαστικό πολιτικό σινεμά του Bernardo Bertolucci, του Gillo Pontecorvo και του Elio Petri. Ήταν υπεύθυνος για τη μουσική πολλών από τα πρωτοποριακά έργα του Pier Paolo Pasolini ή των αδερφών Taviani, αλλά ταυτόχρονα έντυνε μουσικά τις horror ταινίες των Dario Argento και Lucio Fulci, συνδιαμορφώντας έτσι την giallo αισθητική ταυτότητα. Ανοίγοντας έπειτα τα φτερά του κι έξω από το σπουδαίο ιταλικό φυτώριο των 60s, o Morricone συναντήθηκε με την αμερικάνικη φουρνιά του New Hollywood κι έγινε ο κατεξοχήν περιζήτητος συνθέτης σπουδαίων δημιουργών σαν τον Terrence Malick, τον Brian De Palma, τον John Carpenter, τον Roman Polanski και τον Barry Levinson, μεταξύ άλλων.

Όταν λέμε ότι ο Morricone ήταν ο σπουδαιότερος όλων των εποχών, δεν το λέμε για να τιμήσουμε τον εκλιπόντα με υπερβολές της στιγμής. Το λέμε γιατί το εννοούμε, γιατί αυτή του η υπεροχή έχει εγγραφεί μέσα στο κινηματογραφικό dna, γιατί μας καθοδηγεί σε αυτό τόσο η ίδια η ιστορία του σινεμά όσο κι η ψυχούλα μας που έχει σκιρτήσει ακούγοντας τη μουσική του. Αν υπάρχει κάτι που διαφοροποιεί αληθινά τον Ennio Morricone από τους υπόλοιπους σπουδαίους κινηματογραφικούς συνθέτες, είναι η ίδια η αφηγηματική δύναμη της μουσικής του. Κανένας άλλος δεν μπορούσε να πυροδοτήσει τόσο έντονη συναισθηματική ροή και να επιδείξει τόσο πυκνή εικονοποιητική ικανότητα. Ο Morricone έφτιαχνε εικόνες που τις ακούς, τις καταλαβαίνεις και τις νιώθεις. Όπως λέγαμε με άλλη αφορμή, είναι λεπτό πράγμα η χρήση της μουσικής στη μεγάλη οθόνη. Μερικές φορές μπορεί να λειτουργήσει σαν χειραγώγηση, σαν συναισθηματικός εκβιασμός, σαν ευθεία και ψυχρή εντολή για το πώς πρέπει να νιώσεις εκείνη την δεδομένη στιγμή. Σ’ έναν βαθμό, μοιάζει με κυνική και εργαλειακή παραδοχή της αδυναμίας για παραγωγή συγκίνησης σε πραγματικό επίπεδο. Παρόλα αυτά, όταν προκύπτει μια αληθινή οπτική και ηχητική ενότητα, το αποτέλεσμα μπορεί να απογειωθεί σε τρομακτικό επίπεδο. Αυτό έκανε ο Morricone: απογείωνε σε τρομακτικό επίπεδο.

Με αφορμή τον θάνατό του, λοιπόν, ξεχωρίζουμε τις 13 αγαπημένες μας μη-western κινηματογραφικές στιγμές του. Προφανώς και αγαπάμε τα western έργα του, παράφορα κιόλας, αλλά είπαμε να χρησιμοποιήσουμε την λυπηρή συγκυρία του θανάτου του ως ευκαιρία για να αναδείξουμε πλευρές της μουσικής του συνεισφοράς που ίσως είναι λιγότερο εμβληματικές αλλά σίγουρα είναι εξίσου σημαντικές. Απολαύστε υπεύθυνα και ακούστε δυνατά:

Before the Revolution (Bernardo Bertolucci, 1964)

Σίγουρα η συνεργασία του με τον Bertolucci στο 1900 είναι διασημότερη, αλλά εδώ έχουμε ένα έπος ακραίας συναισθηματικής φόρτισης.

The Battle of Algiers (Gillo Pontecorvo, 1966)

Εξαιρετική ταινία, εξαιρετικός ήχος, εξαιρετική μουσική. Ο Pontecorvo κι ο Morricone συνεργάστηκαν σε ένα από καλύτερα soundtracks των 60s.

Teorema (Pier Paolo Pasolini, 1968)

Απ’ όλες τις συνεργασίες του Morricone με τον Pasolini, εδώ έχουμε την περίπτωση που η μουσική του έδεσε καλύτερα με την αινιγματικότητα και την αμφισημία του φιλμ.

The Bird with the Crystal Plumage (Dario Argento, 1970)

Πρώτη και σπουδαιότερη συνεργασία με τον Argento, στρώνοντας το έδαφος για το μετέπειτα όργιο των Goblin στις ταινίες του Ιταλού σκηνοθέτη.

Investigation of a Citizen Above Suspicion (Elio Petri, 1970)

Ο Morricone έντυσε μουσικά σχεδόν όλα τα κινηματογραφικά 70s του Petri, αλλά εδώ έδωσε τον πιο έντονα δραματικό εαυτό του.

Sacco and Vanzeti (Giuliano Montaldo, 1971)

Ennio Morricone μαζί με Joan Baez; Ναι, ακριβώς. Εμβληματική πολιτική ταινία, αξέχαστη συνταρακτική μουσική.

Allonsanfan (Paolo & Vittorio Taviani, 1974)

Η μεγαλύτερη βουτιά του Morricone στο βαθύ ιταλικό ιστορικό παρελθόν κι η πρώτη του συνεργασία με τους σπουδαίους αδερφούς Taviani.

Days of Heaven (Terrence Malick, 1978)

Όλοι ξέρουν πόσο σημαντική είναι η μουσική για τις ταινίες του Malick. Εδώ, ο Morricone φτάνει σε μια από τις κορυφές του ως μουσικός αφηγητής, με τη βοήθεια του σπουδαίου Leo Kottke.

The Thing (John Carpenter, 1982)

Όταν ο Carpenter αποφασίζει να μην γράψει τη μουσική για δική του ταινία, τότε είναι γιατί το κάνει κάποιος καλύτερος από αυτόν. Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, ήταν υποψήφιο για Βατόμουρο.

Once Upon a Time in America (Sergio Leone, 1984)

Ε, εντάξει, τι να πούμε εδώ; Η τελευταία τους συνεργασία, το υλικό απ’ το οποίο φτιάχνονται οι θρύλοι.

The Mission (Roland Joffe, 1986)

Μ’ αυτό το score ο Morricone έφτασε κοντά στον Θεό. Σε κάθε Θεό. Λειτουργικά χορωδιακά, ισπανικές κιθάρες, αυτόχθονα τύμπανα. Έπος.

Cinema Paradiso (Giuseppe Tornatore, 1988)

Πρώτη συνεργασία με τον Tornatore, ο πιο μελιστάλαχτος Morricone που έχουμε ακούσει. Ακόμα πιο συγκινητικό το γεγονός ότι έγραψε τη μουσική μαζί με το γιο του.

Bulworth (Warren Beatty, 1998)

Ennio Morricone μαζί με την αφρόκρεμα του hip-hop; Ναι, φυσικά, και μάλιστα πριν το κάνει ο Tarantino.

Best of internet