Quantcast

We Take Venice ’21: The Hand of God και The Lost Daughter δείχνουν πώς κινηματογραφείται τελείως σωστά και τελείως λάθος το μεσογειακό καλοκαίρι

Οι νέες υπερ-κυριλέ παραγωγές του Netflix, δια χειρός Paolo Sorrentino και Maggie Gyllenhaal, έφτασαν στη Biennale

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

5 Σεπτεμβρίου 2021

Το Netflix τον έχει βρει τον δρόμο του. Πρώτα και κύρια, έχει καταφέρει να πείσει την ανθρωπότητα πως είναι ο καλύτερος τρόπος για να περάσεις τα τελευταία λεπτά πριν τον ύπνο κοιτώντας με νεκρό βλέμμα το λευκομπλέ φως μιας αναμμένης οθόνης που παίζει είτε random τρασίλες που κανείς δεν ξέρει γιατί φτιάχτηκαν είτε comforting σειρές που έχεις δει εκατομμύρια φορές ως καταφύγιο από το μαρτύριο της ύπαρξης. Πέρα από αυτό, όμως, έχει βρει και τον δρόμο του ως κυριλέ κινηματογραφική φάμπρικα. Στην αρχή, δεν το θέλανε στα φεστιβάλ. Μετά, άρχισε να παίρνει βραβεία στα φεστιβάλ. Αρχικά, δεν το θέλανε στα Όσκαρ. Έπειτα, άρχισε να παίρνει Όσκαρ. Παλιά, το σνόμπαραν οι μεγάλοι σκηνοθέτες. Τώρα, παρακαλάνε για κανένα φράγκο την ώρα που τα παραδοσιακό στούντιο έχουν όλο και λιγότερο χώρο γι’ αυτούς. Όχι άσχημα Netflix. Θα τολμούσε να πει κανείς ότι η disruptive επιθετική επιχειρηματική πολιτική σου απέδωσε καρπούς.

Κι ενώ λοιπόν τα προηγούμενα χρόνια συζητούσαμε τους όρους με τους οποίους θα μπορούσε το Netflix να ενταχθεί στην παραδοσιακή κινηματογραφική βιομηχανία, εκείνο έγινε μια βιομηχανία από μόνο του, η οποία δουλεύει πλέον λίγο-πολύ με τους δικούς της κανόνες. Ας πούμε, αν προσέξει κανείς τι είδους ταινίες βγάζει το Netflix, θα δει το εξής μοτίβο. Από τη μία, έχουμε πολλές δεκάδες ταινιών που βγαίνουν από fast-track αλυσίδα παραγωγής, πανομοιότυπες μεταξύ τους, νετφλιξίλες όλες, οι οποίες στοχεύουν στον χαμηλότερο δυνατό στόχο: να περάσει η ώρα στο σπίτι. Από την άλλη, συναντούμε streaming blockbusters, δηλαδή ταινίες που δεν θα βγουν ποτέ στα σινεμά αλλά έχουν μεγάλο budget και a-list cast ώστε να προσεγγίσουν συνδρομητές στην πλατφόρμα. Και τέλος, έχουμε ταινίες που αποτελούν κυριλέ παραγωγές, που προέρχονται από καταξιωμένους ή ελπιδοφόρους δημιουργούς, κι οι οποίες στοχεύουν στο κινηματογραφικό πρεστίζ των φεστιβάλ και των βραβείων (με αποτέλεσμα να κατακλύσουν την φθινοπωρινή αγορά που αποτελεί αρχή της awards season και να παίρνουν limited διανομές στα σινεμά ώστε να πληρούν τα κριτήρια των διοργανώσεων). Κάπως, έτσι η πλατφόρμα καταλήγει να βγάζει πάνω από 100 Netflix original films κάθε χρόνο – και φέτος είναι ήδη κοντά στα 90 χωρίς να έχει μπει καλά-καλά το φθινόπωρο.

Για το 2021, η φεστιβαλική-οσκαρική παρτίδα του Netflix έκανε το ποδαρικό της στη Βενετία, όπου βρισκόμαστε κι εμείς της τελευταίες μέρες παρακολουθώντας την κινηματογραφική Biennale. Η πλατφόρμα ήρθε στο φεστιβάλ με τρεις δυνατούς τίτλους: το The Power of the Dog της Jane Campion, το The Hand of God του Paolo Sorrentino και το The Lost Daughter της Maggie Gyllenhaal – τα πρώτα δύο από πολυβραβευμένους δημιουργούς που συνεργάζονται πρώτη φορά με το Netflix, το δεύτερο από καταξιωμένη ηθοποιό που κάνει το ντεμπούτο της στην σκηνοθεσία. Ούτως ή άλλως, η Βενετία είναι το κινηματογραφικό φεστιβάλ που υπήρξε περισσότερο θετικό προς την πλατφόρμα τα τελευταία χρόνια (σε αντίθεση με τις δύσπιστες Κάννες), δίνοντας μάλιστα και το Χρυσό Λιοντάρι στο Roma το 2018. Εδώ, στην φετινή μας ανταπόκριση, θα εστιάσουμε σε δύο από τις τρεις ταινίες του Netflix που παρουσιάστηκαν στο φεστιβάλ. Όχι μόνο επειδή τα πράγματα πήγαν στραβά και χάσαμε την προβολή του The Power of the Dog (γαμώτο), αλλά κι επειδή το The Hand of God και το The Lost Daughter έχουν μια σημαντική ομοιότητα: αμφότερα εστιάζουν στο μεσογειακό καλοκαίρι, αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο. Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο.

Μου αρέσει πάρα πολύ ο Paolo Sorrentino. Αυτό δε σημαίνει ότι μου αρέσει κάθε ταινία που έχει κάνει, αλλά ότι τον θεωρώ έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα, περιπετειώδη, πρωτότυπο και δημιουργικό σκηνοθέτη – έναν σκηνοθέτη, δηλαδή, που αξίζει να παρακολουθείς σταθερά, περιμένοντας να δεις πού θα σε πάει. Πρόκειται για μια καλλιτεχνική ποιότητα, αν με ρωτάτε, που την θεωρώ σημαντικότερη από το να ταυτίζεται απλώς το γούστο σου με αυτό ενός δημιουργού. Μ’ αρέσει, λοιπόν, το σινεμά του Sorrentino γιατί είναι ζωντανό, ζωηρό, παθιασμένο, παλλόμενο. Είναι τρελιάρης και καυλιάρης, όλοι το ξέρουν αυτό, κι αυτήν την καύλα την εντοπίζεις σχεδόν μέσα σε κάθε καρέ των ταινιών του. Είναι ένας σκηνοθέτης της επιθυμίας, και την ακολουθεί εκεί που αυτή τον κατευθύνει. Το αποτέλεσμα μπορεί να μην είναι πάντα αυτό που θέλεις να δεις. Ας πούμε, προσωπικά δε μπορώ να απολαύσω εύκολα το ανδρικό, ναρκισσιστικό, ηδονιστικό, πληθωρικό, αυτομυθοποιητικό self-indulgence του The Great Beauty και του Youth, αλλά λατρεύω φανατικά τα The Consequences of Love και Il Divo και πεθαίνω εντελώς με The Young/New Pope. Στο The Hand of God o Sorrentino ακολουθεί την παράδοση των μεγάλων Ιταλών που στράφηκαν στην παιδική τους ηλικία ώστε μέσα από τις αναμνήσεις των διαμορφωτικών τους εμπειριών να φτιάξουν ένα πορτρέτο του τόπου καταγωγής τους και να γενεαλογήσουν την αγάπη τους για το σινεμά. Αυτό που έκανε ο Federico Fellini για το Ρίμινι στο Amarcord κι ο Giuseppe Tornatore για την Σικελία στο Cinema Paradiso, το κάνει τώρα ο Sorrentino για τη Νάπολη.

Λατρεύω ούτως ή άλλως το προσωπικό σινεμά που αναζητά τον δρόμο για την ψυχή του δημιουργού μέσα στην ψυχή της πόλης, αλλά αυτό που κάνει ο Sorrentino για τη Νάπολη του ’80 (δηλαδή τη Νάπολη του Μαραντόνα, έτσι; Για το χέρι του θεού που κάνει πάλι άλλα μιλάμε άλλωστε) είναι πραγματικά πανέμορφο. Καθώς η φανταστική νεαρή εκδοχή του σκηνοθέτη πλοηγείται μέσα στην μυθολογία της πόλης, τα βάσανα της εφηβείας και τα δράματα της οικογένειας για να καταλήξει τελικά στην αγκαλιά του κινηματογράφου, στο φόντο βρίσκεται σχεδόν πάντα το ευφορικό μεσογειακό καλοκαίρι του ιταλικού νότου, γεμάτο αισθήσεις και συναισθήματα, από την βαβούρα των οικογενειακών μαζώξεων και την παραισθησιογόνα κάψα του ήλιου μέχρι την σεξουαλική ενέργεια που είναι διάχυτη σε κάθε σκηνή της ταινίας διαπερνόντας δεσμούς και ταμπού (βέβαια, παρόλο που έχει πολύ ισχυρά γυναικεία σύμβολα, ο Sorrentino είναι κλασικά απρόθυμος να γράψει γυναικείους χαρακτήρες που να εξυπηρετούν κάποιον άλλο ρόλο πέρα από το να αποτελέσουν αισθητικό διάκοσμο της ταινίας ή καύσιμο για την επιθυμία/ιστορία του άνδρα-ήρωα). Κι ενώ εδώ είναι αρκετά συγκρατημένος σε σχέση με την εξαλλοσύνη που έχει επιδείξει σε μεγάλο μέρος του υπόλοιπου έργου του, σχεδόν σαν από ιερό σεβασμό απέναντι σε ό,τι έζησε ως παιδί, ό,τι χάνει σε στυλ το κερδίζει σε ψυχή. Δεν τον έχω δει πιο ευαίσθητο, πιο εύθραυστο αλλά και πιο σίγουρο – τρέχοντας σε σκούτερ χωρίς κράνος σα Ναπολιτάνος.

Επιστρέφοντας στο θέμα του μεσογειακού καλοκαιριού, είναι εντυπωσιακό πόση αυθεντικότητα αποπνέει ο τρόπος που το αναπαριστά ο Sorrentino – πόσο αληθινή μοιάζει η ζωή που περιστρέφεται γύρω από την θάλασσα τους θερινούς μήνες. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζεις καλά για τι πράγμα μιλάς όταν κάνεις σινεμά, ή έστω να κινείσαι από ένα βαθύ πάθος και περιέργεια ώστε να ανακαλύψεις κάτι καινούριο. O Sorrentino κάνει εξαιρετικά το πρώτο, η Gyllenhaal δεν καταφέρνει να περάσει ξώφαλτσα από κανένα από τα δύο. Τι σχέση έχει όμως το The Lost Daughter με το The Hand of God; Όπως εκείνο, έτσι κι αυτό τοποθετείται μέσα στο μεσογειακό καλοκαίρι κι η δραματική ανάπτυξη του κεντρικού χαρακτήρα περνάει μέσα από το θέρος – ένα έφηβο αγόρι στην πρώτη περίπτωση, μια μεσήλικη γυναίκα στη δεύτερη. Παρότι βέβαια η best-selling συγγραφέας του ομώνυμου μυθιστορήματος στο οποίο βασίστηκε η ταινία, Elena Ferrante, έχει ισχυρούς προσωπικούς και καλλιτεχνικούς δεσμούς με τη Νάπολη, το The Lost Daughter γυρίστηκε και διαδραματίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στις Σπέτσες (σε αντίθεση με το παραθαλάσσιο χωριό της νότιας Ιταλίας στο βιβλίο), όπου παραθερίζει η ηρωίδα, καθηγήτρια λογοτεχνίας με ειδίκευση στα ιταλικά. Το μεσογειακό καλοκαίρι που βλέπουμε στην ταινία, βέβαια, είναι πολύ διαφορετικό.

Προσπαθούσα να έχω καλή πίστη βλέποντας το The Lost Daughter, αλλά δυσκολεύτηκα πολύ να αποδεχτώ τον εντελώς τουριστικό, εξωτικοποιημένο, στερεοτυπικό και οριακά πολιτισμικά colonial τρόπο που αντιμετωπίζει η Gyllenhaal το Greek summer. Αν είσαι από εδώ γύρω κι έχεις παραστάσεις ελληνικού τοπίου και καλοκαιριού, είναι σχεδόν αδύνατον να μην σου απορροφήσει την προσοχή η υπερ-άτσαλη αντίθεση ανάμεσα στην βόρεια εκλεπτυσμένη διανοούμενη ηρωίδα και τους ανθρώπους του νότου που κατηγοριοποιούνται με βάση τα στερεότυπα είτε του ημι-βάρβαρου είτε του ευγενούς αγρίου – αμφότερα τελείως δυτικοκεντρικές αναπαραστάσεις με βαθιές αποικιοκρατικές ρίζες. Καθώς παρακολουθούσα την ταινία, σκεφτόμουν την εξής αντίφαση. Από τη μία πλευρά, τον τελευταίο καιρό βλέπουμε όλο και περισσότερες μεγάλες διεθνείς παραγωγές να έρχονται στην Ελλάδα για γυρίσματα, κάτι που είναι αποτέλεσμα των οικονομικών κινήτρων (επιστροφή επένδυσης και απαλλαγή φόρου) που προσφέρει το ελληνικό κράτος στα στούντιο. Αυτό επί της αρχής είναι καλό, πρωτίστως για τους εργαζόμενους του οπτικοακουστικού κλάδου που έχουν υποφέρει στα χρόνια της κρίσης και του κορονοϊού. Από την άλλη, βλέπουμε έτσι όλο και περισσότερες αναπαραστάσεις των ελληνικών τοπίων στη μεγάλη οθόνη, αλλά με όρους που αποπνέουν ελάχιστη κατανόηση, γνώση και αυθεντικότητα.

Ένα άλλο πρόσφατο παράδειγμα υπερ-cringe παρουσίας της ελληνικότητας σε μεγάλη παραγωγής ήταν το Beckett, πάλι του Netflix, το οποίο επίσης ήταν σε φάση “καθρεφτάκια σε ιθαγενείς” (ίσως βέβαια διασκεδάζω και λίγο σε σχέση με το πόσο “πρωτόγονους” μας βλέπουν οι καλλιεργημένοι βόρειοι τη στιγμή που τόσοι πολλοί βλαχομπαρόκ συμπατριώτες έχουν μεγαλεπήβολες φαντασιώσεις ευρωπαϊκής ανωτερότητας και αριστείας). Φυσικά, το ζήτημα των αναπαραστάσεων του μη-δυτικού και του μη-λευκού είναι τεράστιο όσον αφορά το αμερικάνικο και ευρωπαϊκό σινεμά, και σίγουρα αμέτρητοι λαοί και τόποι έχουν υποφέρει *πολύ* περισσότερο από τους ανατολικομεσογειακούς όσον αφορά τις αναπαραστάσεις που μυρίζουν πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, οριενταλισμό και ρατσισμό (ας σκεφτούμε για ένα λεπτό τι συμβαίνει με την Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή στις χολιγουντιανές ταινίες). Υπάρχει γενικά ανάγκη να απο-αποικιοποιηθεί το mainstream κινηματογραφικό βλέμμα. Παρόλα αυτά, ακόμα και με τα μικρότερα stakes που έχει η αναπαράσταση του ελληνικού καλοκαιριού σε μια τέτοια ταινία, δε μπορείς παρά να παρατηρήσεις ότι χωρίς φροντίδα για αυθεντικότητα στην αναπαράσταση του τόπου και των ανθρώπων του δε μπορεί να αναπνεύσει ένα φιλμ σαν αυτό – τουλάχιστον στα μάτια ενός ντόπιου. Κι αν η Ελλάδα πρόκειται να αποτελέσει επενδυτικό παράδεισο για την διεθνή κινηματογραφική βιομηχανία (ειδικά πέρσι και φέτος γυρίστηκαν τα πάντα-όλα), τότε τουλάχιστον ας είμαστε σε θέση να βλέπουμε στην οθόνη κάτι που μας ικανοποιεί – όχι με τρόπο εθνικόφρονα και πατριωτικό (τέτοιο σινεμά άλλωστε έχουμε φάει μπόλικο στη μάπα), αλλά με τρόπο που να είναι πιστός προς την πραγματικότητα και τις εμπειρίες όσων ζουν εδώ πέρα.

Θα ήμουν σίγουρα πιο πρόθυμος να παραβλέψω αυτήν την πτυχή του The Lost Daughter αν τουλάχιστον η ταινία με ικανοποιούσε σε άλλα επίπεδα, αλλά οι ενδιαφέρουσες (και δυνάμει ανατρεπτικές) ιδέες που έχει για την μητρότητα χάνονται μέσα στην άτεχνη υλοποίηση και την προβληματική αφηγηματική δομή του φιλμ, ενώ οι υπερ-φιλότιμες προσπάθειες της (πάντα λατρεμένης) Olivia Colman δεν είναι αρκετές για να σώσουν έναν κακογραμμένο χαρακτήρα σε μια αμήχανη ταινία. Μέσα σε ένα μεσογειακό καλοκαίρι που κινείται εναλλάξ στην κατεύθυνση του βορειοδυτικού υπεροπτικού στερεότυπου και της κρατικής τουριστικής διαφήμισης, λίγα πράγματα είναι αυτά που μπορούν να σου δώσουν λίγη κινηματογραφική χαρά – κι ευτυχώς ένα τέτοιο είναι ο βαριεστημένος ντεμέκ ελληναράς Ed Harris να χοροπηδάει ακούγοντας Bon Jovi σε καλτ νησιώτικο πάρτι μπητσόμπαρου. Την ίδια ώρα, ο άσημος πιτσιρικάς Filippo Scotti του The Hand of God ρουφάει μυρωδιές, καταβροχθίζει εικόνες και προσκυνάει σώματα κάτω από τον ζαλιστικό μεσογειακό ήλιο. Είναι υπέροχο πώς ένα καλοκαίρι μπορεί να φτιάξει ή να χαλάσει μια ταινία.

Best of internet