To The Terror: Infamy βρίσκει τον τρόμο μέσα στην ιστορία, κι ο δημιουργός του μας εξηγεί το πώς και το γιατί

Μιλήσαμε με τον Alexander Woo για τη σειρά ανθολογίας που αφηγείται την εφιαλτική ιστορία των στρατοπέδων συγκέντρωσης Ιαπώνων-Αμερικάνων

Αν αφήσουμε αυτά τα θαμμένα φαντάσματα να μας κυριεύσουν, θα παρασυρθούμε αβοήθητοι στην παλίρροια σαν τσακισμένα καραβόξυλα. Αυτά έγραφε το 1962 ένας σπουδαίος συγγραφέας, ο J.G. Ballard, στο μυθιστόρημά του με τίτλο The Drowned World. Εκεί, ο Ballard περιγράφει την ζωή σαν έναν κόσμο βυθισμένο, ακατοίκητο, πλημμυρισμένο από την καταστροφή που επέφερε στον πλανήτη η ανθρώπινη δραστηριότητα. Η ιστορία έγινε μια παλίρροια που παρέσυρε όλα όσα θεωρούνταν μέχρι τότε στέρεα και ακλόνητα, συσσωρεύοντας κατά την κίνησή της στοίβα πάνω στην στοίβα από συντρίμμια. Αυτό που εμφανίζεται σαν ανθρώπινη πρόοδος είναι ο ίδιος αυτός ο σωρός από συντρίμμια που κινούνται αβοήθητα προς το μέλλον.

Στις καλές στιγμές της, η τέχνη της αφήγησης βουτάει σ’ αυτόν τον σωρό και βγάζει μέσα από τα συντρίμμια ανθρώπινα διαμάντια, ανθρώπινες ιστορίες που αξίζει να διασωθούν, να επιβιώσουν, να εμπνεύσουν άλλες. Αυτό είναι κάτι δύσκολο. Είναι κάτι που απαιτεί όχι μόνο στιβαρές αφηγηματικές ικανότητες αλλά και μια σφαιρική ιστορική αντίληψη. Κι αυτός ακριβώς ο συνδυασμός αφηγηματικών ικανοτήτων και ιστορικής αντίληψης ήταν που μας εντυπωσίασε τόσο πολύ στο περσινό The Terror, την σειρά του AMC που έγραψε αρχικά ο David Kajganich (σεναριογράφος επίσης του περσινού Suspiria) αφηγούμενος την καταραμένη ιστορία δύο βρετανικών πλοίων που αποπειράθηκαν να βρουν το Βορειοδυτικό Πέρασμα στα μέσα του 19ου αιώνα. Για να μην τα πολυλογούμε, ήταν μια από τις αγαπημένες μας σειρές για το 2018 και μια από τις αγαπημένες μας σειρές για όλη την δεκαετία.

Στη συνέχεια, το τηλεοπτικό δίκτυο πήρε την σωστή απόφαση να μετατρέψει το The Terror σε σειρά ανθολογίας, αποφεύγοντας την σύγχρονη κατάρα των τηλεοπτικών σειρών που δεν τους επιτρέπεται να ολοκληρωθούν όπως και όταν πρέπει. Κι όταν ανακοινώθηκε ότι ο δεύτερος κύκλος της σειράς, δηλαδή το The Terror: Infamy, θα έχει σαν θέμα του τα στρατόπεδα συγκέντρωσης Ιαπώνων-Αμερικάνων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε ενθουσιαστήκαμε ακόμα περισσότερο. Οι λόγοι ήταν κυρίως δύο. Πρώτον, ότι πρόκειται για μια ντροπιαστική ιστορία του αμερικάνικου 20ού αιώνα που παραμένει πλήρως απωθημένη, αφού ελάχιστα την βλέπουμε να εμφανίζεται στην μαζική κουλτούρα των ΗΠΑ έστω και σαν ανάμνηση (την ώρα που το αμερικάνικο θέαμα αγαπάει να διατηρεί ατόφιες τις δικές του παλιομοδίτικες γεωπολιτικές αφηγήσεις). Δεύτερον, ανυπομονούσαμε για το Infamy γιατί το θέμα του έμοιαζε να ταιριάζει γάντι στην φιλοσοφία που εδραίωσε η σειρά με τον πρώτο κύκλο. Εκεί, είχαμε δει την κατάρρευση του αλαζονικού δυτικού ορθολογικού πνεύματος και πολιτισμού μπροστά στον οντολογικό τρόμο του αγνώστου. Εδώ, θα βλέπαμε μια από τις πολλές περιπτώσεις που απέδειξαν ότι αυτός ο ορθολογικός δυτικός πολιτισμός ήταν ικανότερος για τα χειρότερα εγκλήματα την ίδια ώρα που ευαγγελιζόταν τον πόλεμο ενάντια στην βαρβαρότητα.

Τον Αύγουστο που μας πέρασε, λοιπόν, το Infamy που δημιούργησαν οι Alexander Woo και Max Borenstein έκανε την τηλεοπτική του πρεμιέρα. Την ώρα που γράφουμε αυτές τις γραμμές, περιμένουμε να προβληθεί το 9ο από τα 10 επεισόδια της σεζόν. Με λίγα λόγια, όπως καταλαβαίνετε, είμαστε κοντά στο τέλος. Στα προηγούμενα 8 επεισόδια, παρακολουθήσαμε κατά βάση την ιστορία μιας οικογένειας Ιαπώνων μεταναστών στις ΗΠΑ που βρίσκονται έγκλειστοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης έπειτα από την επίθεση στο Pearl Harbor. Εκεί, σε συνθήκες εγκλεισμού και ανελευθερίας, οι ιαπωνικές κοινότητες στοιχειώνονται από την μοίρα της ιστορικής καταδίκης, οι οποία γι’ αυτούς αποδίδεται μυθικά στο bakemono, ένα φάντασμα που πηγάζει από τα βάθη της ιαπωνικής λαϊκής κουλτούρας. Εν ολίγοις, όπως κι ο προκάτοχός του, ο δεύτερος κύκλος The Terror ψάχνει την χρυσή τομή ανάμεσα στον ιστορικό και τον υπερφυσικό εφιάλτη, ανάμεσα στην προσωπική ιστορία και την συλλογική μοίρα.

Από τη μία πλευρά, το λεπτό γράψιμο κι η εγγύτητα των δημιουργών προς τους χαρακτήρες και το δράμα τους στήνει την αφήγηση του Infamy σαν ένα οικογενειακό αντι-αρχείο που ξεκινάει από την ειδική περίπτωση της καταπίεσης της Ιαπωνο-Αμερικάνικης κοινότητας και φιλοδοξεί να αγκαλιάσει το σύνολο της μεταναστευτικής εμπειρίας. Από την άλλη πλευρά, το Infamy οικειοποιείται περήφανα την μεγάλη παράδοση των ιαπωνικών ιστοριών φαντασμάτων, απηχώντας το ένδοξο κινηματογραφικό παρελθόν ενός Kwaidan κι ενός Ugetsu και φτάνοντας μέχρι το Spirited Away και το σύγχρονο mainstream ιαπωνικό σινεμά τρόμου. Κι υπάρχει μια ισχυρή θεματική γραμμή που ενώνει αυτές τις δύο πλευρές σε ένα ενιαίο οικογενειακό, κοινωνικό, ιστορικό, πολιτισμικό σύνολο. Είναι η διερεύνηση των τρόπων κατασκευής του Άλλου ως εσωτερικού εχθρού, ως εχθρού εντός των πυλών, ως απειλής για την κυρίαρχη εθνική ενότητα και αφήγηση. Κι αυτήν την διερεύνηση το Infamy δεν την πραγματοποιεί με όρους ψυχρούς, αποστασιοποιημένους ή ουδέτερους. Πάνω απ’ όλα, αφηγείται την ανθεκτικότητα, την αντοχή, τον αγώνα και την επιβίωση των Άλλων ως μια ιστορική διαδικασία που ενοποιεί το ατομικό και το συλλογικό, σχηματίζει κοινότητες, γεννάει αντιστάσεις.

Προφανώς, αυτή η οπτική κρύβει τεράστιο ιστορικό πλούτο κι επίσης τοποθετείται με σαφήνεια πάνω στην σύγχρονη αμερικάνικη συγκυρία του ηθικού πανικού εναντίον των λατινοαμερικάνων και των μουσουλμάνων μεταναστών. Εξερευνώντας την ξένη χώρα του παρελθόντος, για να δανειστούμε την εναρκτήρια έκφραση από το The Go-Between του L.P. Hartley, το Infamy αποκαλύπτει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά τις πραγματικές κι ασυμφιλίωτες ρωγμές που κατοικούν μέσα στο παρόν και στοιχειώνουν το μέλλον. Αυτό δεν είναι καθόλου μικρή υπόθεση. Και μπορεί το Infamy να υστερεί σε σχέση με τον πρώτο κύκλο όσον αφορά την συνοχή γραφής και ατμόσφαιρα (κάτι που εν πολλοίς πήγαζε από τη συνεργασία του δημιουργού David Kajganich με τον παραγωγό Ridley Scott και τους φοβερούς σκηνοθέτες Edward Berger και Tim Mielants), αποτελεί χωρίς καμία αμφιβολία και πάλι μία από τις καλύτερες σειρές της χρονιάς.

Με όλα αυτά κατά νου, είχαμε την τεράστια χαρά να μιλήσουμε τηλεφωνικά με την άλλη άκρη του κόσμου, εκεί όπου βρίσκεται ο συν-δημιουργός και showrunner του Infamy, Alexander Woo. Καθώς περιμένουμε το φινάλε της σειράς σε κάτι λιγότερο από δύο βδομάδες, συζητήσαμε για την ιστορία, για τον τρόμο, για τα φαντάσματα. Αυτά είναι όσα είπαμε – κι ελπίζουμε να τα απολαύσετε.

Στην Ελλάδα το The Terror: Infamy προβάλλεται κάθε Τρίτη τα μεσάνυχτα στην COSMOTE TV αμέσως μετά την πρεμιέρα κάθε επεισοδίου στις ΗΠΑ.

Πρώτα απ’ όλα, συγχαρητήρια σε όσους κι όσες δουλεύετε πάνω στην σειρά. Πιστεύω ειλικρινά ότι είναι μια από τις καλύτερες τηλεοπτικές παραγωγές των τελευταίων χρόνων.  

Ω, σε ευχαριστώ πολύ!

Πώς ήταν το να μπαίνεις σε μια προϋπάρχουσα σειρά ως δημιουργός; Ήταν το Infamy μια ιδέα που υπήρχε ήδη ή αναπτύχθηκε με το The Terror κατά νου;

Η αρχική ιδέα ανήκε στον Max Borenstein, μαζί με τον οποίο γράψαμε το Infamy. To AMC σκόπευε να λέει μια διαφορετική ιστορία σε κάθε σεζόν με το The Terror, κάτι το οποίο είναι πολύ καλό από την σκοπιά ενός σεναριογράφου, αφού μπορείς να γράψεις μια ιστορία μεγάλης έκτασης με αρχή, μέση και τέλος. Οπότε ο Max πρότεινε να γράψουμε μια σειρά για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ιαπώνων-Αμερικανών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία να έχει μάλιστα και τη μορφή μιας ιστορίας φαντασμάτων. Η ιδέα άρεσε στο AMC, αλλά όταν έφτασε η ώρα να γίνει πραγματικότητα ο Max δεν ήταν πια διαθέσιμος να προχωρήσει με το γράψιμο του σεναρίου ή να αναλάβει τη θέση του showrunner, κι έτσι το ανέλαβα εγώ – κάτι που με έκανε πολύ χαρούμενο. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχε πολύς χρόνος στη διάθεσή μου, αφού είχαμε κάτι περισσότερο από έναν χρόνο για να δημιουργήσουμε τη σειρά από το μηδέν. Ξεκίνησα να γράφω τον Φεβρουάριο του 2018 κι η παραγωγή ολοκληρώθηκε το Μάιο του 2019. Όλα συνέβησαν πάρα πολύ γρήγορα, αλλά η συνεργασία όλων μας ήταν πολύ καλή κι είμαι αληθινά περήφανος για το αποτέλεσμα.

Η αναπαράσταση των στρατοπέδων συγκέντρωσης Ιαπώνων-Αμερικάνων δεν είναι καθόλου συχνή στην αμερικάνικη μαζική κουλτούρα. Είναι σχεδόν σα να έχει απωθηθεί στο συλλογικό ασυνείδητο. Ήταν αυτό κάτι που το νιώσατε σαν ένα επιπλέον βάρος κατά την παραγωγή της σειράς;

Ένιωσα ότι έχουμε στα χέρια μιας μια τιμή και μια ευθύνη να πούμε σωστά αυτήν την ιστορία, ακριβώς επειδή είναι μια ιστορία που λέγεται πολύ σπάνια ή αποσιωπάται εντελώς στην Αμερική. Είναι κάτι για το οποίο οι ΗΠΑ δεν είναι καθόλου περήφανες, και πολύ καλά κάνουν. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία γι’ αυτό το έγκλημα. Κι όσες φορές έχει ειπωθεί αυτή η ιστορία, είναι από την οπτική γωνία των λευκών Αμερικανών. Είναι λοιπόν μια σημαντική ιστορία, τόσο από την σκοπιά του αμερικάνικου 20ού αιώνα όσο κι από την σκοπιά της αναπαράστασης της κουλτούρας των μεταναστών στις ΗΠΑ. Του συλλογικού ταξιδιού σε έναν ξένο τόπο με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Μιλάμε για μετανάστες και πρόσφυγες, για ανθρώπους που ζητάνε άσυλο, που αγκαλιάζουν τη νέα χώρα, τη νέα πατρίδα τους – αλλά εκείνη δεν κάνει το ίδιο. Τους διώχνει ή τους αποκλείει. Φυσικά, όλα αυτά είναι ξανά επίκαιρα με όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ. Αλλά δεν θέλαμε να κάνουμε πολύ τρανταχτή την μεταφορά. Πιστεύω ότι όσοι βλέπουν τη σειρά καταλαβαίνουν επίσης τι έχει να τους πει για το σήμερα. Εμείς από την μεριά μας θέλαμε πρωτίστως να εστιάσουμε σε ένα προνόμιο που έχει ειδικά η τηλεόραση: στην δυνατότητα να εδραιώσεις μια βαθιά συναισθηματική σύνδεση μεταξύ των χαρακτήρων και των θεατών, κάτι που θα χανόταν αν καταπιανόσουν με την μεγάλη εικόνα που σου δίνει ένα βιβλίο ιστορίας. Θέλαμε να πούμε μια πολύ προσωπική ιστορία. Και μέσα από τη σύνδεση με αυτήν την προσωπική ιστορία να κατανοήσει ο θεατής το πώς ήταν να είσαι Ιάπωνας-Αμερικάνος στον Β’ ΠΠ. Κι από εκεί να φτάσει στο πώς είναι να είσαι μετανάστης γενικά.

Μου φαίνεται ότι δείξατε πολύ φροντίδα ώστε να συνδυάσετε την προσωπική και την συλλογική ανθρώπινη μοίρα στη σειρά. Πώς το προσεγγίσατε σαν ζήτημα;

Ξεκινήσαμε από το προσωπικό, κι έπειτα το ιστορικό υλικό ήταν τόσο πλούσιο που έβρισκε συνεχώς τρόπο να εισχωρεί στη σειρά. Θέλαμε όμως το μυθοπλαστικό και φανταστικό στοιχείο να είναι κυρίαρχο, δεν θέλαμε να φτιάξουμε κάτι με οπτική ντοκιμαντέρ. Όπως είπα και πριν, η συναισθηματική σύνδεση είναι πολύ σημαντική για μένα. Πιστεύω όμως ότι βρήκαμε έναν αποτελεσματικό τρόπο να εντάξουμε την συλλογική, ιστορική, μεγάλη εικόνα στο Infamy.

Τα φαντάσματα παίζουν κεντρικό ρόλο στην σειρά, και μάλιστα με δύο τρόπους κατά τη γνώμη μου. Από τη μία ως ανάμνηση των νεκρών που βαραίνει σαν εφιάλτης τους ζωντανούς, κι από την άλλη ως απειλητικό στοιχειό που αιωρείται πάνω από το μέλλον τους, σκεπάζοντάς το. Τι είναι πιο τρομακτικό;

Νομίζω ότι και τα δύο είναι βαθιά τρομακτικά, αφού η αναμέτρηση με το παρελθόν κι η αναμέτρηση με το μέλλον έχουν μια έντονη συσχέτιση μεταξύ τους. Για μένα αυτή η συσχέτιση ενσαρκώνεται στην παρουσία των φαντασμάτων και την θέση τους στην ιαπωνική λαϊκή κουλτούρα, κι ειδικότερα τον διαφορετικό τρόπο που τα αντιμετωπίζει η πρώτη και η δεύτερη γενιά μεταναστών – δηλαδή οι γονείς και τα παιδιά τους. Για τους πρώτους, αυτά τα φαντάσματα είναι πλήρως αληθινά, αλλά για τα παιδιά είναι πλέον κομμάτι μιας μυθολογίας του παλιού κόσμου. Από την άλλη όμως, προκειμένου να ξεδιαλύνουν τι συμβαίνει, αναγκάζονται να οικειοποιηθούν και να αγκαλιάσουν αυτό το κομμάτι της ιαπωνικής κουλτούρας. Ο ήρωάς μας τα απέρριπτε όλα αυτά. Πίστευε πως είναι Αμερικάνος, μέχρι που οι Αμερικάνοι τον έκλεισαν σε ένα στρατόπεδο. Έτσι, έρχεται σε μια θέση που επανασυνδέεται με την ιαπωνική του ταυτότητα, κι εμείς επιλέξαμε να το δείξουμε μέσω μιας ιστορίας φαντασμάτων. Είναι ένα πολιτισμικό χάσμα γενεών μεταξύ γονιών και παιδιών μεταναστών που εμφανίζεται σε πολλές οικογένειες – κάτι που συνέβη και σε μένα και τον πατέρα μου όταν ήμουν παιδί. Υπήρχε μια μεγάλη απόσταση μεταξύ μας καθώς μεγάλωνα στις ΗΠΑ, παρόλο που ζούσαμε μέσα στο ίδιο σπίτι. Ήταν σα να ζούσαμε σε δύο διαφορετικές χώρες. Οι τρόποι επικοινωνίας κι οι αντιλήψεις που κουβαλούσε ο καθένας μας είχαν μεγάλη διαφορά με τον πέρασμα του χρόνου, μέχρι που καταλήξαμε να είμαστε σχεδόν δυο ξένοι μερικές φορές. Αυτό ήταν κάτι που ήθελα να το περάσω στην σχέση του Chester με τον πατέρα του στην σειρά. Κι η πίστη στα φαντάσματα ήταν ένα σημείο τομής για μένα.

Υπάρχει τεράστια παράδοση ιαπωνικών ιστοριών με φαντάσματα στη μεγάλη οθόνη, από το Kwaidan και το Ugetsu μέχρι το σύγχρονο ιαπωνικό σινεμά τρόμου. Πώς λειτούργησε η επιρροή τους πάνω στη σειρά;

Η αναφορά στο Kwaidan είναι πολύ σωστή, μας επηρέασε έντονα. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι το εξής. Ένας από τους σεναριογράφους της σειράς είχε δουλέψει σε ένα western πριν από μερικά χρόνια. Μας είπε ότι στο writers’ room είχαν μόνιμα ανοιχτή την τηλεόραση, η οποία έπαιζε παλιότερα western όλη μέρα. Έτσι, οι εικόνες κι οι ήχοι εκείνων των western πέρναγαν σχεδόν κατευθείαν στο ασυνείδητο των σεναριογράφων καθώς εκείνοι δούλευαν πάνω στην σειρά. Το ίδιο κάναμε κι εμείς με ιαπωνικές ταινίες τρόμου. Οπότε πολύ συχνά το μάτι μας έπεφτε πάνω σε κάτι που μας άρεσε, το παγώναμε, πέφταμε όλοι μαζί από πάνω και το συζητάγαμε. Κατ΄αυτόν τον τρόπο, υπήρξαν πολλές ταινίες που μας επηρέασαν, κι ειδικά εκείνες που συνδύαζαν τον υπερφυσικό τρόμο με τον ψυχολογικό τρόμο, μιας κι αυτός ο συνδυασμός ήταν που μας ενδιέφερε περισσότερο.

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε συνεχώς «dark and serious» τηλεοπτικές σειρές στην αμερικάνικη τηλεόραση με τον κλασικό prestigious τρόπο που έχουμε συνηθίσει. Η δικιά σας σειρά είναι επίσης πολύ σκοτεινή, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο. Μου φαίνεται ότι κι οι δύο σεζόν προσπαθούν να πάρουν τα συντρίμμια αυτού που ονομάζουμε σύγχρονη ιστορία κι απ’ αυτά να φτιάξουν ανθρώπινες ιστορίες με βάθος. Εσείς τι είδους σκοτάδι θέλατε να πετύχετε με το Infamy;

Για μας αυτό το σκοτάδι πηγάζει πρώτα και κύρια από το ίδιο το ιστορικό υλικό. Θα σου πω μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Ένας από τους ερευνητές μας στη σειρά είναι ανάμεσα στους σημαντικότερους μελετητές πάνω στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Ιαπώνων-Αμερικάνων στις ΗΠΑ. Είναι ένας άνθρωπος-εγκυκλοπαίδεια. Κι όταν τον ρωτήσαμε ποιο πιστεύει ότι είναι το πιο συχνό λάθος κατά την μεταφορά τέτοιων ιστοριών στην οθόνη, εκείνος μας απάντησε κάτι που μας εντυπωσίασε: “Όλες οι μεταφορές είναι υπερβολικά βουτηγμένες στη δυστυχία”. Κι αυτό που εννοούσε είναι ότι, ενώ προφανώς πρόκειται για μια άθλια και άδικη εμπειρία, αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι πρόκειται επίσης για μια ιστορία αντίστασης και επιβίωσης εκ μέρους των Ιαπώνων-Αμερικάνων. Άντεξαν, επιβίωσαν, έφτιαξαν κοινότητες μεταξύ τους. Κι εν τέλει βγήκαν από εκεί δυνατοί. Οι συνθήκες λοιπόν είναι πολύ σκοτεινές, αλλά πιστεύω ότι η ανθρώπινη ιστορία που αφηγούμαστε είναι αισιόδοξη, γιατί στο επίκεντρό της βρίσκεται η ατομική και συλλογική ανθρώπινη δύναμη.

Best of internet