Ο Nicolas Cage κάνει τέχνη πέρα από το καλό και το κακό

Τώρα που τον είδαμε να επιδίδεται σε διαγαλαξιακό Jiu Jitsu και καθώς τον περιμένουμε να μεταμορφωθεί σε τηλεοπτικό Joe Exotic, κάνουμε μια ανασκόπηση στην ιλιγγιώδη καριέρα του καλύτερου «κακού» ηθοποιού όλων των εποχών

Παραδοσιακά, το Hollywood έχει μια ανθυγιεινή εμμονή με τους άνδρες πρωταγωνιστές του, τους de facto ηγέτες της μεγάλης οθόνες, τους larger-than-life σελιλόιντ ήρωες. Ήδη εδώ κι έναν αιώνα που η κινηματογραφική βιομηχανία αποτελεί βασικό πυλώνα της μαζικής κουλτούρας, λατρεύουμε να αντιμετωπίζουμε τους αστέρες ως αρχέτυπα ανθρώπινης αναπαράστασης. Στις διάφορες μορφές του, ο χολιγουντιανός αστέρας αποτελεί ένα υψηλό ιδανικό: είναι ο άνδρας, κι άρα για την λογική της μαζικής κουλτούρας ο άνθρωπος, που πρέπει να προσπαθούμε να γίνουμε. Μας αρέσει, δε, να νομίζουμε ότι σε κάθε ιδιαίτερη εκδοχή του αυτό το πρωταγωνιστικό χολιγουντιανό ιδανικό έχει μέσα του κάτι το ανατρεπτικό, το συναρπαστικό, το ριζοσπαστικό. Στην πραγματικότητα όμως ο κανόνας αυτού του ιδανικού είναι η ομοιομορφία κι η κοινοτοπία. Όσο παραπάνω ακούτε για κάποιον ότι “δεν είναι ο κλασικός χολιγουντιανός ήρωας”, τόσο πιο καχύποπτοι να είστε απέναντί του. Γιατί είναι ακριβώς οι μικρές νότες “μοναδικότητας” που χρησιμεύουν στο να συγκαλύψουν την απέραντη μονολιθικότητα του χολιγουντιανού πρωταγωνιστή. Τις περισσότερες φορές, από κάτω κρύβεται ένα τέλειο στερεότυπο ενός τέλειου άνδρα, του οποίου η αντι-ηρωικότητα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα μαρκετίστικο τρικ που γνωρίζει καλά ότι στον σημερινό κόσμο έτσι θα πουληθεί καλύτερα το προϊόν. Υπάρχουν, βέβαια, και κάποιες πραγματικά ιδιαίτερες περιπτώσεις. Enter Nicolas Cage.

Μην κοροϊδευόμαστε, όσο παράξενος κι αν μοιάζει, έχει κι αυτός την δική του αφόρητη κοινοτοπία. Αν μη τι άλλο, είναι ένας πάμπλουτος μεσήλικας λευκός straight άνδρας, γέννημα θρέμμα του Hollywood από την μεγάλη φαμίλια των Coppola, παντρεμένος και χωρισμένος 4 φορές, κάτοχος κινηματογραφικών βραβείων, σταμπαρισμένος με την ταμπέλα της “εκκεντρικότητας”, σταθερή πηγή μυθοποίησης των καλλιτεχνών. Το συναρπαστικό και αξιοπρόσεκτο στην περίπτωσή του, βέβαια, είναι ότι όλο αυτό συνοδεύεται από μια τρομερά ιντριγκαδόρικη μετα-καλλιτεχνική και παρά-καλλιτεχνική αύρα. Μετα-καλλιτεχνική γιατί μοιάζει η ίδια η πορεία του Nicolas Cage ως ηθοποιού να αποτελεί ένα σχόλιο πάνω στον εαυτό της, ένα meta έργο τέχνης αυτό καθ’ εαυτό. Και παρα-καλλιτεχνική γιατί, παρά τα βραβεία και το χρήμα, αποτελεί εξίσου αποδεκτή επιλογή να τον αποκαλέσει κάποιος Καλό Ηθοποιό όσο και Κακό Ηθοποιό. Όσο legit είναι για κάποιους ότι πρόκειται για σπουδαίο καλλιτέχνη, άλλο τόσο είναι για κάποιους άλλους ότι πρόκειται για σπουδαίο σαβούρη. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι, μιλώντας ειδικά για τον Cage, αυτές οι δύο απόψεις μπορεί να ταυτίζονται, να προέρχονται από τους ίδιους ανθρώπους, να βγαίνουν από το ίδιο στόμα. Κι αυτό μάλιστα να αναδεικνύει τον Cage σε κάτοχο μιας μοναδικής υποκριτικής τέχνης που πηγαίνει πέρα από το καλό και το κακό, αμφισβητώντας την ίδια την διάκριση ανάμεσά τους.

Φυσικά, όπως ξέρουμε μέσα από την σπουδαία παράδοση του καλού γούστου του κακού γούστου, όλο αυτό έχει μια απελευθερωτική διάσταση, ανοίγει ρωγμές στην διάκριση μεταξύ υψηλής και χαμηλής κουλτούρας, δημιουργεί νέους τρόπους απόλαυσης που ξεπερνάνε την αστική σοβαροφάνεια και τον καλλιτεχνικό καθωσπρεπισμό. O Nicolas Cage λοιπόν, μέσα από την διαρκώς φαινομενικά αντιφατική επιλογή των ταινιών του και μέσα από τις αλλοπρόσαλλες κι υστερικές ερμηνείες του, καταφέρνει πράγματι να αποσταθεροποιήσει την φιγούρα του χολιγουντιανού πρωταγωνιστή, δοκιμάζοντας τα όρια και τα κριτήριά της. Πριν από δύο χρόνια, όταν ενθουσιαζόμασταν ακραία με το Mandy του Πάνου Κοσμάτου, λέγαμε ότι ο Cage είναι σπουδαίος καλλιτέχνης γιατί ασκεί μια μορφή υποκριτικής τέχνης που μοιάζει απροσπέλαστη από τους ίδιους τους συναδέλφους του και μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής παραγωγής. Μια μορφή υποκριτικής τέχνης που δυσκολεύονται να ασκήσουν οι υπόλοιποι, γιατί είναι ακραία και ολόδική του, γιατί ερμηνεύει στα όρια, με επίγνωση της τραγικότητας και της ειρωνείας που περιέχεται σε αυτό. Την ίδια εποχή περίπου με το Mandy, σχολιάζαμε την εξίσου ειρωνική (αν και σίγουρα λιγότερο ενδιαφέρουσα) ερμηνεία του στο Mom and Dad. Και τώρα, με αφορμή το διαγαλαξιακό βρωμόξυλο του Jiu Jitsu στο οποίο τον είδαμε να επιδίδεται αυτή τη βδομάδα, αποφασίσαμε να του αφιερώσουμε έναν ολόκληρο πανηγυρικό. Τον διαβάζετε αυτή τη στιγμή. Συνεχίζουμε με ψυχραιμία λοιπόν:

Δεν προσποιούμαστε καν ότι πρωτοτυπούμε. Ξέρουμε πολύ καλά ότι η εκτίμηση του Nicolas Cage ως παράδοξου πλην σπουδαίου χολιγουντιανού πρωταγωνιστή έχει μεγάλη παράδοση πίσω της. Ο David Lynch τον είχε αποκαλέσει “τζαζ μουσικό της υποκριτικής”. Ο Ethan Hawke πίστευε πως πρόκειται για τον μόνο ηθοποιό από την εποχή του Marlon Brando που δοκίμασε κάτι πραγματικά καινούριο με την υποκριτική. Ο Dan Harmon, δια στόματος Abed στο Community, διερωτήθηκε πάνω στην φύση της τέχνης του Cage ως κάτι που πηγαίνει πέρα από το καλό και το κακό. Πάνω σ’ αυτό το ίδιο ζήτημα έχει χυθεί μπόλικο μελάνι κι έχουν χρησιμοποιηθεί μια σειρά από επιστημονικές μεθόδους προκειμένου να το διερευνήσουν. Κι αν μη τι άλλο έχουν υπάρξει και ένα και δύο και τρία και τέσσερα video essays που αναμετρούνται με το ερώτημα αν ο Cage είναι καλλιτεχνική ιδιοφυΐα. Και βέβαια υπάρχει κι η δική του προσωπική ανασκόπηση της κινηματογραφικής πορείας του που ρίχνει άπλετο φως στο πώς βλέπει αυτό που κάνει. Με τα χρόνια, όλο και περισσότεροι άρχισαν να αναγνωρίζουν τον Cage ως ιδιαίτερο καλλιτέχνη μέσα στο χολιγουντιανό τοπίο, δίνοντάς του το ρισπέκτ που συχνότατα του στερήθηκε ανά τα χρόνια. Πέρα απ’ όλα αυτά, λοιπόν, θέλουμε σε αυτό εδώ το αφιέρωμα να δούμε την διαδρομή του Cage κι από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία: αυτήν που αναζητά την καλλιτεχνική ιδιαιτερότητά του στο ίδιο το μοτίβο των ταινιών που έχει επιλέξει να παίξει από την αρχή της καριέρας του μέχρι σήμερα.

Όπως λέγαμε πρόσφατα με μια άλλη αφορμή, υπάρχουν ηθοποιοί που είναι auteurs της τέχνης τους. Δεν είναι μόνο ότι παίζουν καλά, πρόκειται για κάτι που τους δίνει μια καλλιτεχνική ποιότητα έξω από τις ίδιες τις μεμονωμένες ερμηνείες του. Είναι επίσης ότι η ίδια η φιλμογραφία τους αποτελεί στοιχείο της καλλιτεχνικής τους ταυτότητας με τρόπο συνεκτικό. Μπορεί να τελειοποιούν ένα πολύ συγκεκριμένο ύφος σε βάθος δεκαετιών, αποδεικνύοντας ότι κατέχουν μια ιδιαίτερη τέχνη που δε μπορεί να αγγίξει κανένας άλλος (κάτι που ο Cage μοιράζεται σε ένα βαθμό με χολιγουντιανούς ηθοποιούς σαν τον Arnold Schwarzenegger και τον Keanu Reeves, οι οποίοι επίσης θεωρούνται συχνά “κακοί” με τα βάση τα συμβατικά κινηματογραφικά κριτήρια). Αυτή η ιδιαίτερη τέχνη του Nicolas Cage έχει ακολουθήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα πορεία από τα μέσα του ’80 μέχρι σήμερα: ξεκίνησε ως βύσμα με προοπτικές νεανικού sex symbol, προχώρησε σε συγκρατημένα weird πρωταγωνιστή, αναδείχθηκε σε ρομαντικό ήρωα, έσκισε ως χολιγουντιανός action star, διέπρεψε σε σάπιες υπερ-παραγωγές και αφόρητα b-movies, οδηγήθηκε στην εμπορική αποτυχία, αναγεννήθηκε ως meme superstar της ψηφιακής εποχής φτάνοντας σε μεγαλύτερο κοινό από ποτέ άλλοτε κι αγγίζοντας τα όρια της μεταμοντέρνας cult λατρείας. Πραγματικά, ποιος άλλος το έχει κάνει αυτό;

Υπήρχε λοιπόν κάποιο μοτίβο σε όλο αυτό; Υπήρχε κάποια τρέλα μέσα στη μέθοδο, για να κλείσουμε το μάτι στο σαιξπηρικό κείμενο; Έχοντας όλα τα παραπάνω κατά νου, θα επιχειρήσουμε μια αναδρομή στην κινηματογραφική πορεία του Cage προσπαθώντας να δούμε τα χαρακτηριστικά που είχε η τέχνη του σε κάθε περίοδο. Σχηματικά, την χωρίζουμε σε τέσσερις φάσεις. Δεν αντιστοιχούν επακριβώς σε δεκαετίες, αλλά για λόγους συμμετρίας θα ακολουθήσουμε αυτό το μοντέλο. Πάμε.

Ο πρώιμος Cage, από τα μέσα του ’80 μέχρι τα μέσα του ’90

Ήδη από τη νεότητά του, ουσιαστικά έχουμε ήδη όλα τα χαρακτηριστικά που στη συνέχεια θα χαρακτηρίσουν τον Cage ως ιδιαίτερο ηθοποιό. Έχουμε εντελώς mainstream ρόλους αλλά και εντελώς offbeat επιλογές, έχουμε σωματικότητα και δράση, έχουμε συναίσθημα και ρομάντζο, κι έχουμε και την πρώτη εμφάνιση των στοιχείων που θα αποτελέσουν το μοναδικό στυλ του, αυτό που εκείνος έχει ονομάσει Nouveau Shamanic. Όπως είπαμε και πριν, ο Cage ξεκινάει την καριέρα του ως βυσματίας. Ως Coppola δηλαδή. Ήδη από την εφηβική του ηλικία, διεκδικούσε από τον θείο του, Francis Ford Coppola, να τον βάλει να παίξει μπροστά στην κάμερα. Έχοντας ήδη αλλάξει το όνομά του σε Cage, εν μέρει επηρεασμένος από τον superhero Luke Cage της Marvel όπως έχει πει, κι έχοντας ήδη φάει πόρτα από το The Outsiders, ο πιτσιρικάς τότε Nicolas κατάφερε να μπει τελικά στον κινηματογραφικό κόσμο της οικογένειας. Ξεκίνησε με το Rumble Fish το 1983, συνέχισε με τα The Cotton Club και Peggy Sue Got Married, όλα του θείου του, ενώ δέκα χρόνια αργότερα θα κάνει άλλη μια εμφάνιση σε κοπολικό φιλμ, το Dreadfall του Christopher Coppola.

Το όνομα Coppola τον ευνόησε τα μάλα, φυσικά, αλλά δεν τον χαρακτήρισε απολύτως. Μέχρι τα 27-28 του, ο Cage είχε ήδη αναδειχθεί σε νεανικό κρεμανταλά γόη, αρκετά πετυχημένα ώστε στα 90s να πάρει μεγάλους ρομαντικούς ρόλους ότι αλλά όχι αρκετά πετυχημένα στο να μετατραπεί σε legit ερωτύλο ηθοποιό. Εδώ ουσιαστικά έχουμε ένα συνεχές που ξεκινάει από το Fast Times at Ridgemont High και ιδιαίτερα το Valley Girl, για να συνεχιστεί έπειτα στο Moonstruck, το Zandalee και το Honeymoon in Vegas. Κυρίως, όμως, σε αυτήν την νεανική περίοδο κάνει την πρώτη εμφάνισή του κι ο συναρπαστικά weird Cage, ο οποίος διχάζει το κοινό αλλά κερδίζει την εμπιστοσύνη των μεγάλων σκηνοθετών με την ιδιοσυγκρασιακή του μέθοδο. Εδώ φυσικά ξεχωρίζουν 3 πολύ σημαντικές ερμηνείες του Cage. Το πρώτο είναι το Birdy του Alan Parker, το δεύτερο είναι το Raising Arizona των αδερφών Cohen και το τρίτο είναι το Wild at Heart του David Lynch. Ουσιαστικά, ο Cage της καρδιάς μας ξεκινάει από αυτήν την φονική τριπλέτα. Κι ας μας επιτραπεί μια εύφημος μνεία στο Vampire’s Kiss που αποτελεί ένα cult διαμαντάκι του πρώιμου Cage.

Ο σούπερ σταρ Cage, από τα μέσα του ’90 μέχρι τα μέσα του ’00

Μπορεί σήμερα να μοιάζει λίγο παράξενο, αλλά εκεί στα μέσα του ’90 ο 30άρης πλέον Cage έμοιαζε προορισμένος να γίνει ο επόμενος μεγάλος χολιγουντιανός κυριλέ υπερ-αστέρας. Είναι η περίοδος που ο Cage φέρνει πολλά εκατομμύρια δολάρια στο box office και ταυτόχρονα κερδίζει υποψηφιότητες για βραβεία (αποκτώντας τελικά ένα Όσκαρ και μια Χρυσή Σφαίρα). Αυτό το status, το τόσο αταίριαστο όπως αποδείχτηκε αργότερα, το κυνήγησε με τρεις διαφορετικούς τρόπους: ως ρομαντικός παίχτης, ως σοβαρός ηθοποιός για γνωστούς σκηνοθέτες, κι ως crowd-pleasing action star για το μαζικολαϊκό σινεμά. Ουσιαστικά, η πρώτη πτυχή ήταν αυτή που το χάρισε τη μεγάλη αναγνώριση, με το Leaving Las Vegas να τον μετατρέπει σε οσκαρικό ηθοποιό. Βέβαια, αυτό ήταν ένα στυλ στο οποίο ο Cage επέστρεφε με όλο και λιγότερη επιτυχία. Κι ακόμα κι αν πήγαινε καλά στα ταμία (μην ξεχνάμε πως είναι στο no.29 των highest-grossing ηθοποιών), δύσκολα έπειθε πλέον κοινό, κριτική και βραβεία ως ταυτότητα για τον ηθοποιό. Μιλάμε για μια σειρά ταινιών από τα μέσα των 90s και μετά όπως το It Could Happen to You, το City of Angels, το Captain Corelli’s Mandolin και το Family Man, οι οποίες μάλλον δεν έχουν γεράσει και πολύ καλά.

Ταυτόχρονα, τα 90s του Cage απέδειξαν ότι μπορεί να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στο κυριλέ παίξιμο και την παραφροσύνη. Στα χέρια καλών σκηνοθετών, είχαμε αποτελέσματα όπως το Red Rock West του John Dahl, το Bringing Out the Dead του Martin Scorsese και το Matchstick Men του Ridley Scott. Προσωπικά γουστάρω και το Snake Eyes του Brian De Palma ή το 8mm του Joel Schumacher αλλά οκ, αυτό είναι προσωπικό βίτσιο. Ο κατεξοχήν Cage της περιόδου αυτής, βέβαια, ήταν ο action star Cage, αυτός που μετέτρεψε τον ηθοποιό σε μέγα χολιγουντιανό κεφάλαιο με πασίγνωστες ταινίες σαν το The Rock, το Con Air, το Face/Off και το Gone in 60 Seconds (με προφητικό το υποτιμημένο Kiss of Death, αν μου επιτρέπετε). Αυτή η action επιτυχία άφησε βέβαια κακή παρακαταθήκη για την επόμενη περίοδο, αλλά αν την δούμε αυτοτελώς τότε μιλάμε για αγνή μαζικολαϊκή χολιγουντιανή ευφορία. Παρόλα αυτά, η σημαντικότερη (και προσωπική αγαπημένη) ταινία Cage αυτής της περιόδου είναι το Adaptation, η σπουδαία συνεργασία Spike Jonze και Charlie Kaufman, με τον Cage να δίνει μια εξαιρετική διπλή ερμηνεία ως νευρωτικός Gen-X-er και να διακρίνεται πλέον πιο καθαρά ως χολιγουντιανός μετα-σταρ.

Ο Cage της σαπίλας, από τα μέσα του ’00 μέχρι τα μέσα του ’10

Κι εδώ μπαίνουμε στην σκοτεινή και παράξενη εποχή του Nicolas Cage. Ας σημειώσουμε το εξής για αρχή. Μέχρι και το Adaptation, δηλαδή το 2002, ο Cage δεν έχει ακόμα το στίγμα του “κακού ηθοποιού” ακριβώς. Σίγουρα έχει ένα έντονο love or hate στοιχείο, αλλά η μυρωδιά της σαπίλας παίρνει πλήρη μορφή σε αυτήν εδώ την περίοδο. Ενδεικτικά, από τα μέσα των 00s μέχρι τα μέσα των 10s παίζει χοντρικά σε 3-4 ταινίες το χρόνο και μαζεύει συνολικά 7 υποψηφιότητες για Χρυσό Βατόμουρο. Κατ’ ουσίαν, είναι η περίοδος που ο Cage αρχίζει να κάνει μαζικά Κακό Hollywood, αρχής γενομένης από μεταιχμιακό National Treasure που πατάει σε δύο βάρκες, την καλή της προηγούμενης περιόδου και την κακή αυτής εδώ. Έπειτα, ακολουθεί ένα σερί ταινιών όπως το Ghost Rider, το The Wicker Man, το Next, το Bangkok Dangerous, το Knowing, το The Sorcerer’s Apprentice, το Season of the Witch, το Drive Angry. Γενικά, μια άσχημη φάση. Βέβαια, υπάρχουν μια σειρά από στρωτές και καλές ερμηνείες εδώ που σώζουν την παρτίδα, όπως για παράδειγμα στα World Trade Center, Joe, Lord of War και The Weather Man, τα οποία τρόπον τινά συνεχίζουν την παράδοση του κυριλέ Cage από την προηγούμενη δεκαετία.

Το ουσιαστικό μέρος αυτής της περιόδου όμως βρίσκεται στον εκρηκτικό, απρόβλεπτο και ακραίο Cage. Αυτόν που αρχίζει να εξερευνά πιο επισταμένα τα όρια, κινούμενος στην σκοτεινή πλευρά της χολιγουντιανής παραγωγής. Εδώ, μπορεί οι ταινίες που προκύψανε ως αποτέλεσμα να μην είναι για όλους, και κάποιες να είναι πράγματι κακές, αλλά έχουν έναν Cage που καλλιεργεί την τέχνη του με βάση την φιλοσοφία “κι όποιον πάρει ο χάρος”. Πέρα από κάποια καθαρόαιμα κι απολαυστικά pulpy b-movies σαν το Rage, το Pay the Ghost και το Left Behind, ο Cage απελευθερώνεται εκ νέου χαοτικά μέσα από τη συνεργασία του με δύο σκηνοθέτες κυρίως. Πρώτα και κύρια, με τον τεράστιο Werner Herzog στο Bad Lieutenant: Port of Call New Orleans, μια ακραία κι αριστουργηματική σπουδή πάνω στην αποχαλίνωση. Ταυτόχρονα, ο Cage αυτήν την περίοδο δουλεύει σε δύο ταινίες με τον μεγάλο Paul Schrader, τα Dying of the Light και Dog Eat Dog, τα οποία μπορεί να μην ανήκουν στις καλύτερες ταινίες του σκηνοθέτη αλλά σίγουρα αυτή η συνεργασία προσφέρει στον Cage την ευκαιρία να μαθητεύσει κοντά σε έναν άρχοντα της ανδρικής έκρηξης και κατάρρευσης. Αυτή η φάση, σε συνδυασμό με την pop/meta επανεπινόησή του μέσα από το Kick-Ass, δημιουργούν το έδαφος για τη συνέχεια.

Ο Cage της νέας χρυσής εποχής, από τα μέσα του ’10 μέχρι σήμερα

Εδώ είμαστε. Ο Nicolas Cage του σήμερα. Ένας μετα-ειρωνικός σούπερ σταρ, ένας ηθοποιός-meme, ένας παρα-καλλιτέχνης με όραμα. Είναι αδύνατον να διαχωρίσουμε τη νέα χρυσή εποχή του Nicolas Cage από το ευρύτερο περιβάλλον της pop κουλτούρας. Ουσιαστικά, η viral-οποιημένη δημόσια σφαίρα επανεπινόησε τον Cage ως τον απόλυτο Καλό Κακό Ηθοποιό. Καθόλου τυχαία, η αρχή αυτής της περιόδου συμπίπτει πάνω-κάτω χρονικά με το επεισόδιο Community που αναφέραμε προηγουμένως, το οποίο αν μη τι άλλο συνέβαλε τα μάλα στο να σχηματοποιηθεί η διάχυτη underground λατρεία για τον Cage σε mainstream meme με συνείδηση του εαυτού του. Δεν είναι ότι ο ίδιος κάνει κάτι τρομερά διαφορετικό. Συνεχίζει πάνω κάτω το ίδιο μοτίβο επιλογής ταινιών, ίσως με κάπως πιο βελτιωμένες επιλογές πρότζεκτ σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Αυτό που έχει αλλάξει βέβαια είναι το framing, το πώς τον βλέπει ο κόσμος και το πώς χειρίζεται κι ο ίδιος το stardom του και την performance του. Από αυτήν την σκοπιά, η τελευταία πενταετία τον φέρνει ακόμα πιο κοντά στον Keanu Reeves που επίσης αναφέραμε προηγουμένως, τον έτερο ηθοποιό-meme της εποχής μας (αν και σαφώς σε πιο wholesome κατεύθυνση σε σχέση με τον chaotic Cage).

Τι ταινίες κάνει λοιπόν ο Cage αυτά τα χρόνια; Ας μη γελιόμαστε, πρώτα απ’ όλα συνεχίζει τις αδιάφορες φόλες τύπου Inconceivable, Arsenal, Looking Glass κλπ. Παράλληλα, όμως, κινείται σε μια ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική κατεύθυνση όσο αγκαλιάζει περισσότερο τον εαυτό του ως σύγχρονο cultural φαινόμενο. Αρχικά, τα σατιρικά pulp πρότζεκτ που επιλέγει γίνονται πλέον όλο και πιο απολαυστικά, μιας και πλέον τα βλέπουμε με την meta ματιά που ενσωματώνει τον Cage-ως-φαινόμενο, με παραδείγματα όπως τα προαναφερθέντα Mom and Dad και Jiu Jitsu. Ταυτόχρονα, τον βλέπουμε να κάνει ένα άνοιγμα προς το απόκοσμο, με αποτελέσματα όπως το Mandy και το Color Out of Space. Ακόμα, συνεχίζοντας την κληρονομιά του Kick-Ass, κάνει ένα μεγαλύτερο άνοιγμα στην έξυπνη nerd κουλτούρα (η οποία του χρωστάει ένα Superman Lives δια χειρός Tim Burton) με πολύ αξιόλογες voice acting εμφανίσεις στα Spider-Man: Into the Spider-Verse και Teen Titans Go! To the Movies.

Και τι ετοιμάζεται να κάνει ο Nicolas Cage στο άμεσο μέλλον; Εδώ είναι το καλύτερο. Αυτή τη στιγμή, ο Cage δουλεύει 3 πρότζεκτ για τα οποία είμαστε ιδιαιτέρως ενθουσιασμένοι. Πρώτον, ετοιμάζει την ταινία Prisoners of the Ghostland με τον Sion Sono, έναν από τους καλύτερους και πιο αλλόκοτους εκπροσώπους του πειραματικού ιαπωνικού σινεμά. Δεύτερον, ετοιμάζεται να παίξει τον Joe Exotic του Tiger King στην επερχόμενη τηλεοπτική σειρά για την ζωή του, υποσχόμενος ένα φοβερό meme potential. Τρίτον, πρόκειται να υποδυθεί τον εαυτό του σε μια meta κωμωδία δράσης, με πρωταγωνιστή τον ίδιο φυσικά, η οποία θα φέρει τον τίτλο The Unbearable Weight of Massive Talent. Ψύχραιμος τίτλος. Δεν περιγράφουμε άλλο. Τώρα που μιλάμε, ο Nicolas Cage βρίσκεται σε ένα νέο μεταίχμιο. Είτε θα απορροφηθεί μέσα στην persona του και θα γίνει το punchile του ίδιου του του αστείου, είτε θα κάνει άλλο ένα καλλιτεχνικό breakthrough και θα γίνει αυτό που πρέπει να γίνει για να συνεχίσει να είναι ο Nicolas Cage: απρόβλεπτος.

Best of internet