Trigonometry: Η σειρά της Αθηνάς Τσαγγάρη στο BBC είναι ακριβώς ό,τι θα έπρεπε να έχει η ελληνική τηλεόραση

Βρεθήκαμε με τους συντελεστές της σειράς στο Φεστιβάλ Βερολίνου και τα είπαμε όλα, αναλυτικά

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

27 Φεβρουαρίου 2020

Η εμπειρία είναι γνωστή και βασανιστικά οικεία σε λίγο-πολύ όλους τους νέους ανθρώπους που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη. Τα σπίτια είναι λίγα, τα ενοίκια είναι ακριβά, η ζωή είναι πιεστική, οι σχέσεις είναι πολύπλοκες, η ηδονή και η κατάθλιψη περιμένουν ανά πάσα στιγμή στη γωνία. Λονδίνο, Άμστερνταμ, Βερολίνο, Αθήνα. Τα ίδια σκατά. Ενδιαφέροντα, αβίωτα, συναρπαστικά, απάνθρωπα – όλα την ίδια στιγμή.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην 70ή Berlinale. Όπως είπαμε ξανά, πρόκειται για ένα φεστιβάλ που είναι εν γένει ανοιχτό προς τις τηλεοπτικές σειρές, δίνοντάς τους χώρο να απλωθούν και να εκτιμηθούν στη μεγάλη οθόνη πριν κατευθυνθούν προς τη μικρή. Μια απ’ αυτές που είδαμε φέτος εδώ είναι και το Trigonometry, συμπαραγωγή του BBC και του HBO που πρόκειται να προβληθεί μέσα στη χρονιά στα δύο τηλεοπτικά δίκτυα. Ανάμεσα στα ονόματα των συντελεστών ξεχωρίζει φυσικά η Αθηνά Τσαγγάρη, η σκηνοθέτρια των Attenberg και Chevalier που έχει γυρίσει τα πρώτα πέντε επεισόδια της σειράς (από τα 8 συνολικά). Παράλληλα, στον κεντρικό ρόλο βρίσκουμε την Ariane Labed (πρωταγωνίστρια του Attenberg, σκηνοθέτιδα του Olla και σύζυγο του Γιώργου Λάνθιμου), δίπλα στον Gary Carr του The Deuce και του Modern Love και την Thalissa Teixeira.

Το Trigonometry, του οποίου τα πρώτα 3 (χε) επεισόδια είδαμε στο Βερολίνο, είναι μια σειρά βαθιά μέσα στην εποχή της. Αφηγούμενοι την ιστορία ενός ανθρώπινου τριγώνου στο σημερινό Λονδίνο που μπλέκεται μεταξύ του σε μια polyamorous κατάσταση, οι σεναριογράφοι Duncan Macmillan και Effie Woods (των The Crown και Brexit αντίστοιχα) κατάφεραν να μεταδώσουν με μπόλικη αυθεντικότητα, ειλικρίνεια και τρυφερότητα την κοινωνική, ψυχολογική και σεξουαλική εμπειρία των 30ρηδων που την παλεύουν και δεν την παλεύουν στις σημερινές μητροπόλεις. Εκεί που το θέμα θα μπορούσε σίγουρα να γίνει αντικείμενο ενός πατροναριστικού χειρισμού, το Trigonometry καταφέρνει να μιλήσει με ευθύτητα για τα ζητήματα τάξης, φύλου, εθνικότητας χωρίς να κάνει εκπτώσεις στο δράμα των χαρακτήρων για χάρη του κοινωνικού σχολιασμού. Καλή ισορροπία, πάντα ευπρόσδεκτη.

Κακά τα ψέματα, αυτό ακριβώς θα έπρεπε να κάνει η ελληνική τηλεόραση. Η πραγματική κοινωνική εμπειρία υπάρχει, οι νέοι καλλιτέχνες που θα μπορούσαν να το αναλάβουν υπάρχουν, το κοινό είναι εξαιρετικά εξοικειωμένο στο φορμάτ της τηλεοπτικής σειράς, οι δυνατότητες αφήγησης που προσφέρει η άπλα του μέσου είναι μεγάλες. Αντ’ αυτού, συνεχίζουμε εναλλάξ μεταξύ διαφορετικών εκδοχών του ίδιου reality show: στην παραλία, στην κουζίνα, στην πασαρέλα και πάλι απ’ την αρχή. Τέλος πάντων, τέτοια πράγματα σκεφτόμασταν όταν, αφού πήραμε μια πρώτη γεύση του Trigonometry, συναντηθήκαμε και συνομιλήσαμε με τους τους συντελεστές τους. Ακολουθεί παρακάτω η κουβέντα μας, χωρισμένη σε δύο δόσεις.

Αρχικά, ξεκινήσαμε την συζήτηση με την Αθηνά Τσαγγάρη, σκηνοθέτιδα των 5 εκ των 8 επεισοδίων της σειράς.

Πώς προσεγγίσατε την αυθεντικότητα της εμπειρίας στη σειρά; Μου φαίνεται ότι το αποτέλεσμα θα μπορούσε εύκολα να βγει πατροναριστικό, αλλά το αποφύγατε.

Οι σεναριογράφοι της σειράς είναι ένα ζευγάρι ανθρώπων που δουλεύουν κάνοντας τρομερή έρευνα. Είναι γνωστοί γι’ αυτό. Επίσης, ζουν στο δυτικό Λονδίνο. Η εμπειρία των χαρακτήρων είναι κάτι που συμβαίνει όλο και περισσότερο στο Λονδίνο και σ’ όλο τον κόσμο. Μου άρεσε πάρα πολύ ο τόνος του σεναρίου, το γεγονός ότι έμοιαζε με screwball comedy (ή screwball tragedy), το οποίο είναι κάτι που το δουλεύω ως τόνο και στις ταινίες μου. Και πράγματι, δεν είναι καθόλου πατροναριστικό. Έχει σχέσεις φύλου, φυλής, ταυτότητας αλλά όλα είναι σωματοποιημένα. Με ενδιαφέρει πολύ αυτό. Δεν αλλάξαμε το σενάριο στα γυρίσματα, αλλά το σωματοποιήσαμε. Για να το καταφέρω αυτό μ’ αρέσει να γυρίζω όλη τη σκηνή μαζί, σα να πρόκειται για θέατρο. Να μην σταματάει ποτέ κανείς. Από το πρωί μέχρι το απόγευμα συνεχίζαμε να τραβάμε. Σα μια συνεχής, αέναη χορογραφία ανάμεσα στην κάμερα και τους ηθοποιούς.

Επίσης, η χημεία του κάστινγκ ήταν κάτι πολύ σημαντικό για την σειρά. Πόσο μάλλον σε μια πόλη σαν το Λονδίνο όπου η διαδικασία του κάστινγκ είναι πραγματική απόλαυση. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να βρούμε πραγματικούς ανθρώπους. Έτσι κι αλλιώς, όταν κάνω οντισιόν, κάνω απλή συζήτηση. Για πολιτική, για μουσική. Αυτό που λέμε ταλέντο είναι στην ουσία η προσωπικότητα του ηθοποιού. Και η τρυφερότητα. Κατά πόσο θα ήταν έτοιμοι όχι να παίζουν αλλά να μπούνε μέσα στον ρόλο και να υπάρχει μια ρευστότητα στην ερμηνεία.

Η δικιά σου κινηματογραφική αντίληψη για το Λονδίνο από που προήλθε;

Από ταινίες. Έχω κυρίως πιο κλασικές αναφορές, Ken Loach, Alan Clarke, Nicolas Roeg. Κυρίως 70s, αγγλικός κινηματογράφος και BBC εκείνης της περιόδου. Επίσης μιας και ήμασταν στο δυτικό Λονδίνο, το οποίο δεν είναι το hipster Λονδίνο, οι αναφορές μας είναι 30 χρόνια πριν όταν ήταν εκεί το μέρος όπου υπήρχαν οι νέοι άνθρωποι που προσπαθούσαν να φτιάξουν τη ζωή τους. 

Θα είχε ελπίδα μια τέτοια ελληνική σειρά στην ελληνική τηλεόραση;

Σίγουρα, ναι. 

Θα το ρίσκαρε ένας παραγωγός ή ένα κανάλι;

Το ελπίζω. Αν όχι, τότε έχουν μείνει ακόμα στη δεκαετία του ‘50. Είναι κρίμα, γιατί αυτή η ιστορία αυτή τη στιγμή συμβαίνει στην Αθήνα. Είναι σίγουρο. Συμβαίνει. Κι είναι κρίμα που η ελληνική τηλεόραση διαλέγει πάντα τα ίδια πράγματα: ίντριγκες, ψέματα, κερατώματα. Ξέρεις, αυτή είναι η ελληνική τηλεόραση. Οπότε είναι σα να λέμε ότι αυτή είναι η ελληνική κοινωνία, η οποία ανακυκλώνεται μέσα από αυτό. Γι’ αυτόν τον λόγο θα ήθελα πολύ να κάνω κάτι τέτοιο στην Ελλάδα. Πραγματικά. Στη γλώσσα μου. Σ’ αυτό που συμβαίνει στ’ αλήθεια στην Ελλάδα αυτήν τη στιγμή.

Έπειτα, συνεχίσαμε την κουβέντα με τους 2 εκ των 3 πρωταγωνιστών της σειράς, Ariane Labed και Gary Carr.

Είναι καθόλου περίεργο να δίνετε συνεντεύξεις χωρίς την συμπρωταγωνίστριά σας;

Α: Φυσικά, πολύ. Θα έρθει κι αυτή σήμερα στο Βερολίνο, αλλά απουσίαζε στην πρεμιέρα λόγω της δουλειάς της στο θέατρο. Μας λείπει όμως. 

Οπότε δεν είστε και πολύ τρίγωνο αυτήν τη στιγμή.

G: Όχι και τόσο. Αλλά, έχει πλάκα, κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην σειρά σε κάποια φάση. Κι υπάρχει και ζήλια εκείνη τη στιγμή.

Α: Νομίζω και τώρα θα ζηλεύει λίγο. Αλλά εντάξει, δεν πειράζει [γέλια].

G: Όντως μας λείπει πάντως. Η δημιουργία αυτής της σειράς μας έκανε να έρθουμε πολύ κοντά. Όχι μόνο οι τρεις μας, αλλά κι η Αθηνά που το σκηνοθέτησε κι ο Sean [Price Williams] που το κινηματογράφησε. Άρα δεν ήταν τρίγωνο, είχε μάλλον πέντε γωνίες.

Όσο περισσότεροι, τόσο το καλύτερο.

G: Ακριβώς.

Πώς εξελίχθηκε η δυναμική μεταξύ σας; Ρωτάω γιατί τα επεισόδια που είδα απέπνεαν μεγάλη εγγύτητα και τρυφερότητα.

Α: Ναι, ήταν μια πολύ τρυφερή διαδικασία. Είχαμε πολύ καλή χημεία από την αρχή. Πάντα ρισκάρεις με αυτό κατά το κάστινγκ. Μπορεί να δουλέψει, μπορεί και όχι. Αλλά εμείς κάναμε κλικ κατευθείαν, οπότε έγινε πολύ ανθρώπινο και εύκολο και τρυφερό, όπως είπες. Νομίζω ευθύνεται κι η ίδια η Αθηνά γι’ αυτό.  

G: Σίγουρα, έχει να κάνει με τον τρόπο που δουλεύει κι η ίδια. Της αρέσει να εστιάζει στην ανθρώπινη πλευρά των πραγμάτων. Ταυτόχρονα, υπήρχε και πολλή εμπιστοσύνη μεταξύ των τριών μας και με το συνεργείο. Αυτή η αίσθηση τρυφερότητας ήταν ακριβώς ο σκοπός μας, οπότε χαίρομαι που το λες κι εσύ ως θεατής.

Τι σχέση είχατε με το Λονδίνο πριν τη σειρά και πώς επηρέασε τον χαρακτήρα σας αυτή η σχέση;

G: Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Λονδίνο.

Α: Κι εγώ ζω στο Λονδίνο εδώ και 8 χρόνια. Οπότε είμαι κι εγώ Λονδρέζα. Ταυτίστηκα εύκολα με τον χαρακτήρα μου, αφού όπως και πολλοί ακόμα άνθρωποι στο Λονδίνο έτσι κι εγώ έχω έρθει από κάπου αλλού στην Ευρώπη. 

G: Παρομοίως, ο χαρακτήρας μου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο νοτιοανατολικό Λονδίνο, όπως κι εγώ. Έτσι με ενθουσίασε, γιατί ποτέ ξανά δεν είχα την ευκαιρία να «εκπροσωπήσω» με αυτόν τον τρόπο την πόλη μου, μέσω ενός χαρακτήρα. Για να είμαι ειλικρινής, πάντα ψάχνω χαρακτήρες που είναι τελείως διαφορετικοί από μένα αλλά ήταν αναζωογονητικό για μένα να φέρω στοιχεία από την ζωή μου σε αυτήν την σειρά. Ήταν σημαντικό που οι σεναριογράφοι μας επέτρεψαν να το κάνουμε αυτό κι έπαιξε μεγάλο ρόλο στο να βγει αυθεντικό το αποτέλεσμα. 

Πράγματι, νομίζω ότι η αυθεντικότητα είναι λέξη-κλειδί εδώ πέρα. Σε διαφορετική περίπτωση, η σειρά θα μπορούσε να βγει πολύ συγκαταβατική όσον αφορά τα υποκείμενα και τις εμπειρίες που αναπαριστά.

A: Ναι, είναι σημαντικό που στην σειρά αυτά τα πράγματα αντιμετωπίζονται με πολύ ευθύ τρόπο, αλλά χωρίς να κρίνονται θετικά ή αρνητικά οι χαρακτήρες για τις πράξεις τους. Νομίζω γι’ αυτό βγήκε αληθινό το αποτέλεσμα.

Gary, μετά την εμπειρία αμερικάνικων σειρών σαν το The Deuce και το Modern Love, πώς ήταν η επιστροφή στην βρετανική τηλεόραση;

G: Ήταν εκπληκτική. Ήταν αναζωογονητική η εμπειρία στην αμερικάνικη τηλεόραση, ακριβώς επειδή διέφερε τόσο πολύ από οτιδήποτε είχα κάνει στο παρελθόν. Όπως είπα και πριν, προτιμώ να διαλέγω ρόλους που ανήκουν σε άλλο κόσμο από μένα. Πάντως, η συγκεκριμένη σειρά θα με τραβούσε όπου κι αν διαδραματιζόταν επειδή είναι πολύ ισχυρή ως ανθρώπινη ιστορία. 

Ariane, δεδομένου ότι πρόσφατα έκανε και το σκηνοθετικό σου ντεμπούτο, άλλαξε αυτό τον τρόπο που βλέπεις την υποκριτική;

Α: Δεν θα έλεγα ότι τον άλλαξε. Για να είμαι ειλικρινής, δε νιώθω καν ότι έκανα κάτι καινούριο. Δεν νιώθω σαν να ξεκίνησα μια νέα δουλειά. Για μένα, η υποκριτική και η σκηνοθεσία ανήκουν στο ίδιο συνεχές, τα βλέπω σαν ίδιο πράγμα. Είτε μπροστά είτε πίσω από την κάμερα, αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να διηγηθώ ιστορίες. Οπότε δεν ένιωσα ότι άλλαξε κάτι μέσα μου. Απλώς συνεχίζω στον ίδιο δρόμο. 

Σου είχε λείψει το να δουλέψεις μαζί με την Αθηνά σε ένα μεγάλο πρότζεκτ; Έχουν περάσει πλέον 10 χρόνια από το Attenberg.

A: Έχουμε κάνει επίσης μαζί μια ταινία μικρού μήκους και μια θεατρική παράσταση, οπότε κάθε τόσο προσπαθούμε να συνεργαζόμαστε. Αλλά φυσικά μου είχε λείψει. Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι μαζί της κάθε χρόνο. Την ρωτάω συνέχεια αν έχει κάτι καινούριο. Είναι η αγαπημένη μου σ’ αυτό που κάνει. Αλλά μην της το πεις αυτό.

Best of internet