Εδώ Τίποτα. Εκεί; – Τα Εξάρχεια ως προάστιο της Βαγδάτης

Ή πώς η βραβευμένη σκηνοθέτης Δάφνη Χαιρετάκη κατάφερε στο ντοκιμαντέρ της να αναπαράγει τον προβληματικό μύθο χωρίς ούτε μία αναφορά στον Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Νικόλα Άσιμο και την Κατερίνα Γώγου

Normo Gin

16 Νοεμβρίου 2013

 
 

Θα ήταν άδικο να αμφισβητήσουμε τη βράβευση της Δάφνης Χαιρετάκη για το ντοκιμαντέρ της για τα Εξάρχεια. Από κινηματογραφικής σκοπιάς, έχοντας στη διάθεσή της μηδενικό μπάτζετ κατάφερε δύο σημαντικότατα πράγματα που χαίρουν εκτίμησης στις διάφορες κριτικές επιτροπές: αφ’ ενός ανέπτυξε μια κινηματογραφική τεχνική που καταλήγει σε ένα καλαίσθητο αποτέλεσμα, υπερβαίνοντας έτσι το πρόβλημα του μηδενικού προϋπολογισμού μέσα απ’ το Super 8 και αφ’ ετέρου κατάφερε ν’ αφηγηθεί μια συνεκτική ιστορία, πράγμα που όπως μας έχουν διδάξει τα διάφορα Vice αυτού του κόσμου, είναι πιο σημαντικό απ’ το να ανταποκρίνεται η ιστορία αυτή στην πραγματικότητα.

 
 

Έχοντας αντιστρέψει το σύνηθες πρόβλημα των ντοκιμαντέρ, την αναντιστοιχία της καλής ιστορίας με μια κακή ταινία, το «Εδώ Τίποτα» έχει την τιμή να παρουσιάσει στους κατοίκους άλλων χωρών την περιοχή της Αθήνας που άλλοτε με θετικό κι άλλοτε με αρνητικό πρόσημο, έχει μυθοποιηθεί περισσότερο από κάθε άλλη. Ο όρος «μυθοποίηση» είναι κομβικής σημασίας, καθώς εδώ και δεκαετίες, για λόγους που σχετίζονται με την ανάπτυξη της αντικουλτούρας και των κοινωνικών κινημάτων στην Ελλάδα, η περιοχή έχει ντυθεί στην κοινή συνείδηση με τις ιδιότητες μιας κολυμπήθρας στην οποία βαφτίζονται οι «εκτός νόρμας», πολιτικά, πολιτισμικά, καλλιτεχνικά.

 
 

Απ’ τα πρώτα λεπτά της ταινίας, εκεί που είθισται να δίνεται ο τόνος της αφήγησης, ο φετιχισμός των Εξαρχείων είναι ήδη εμφανής. Τα Εξάρχεια παρουσιάζονται ως «μια περιοχή που μπορείς να είσαι διαφορετικός, όχι ακριβώς διαφορετικός γιατί δεν μπορείς να είσαι γιάπης», πράγμα που ουδόλως μας πειράζει, δεν νομίζω πως θεωρεί κανείς τους γιάπηδες περιθωριοποιημένη ομάδα που χρειάζεται να ψάξει χώρο επιβίωσης και ανεκτικότητας. Χώρο χρειάζονται όσοι θα μπορούσαν να πέσουν θύματα εγκλημάτων μίσους και παρότι τα Εξάρχεια, όντως είναι μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από υψηλότερη ανεκτικότητα από άλλες, το να παρουσιάζεται σαν Εδέμ της αρμονικής συνύπαρξης είναι πολυεπίπεδα προβληματικό.

 
 

Ζώνες διασκέδασης και κατανάλωσης

 
 

icirien3

 
 

Πριν από κάθε επαναστατικότητα, κάθε πρωτοπορία, κάθε κουλτούρα, τα Εξάρχεια είναι πρωτίστως μια ζώνη διασκέδασης. Απ’ τα συνολικά 900 στρέματα της περιοχής τα 114 είναι δημόσιοι χώροι και για τα περαιτέρω στατιστικά, αξίζει να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος των Εξαρχείων, δηλαδή η έκταση από την Τοσίτσα και την Καλλιδρομίου μέχρι την Αλεξάνδρας, είναι ζώνη κατοικιών με ελάχιστους – εώς ανύπαρκτους – δημόσιους χώρους, αν εξαιρεθεί ο λόφος του Στρέφη. Προφανώς, η έκταση αυτή, χωρίς χώρους διάδρασης των περίοικων, δεν έχει κάποιου είδους καθημερινή ζωή στην οποία θα μπορούσε να αποδοθούν χαρακτηριστικά σαν αυτά που απονέμει η μυθολογία των Εξαρχείων.

Όταν μιλάμε για τα Εξάρχεια με μη-γεωγραφικούς όρους, αναφερόμαστε λοιπόν στην περιοχή που περικλείεται από τις οδούς Τοσίτσα, Καλλιδρομίου, Ασκληπιού, Ακαδημίας, Κάνιγγος, Στουρνάρη και Μπουμπουλίνας. Στην περιοχή αυτή, η οποία αντιστοιχεί σε 370 στρέματα και στην οποία βρίσκεται σχεδόν ό,τι περισσεύει από τα 114 προαναφερθέντα στρέματα δημοσίων χώρων όταν αφαιρέσουμε τον λόφο, όποιος περπατήσει θα παρατηρήσει ότι κάθε λίγα μέτρα θα συναντήσει ένα μπαρ, καφέ ή εστιατόριο. Γι’ αυτό – καθόλου αδίκως – τα Εξάρχεια, συχνά παρουσιάζονται από τον εγχώριο lifestyle τύπο ως ζώνες διασκέδασης, πλάι στο Γκάζι και το Ψυρρή.

 
 

Η παρεξήγηση ως ιστορία

 
 

icirien2

 
 

Ένας συνεντευξιαζόμενος του «Εδώ Τίποτα» επιχειρεί να δώσει το στίγμα της παρουσίας του ξεχωριστού εξαρχειώτικου υποκειμένου, ζητώντας απ’ την κάμερα να ψάξει να το βρει γύρω-γύρω στα καφέ της πλατείας. Ωστόσο, τα καφέ της πλατείας, γύρω απ’ το «χάλκινο τρίκωλο αγγελουδωτό λαμπιόνι» όπως το έχει περιγράψει εύστοχα ο Τέος Ρόμβος (ευχαριστώ Μώρφια), κατ’ απόλυτη αναλογία με τον κόσμο που συχνάζει σ’ αυτά, δεν συνηθίζεται να φιλοξενούν τις όποιες «ανατρεπτικές» ιδέες αναζητεί στα Εξάρχεια η σκηνοθέτις. Ενδεικτικότατο παράδειγμα το Φλοράλ, χώρος που συχνάζει η Σώτη Τριανταφύλλου και επίδοξο αγαπημένο στέκι του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη Νίκου Δένδια σύμφωνα με δήλωση του ιδίου.

 
 

Η παρανόηση αυτή είναι ενδεικτική της επιλογής της σκηνοθέτιδος να θυσιάσει την ανάδειξη των αντιφάσεων της περιοχής προκειμένου να περιγράψει κάποια Εξάρχεια που θα μπορούσαν να εξάψουν την τροπικολάγνα φαντασία κάποιου απληροφόρητου θεατή. Εξού και οι εικόνες ανέκφραστων ή χαμογελαστών ανθρώπων με ηχητική συνοδεία «παλιό μπουζουκάκι» για να δοθεί μια εξωτική χροιά, οι εξαγγελίες ότι μεγαλώνοντας στα Εξάρχεια τα παιδιά βγαίνουν de facto μάλαμα και τα πλάνα που δείχνουν ότι η πολιτική δραστηριότητα των Εξαρχείων περιορίζεται σ’ εκείνον που απεικονίζεται να μουτζώνει τα ΜΑΤ, χωρίς να γίνεται ούτε μία αναφορά στις καταλήψεις, τα στέκια, τα βιβλιοπωλεία και τις DIY εκδηλώσεις της περιοχής,.

 
 

Το «Εδώ Τίποτα» περιγράφει την καθημερινή ζωή των Εξαρχείων ως νεκρή φύση. Οι άνθρωποι πάντα εμφανίζονται το πολύ ανα τρείς – αν και συνήθως ένας ένας – στις καθημερινές δραστηριότητες, ενώ τα μόνα πλάνα που δείχνουν συγκεντρωμένο κόσμο είναι οι εικόνες απο διαδηλώσεις. Μία τέτοια απεικόνιση εξάπτει τις τριτοκοσμικές φαντασιώσεις όλων των δυτικών θεατών, μέσα από το φιλανθρωπικό αίσθημα για την εικόνα μιας εξαθλίωσης που συγκροτείται μόνο σε τυχαίες στιγμές για να εξεγερθεί. Πράγμα λογικό: αν η Δάφνη Χαιρετάκη είχε πάει στις Βρυξέλλες – όπου βραβεύτηκε – να παρουσιάσει το μικρό αθηναϊκό Κρόιτσμπεργκ ή Χάκνεϋ, το ενδιαφέρον δεν θα περίμενε κανείς να είναι ιδιαίτερα έντονο.

 
 

Η πραγματικότητα των Εξαρχείων όμως δεν είναι ο πρωινός εκσκαφέας του Δήμου Αθηναίων, αλλά η βαβούρα απ’ τα γεμάτα μπαρ με τη μεγάλη κατανάλωση και η υψηλή συγκέντρωση στους δημόσιους χώρους. Ένα 11χρονο παιδάκι (γιατί κάθε γραφικότητα θέλει ένα παιδάκι), μετά τη δριμεία κριτική στη μορφή Χρήμα, ενημερώνει τον φακό ότι τώρα που δεν έχει «ναρκομανούς», βγαίνει πιο συχνά στα Εξάρχεια, όμως κάπου στο μοντάζ χάνεται η λεπτομέρεια ότι αυτό το τερατόμορφο υποκείμενο ονόματι «ναρκομανοί» με τις ουρές, τα κέρατα και τα τρία κεφάλια που πίνει το αίμα μωρών για βραδινό, δεν είχε και την πιο ανθρώπινη αντιμετώπιση. Όσο για την εγκυρότητα της θέσης ότι «όταν γίνεται πορεία, στα Εξάρχεια γίνεται χαμός», ενδεικτικά μπορεί να θυμηθεί κανείς ότι τη 12η Φλεβάρη του 2012 που στο κέντρο της Αθήνας γινόταν το Mad Max, τα Εξάρχεια ήταν απολύτως ήσυχα. Και δεν ήταν η μόνη φορά.

 
 

Οι αντανακλάσεις μιας φαντασίωσης

 
 

icirien1

 
 

Βλέποντας το «Εδώ Τίποτα» δημιουργείται η απορία αν η αντίληψη της Χαιρετάκη συμβαδίζει με το μήνυμα της ταινίας ή αν και η ίδια δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει να πει, πράγμα πιθανό, καθώς από τα Εξάρχεια μεταφερόμαστε σε εικόνες απο πορείες και ταραχές στη Σταδίου και καταλήγουμε έξω απ’ τη Βουλή με κάποιον να κάνει κλισέ παρατηρήσεις για το αναρχικό κίνημα. Το «Εδώ Τίποτα» φαίνεται να εξισώνει μία θυματοποιημένη εκδοχή των Εξαρχείων με το μετα-δεκεμβριανό αναρχικό κίνημα της Ελλάδας, πράγμα που ακυρώνει τόσο την πολυπλοκότητα της ζωής στην περιοχή, όσο και τη δραστηριότητα σε άλλες περιοχές της Αθήνας όπως στο Παγκράτι, στον Βύρωνα, στην Καισαριανή, στου Ζωγράφου, στην Κυψέλη, στα Πατήσια και αλλού. Κατασκευάζει ένα άγονο δίπολο ριζοσπαστικών Εξαρχείων – υπόλοιπης Αθήνας που καταλήγει να σιγοντάρει την αυταρέσκεια πολλών θαμώνων της περιοχής, αποπολιτικοποιώντας πλήρως την «ξεσηκωμένη» γειτονιά. Και το χειρότερο απ’ όλα: δεν επιτρέπει την προβληματικοποίηση της ζώνης διασκέδασης που εκτοπίζει από τις βραδινές ώρες τα παιδιά, τους γέρους και συχνά τους άπορους.

 
 

Όλο το ντοκιμαντέρ δε, μέσα από το μοντάζ των νεκρών φύσεων αλλά και από την κατακλείδα με το «Κόψε το Χέρι» του The Boy, φαίνεται να έχει στηθεί για να παρουσιάσει τα Εξάρχεια ως κάποιου είδους «Παλιά Ελλάδα», πράγμα που αντιβαίνει τόσο στην πραγματικότητα, όσο και στην επιλογή αυτοκαθορισμού μεγάλης μερίδας κόσμου που συχνάζει στην περιοχή. Αλλά όχι του συνόλου. Πάρα πολλοί αθηναίοι άλλωστε, θέλουν να φαντάζονται ότι η πραγματικότητα της πρωτεύουσας ήταν κάποτε παράδεισος πριν έρθουν οι χαλεποί καιροί που κανείς δεν ξέρει ποιο προπατορικό αμάρτημα τους δημιούργησε. Τα Εξάρχεια, έχοντας και το βολικό branding της «άλλου τύπου» περιοχής, αποδεικνύονται ιδανικά για την αναπαραγωγή αυτής της προβληματικής νοοτροπίας που αναπόφευκτα βρίσκει έξοδο στην αυτο-ηρωοποίηση, την αυταρέσκεια και την πλάνη.

 
 

Απ’ την άλλη, ο μύθος των Εξαρχείων στο «Εδώ Τίποτα» κουβαλάει εκφάνσεις εξαιρετικά διαδεδομένων τάσεων της ελληνικής κοινωνίας: την ταύτιση της σύγκρουσης με τη σωματική διάστασή της, τον ανορθολογισμό και τη θολωμένη πολιτική ταυτότητα· τη θυματοποίηση ως ριζοσπαστικό προαπαιτούμενο· τον αντι-ευρωπαϊσμό, όχι ως παραδοχή μιας πιθανής προβληματικής κατάστασης, αλλά μέσα από την «τριτοκοσμική» αυτο-παρουσίαση. Αν κάποιος εξηγούσε τις παραμορφώσεις του «Εδώ Τίποτα» στον θεατή που δεν έχει επαφή με το πρωτογενές υλικό, το ντοκιμαντέρ θα μπορούσε να λειτουργήσει εξαιρετικά πληροφοριακά, συμπληρώνοντας το κενό που αφήνουν οι ιστορικές μαρτυρίες: πώς χτίζεται ένας τοπικός μύθος στην Ελλάδα και υπό ποιούς όρους οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να συμμετέχουν σ’ αυτόν;

 
 

 
 

Best of internet