Ο Χρήστος Νίκου μας μιλάει για τα Μήλα του, την πιο hyped ελληνική ταινία των τελευταίων πολλών χρόνων

Μετά την προβολή στο online Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το βραβείο ερμηνείας του Άρη Σερβετάλη, συζητάμε με τον δημιουργό της ταινίας που όλοι ελπίζουμε να φτάσει στα Όσκαρ

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 61ο συνολικά και πρώτο διαδικτυακό, ολοκληρώθηκε χτες το βράδυ. Σήμερα, ανακοινώθηκαν τα βραβεία, τα οποία με έναν τρόπο επιβεβαιώνουν την αίσθηση που είχαμε κι εμείς αυτές τις δέκα μέρες που παρακολουθούμε την online διοργάνωση: ότι συνολικός νικητής είναι το ελληνικό σινεμά. Έτσι, επιστρέφοντας στα βραβεία, βλέπουμε ότι η διεθνής κριτική επιτροπή αποφάσισε να δώσει το ειδικό βραβείο Αργυρός Αλέξανδρος στο Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη, ενώ το βραβείο ανδρικής ερμηνείας πήγε στον Άρη Σερβετάλη για τα Μήλα του Χρήστου Νίκου. Χαρμόσυνα και δίκαια αμφότερα, αν μας ρωτάτε. Εξάλλου μιλάμε για ταινίες που ήρθαν στην online Θεσσαλονίκη έχοντας κάνει ήδη το πετυχημένο πέρασμά τους από τα διεθνή φεστιβάλ.

Αν παρακολουθείτε έστω και στοιχειωδώς τις εξελίξεις γύρω από το ελληνικό σινεμά, τότε θα γνωρίζετε καλά πως τα Μήλα ήταν μια από τις πιο hyped εγχώριες ταινίες των τελευταίων πολλών χρόνων. Η παγκόσμια πρεμιέρα των Μήλων στο φεστιβάλ της Βενετίας, το μόνο από τα μείζονα κινηματογραφικά φεστιβάλ που διοργανώθηκε σε φυσικό χώρο φέτος, ακολουθήθηκε από διθυραμβικές κριτικές, με την διεθνή διανομή να αναδεικνύει την ταινία σε ιδιαίτερα περιζήτητη για μια σειρά από κινηματογραφικές αγορές. Έπειτα, τα Μήλα ταξίδεψαν στα online φεστιβάλ του Τορόντο, του Τελιουράιντ και του Σικάγο, με το τελευταίο μάλιστα να τους απονέμει και βραβείο σεναρίου. Κι έχοντας πλέον την στάμπα του executive producer από την Cate Blanchett, σημαντικό εφόδιο για το μέλλον, λίγο πριν την έναρξη του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ανακοινώθηκε πως τα Μήλα θα είναι η επίσημη υποβολή της Ελλάδας για το Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας του 2021. Είναι άραγε να απορεί κανείς που η ταινία έγινε sold out μέσα σε χρόνο ρεκόρ;

Πράγματι, τα Μήλα είναι μια καίρια ταινία. Εφοδιασμένη με λιτό και αποτελεσματικό σενάριο, φροντισμένη εικαστική ματιά, δυνατές ερμηνείες, προσγειωμένη sci-fi ατμόσφαιρα και, κυρίως, μια ουσιαστική ανθρώπινη ιστορία, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Νίκου (είχε προηγηθεί το μικρού μήκους Km το 2012, ξανά σε συνεργασία με τον Σερβετάλη) μοιάζει να καταφέρνει να συνδυάσει δύο πράγματα σημαντικά για την εγχώρια κινηματογραφική ζωή της τελευταίας δεκαετίας. Από τη μία πλευρά, την άτυπη παράδοση του weird ελληνικού σινεμά που αποτέλεσε πόλο έλξης για το ενδιαφέρον των φεστιβαλικών αγορών τα προηγούμενα χρόνια. Από την άλλη, την αίσθηση ενός crowd-pleasing κινηματογράφου που επιθυμεί να επικοινωνήσει με μεγάλο ακροατήριο χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην καλλιτεχνική γλώσσα και χωρίς να υποπίπτει σε κινηματογραφικές ευκολίες ή κοινοτοπίες. Αν ψάχνατε λοιπόν κάτι που να γεφυρώνει την ψυχρή αποστασιοποίηση του Γιώργου Λάνθιμου με την τρυφερή κι ευάλωτη εγκεφαλικότητα του Charlie Kaufman, εδώ είστε.

Δεν χρησιμοποιώ τυχαία αυτά τα δύο ονόματα. Ο Νίκου είχε συνεργαστεί στον Κυνόδοντα ως βοηθός σκηνοθέτη (όλως τυχαίως η τελευταία ελληνική ταινία που έφτασε στις υποψηφιότητες των Όσκαρ), ενώ παρακάτω, στην συζήτηση που ακολουθεί, μας μιλάει ο ίδιος για τον Kaufman. Η ιστορία του Άρη, ενός ανθρώπου που χάνει τη μνήμη του εν μέσω μιας αναπάντεχης μαζικής επιδημίας που προκαλεί ξαφνική αμνησία, παίρνει τα παραδοσιακά κινηματογραφικά εργαλεία της μνήμης και της ταυτότητας προκειμένου να διερωτηθεί πάνω στη δυνατότητα μιας νέας ζωής την ώρα που τίποτα γύρω δεν μοιάζει πια οικείο. Με αυτά τα εφόδια, τα Μήλα έχουν την δυνατότητα να αναμένουν με αισιοδοξία την οσκαρική κούρσα, αφού ήδη φιγουράρουν σε περίοπτη θέση στις προβλέψεις για την κατηγορία της καλύτερης διεθνούς ταινίας. Αναμένοντας το οσκαρικό μέλλον, αλλά πρώτα και κύρια την δυνατότητα εξόδου στις κινηματογραφικές αίθουσες, σας παρουσιάζουμε την συζήτηση που κάναμε αυτές τις μέρες με τον Χρήστο Νίκου. Κι ήταν μεγάλη μας χαρά.

Πώς σου φάνηκε το ότι ήδη από την πρώτη στιγμή που άνοιξαν τα εισιτήρια η ταινία έγινε ανάρπαστη και τελικά αμέσως sold out;

Οπουδήποτε έχουμε παίξει μέχρι στιγμής, είτε σε streaming είτε σε physical μορφή, γίνεται sold out πολύ γρήγορα. Η ταινία έχει αποκτήσει ένα δικό της ρεύμα. Μου λέγανε ότι από την Βενετία είμαστε η νούμερο 2 ταινία με τις περισσότερες αντιδράσεις στο Letterboxd, μετά από τη νέα του Michel Franco. Το οποίο σημαίνει ότι ο κόσμος ψάχνει να το δει κι αυτό είναι πάρα πολύ ευχάριστο. Βέβαια, το ότι γίνεται διαδικτυακά δεν είναι τόσο ευχάριστο. Αλλά δυστυχώς δε μπορούμε να κάνουμε κάτι έτσι όπως είναι η κατάσταση. 

Πώς ήταν η μέχρι τώρα φεστιβαλική εμπειρία της ταινίας σε αυτές τις συνθήκες;

Μετά τη Βενετία, όλα τα άλλα ήταν online. Όταν κάνεις την πρώτη ταινία σου σίγουρα θέλεις να ταξιδέψεις, αλλά και να μπορέσεις να δεις τις αντιδράσεις του κοινού. Τώρα τις διαβάζεις σε κριτικές και social media. Έτσι καταλαβαίνεις πώς λειτουργεί η ταινία στο κοινό. Είναι ατυχία που συμπέσαμε με την πανδημία, σίγουρα. Αλλά προσωπικά με βοηθάει να γίνω πιο παραγωγικός και δημιουργός. Γιατί δουλεύω ήδη τα επόμενα πρότζεκτ αντί να ταξιδεύω για έναν χρόνο σε φεστιβάλ. Στην Βενετία ήμασταν αρκετά τυχεροί. Αρχικά η ταινία ήταν να παίξει στις Κάννες, αλλά δεν ήμασταν σίγουροι αν θέλουμε να αφήσουμε το label των Καννών και να πάμε στην Βενετία, αφού δεν ξέραμε ακόμα αν θα γίνει. Όλα αυτά συνέβησαν στα τέλη Απριλίου. Κάπως πήραμε την απόφαση να κάνουμε λίγη υπομονή, μήπως και γίνει η Βενετία. Και τελικά ήταν το μόνο φεστιβάλ που έγινε φέτος μη-διαδικτυακά.

Εσύ προσωπικά πώς το διαχειρίζεσαι ένα τόσο μεγάλο hype για την πρώτη σου ταινία; 

Είναι πολλά πράγματα που γράφονται, και ραντεβού που κάνω για το μέλλον, τα οποία είναι τελείως απροσδόκητα. Δεν τα περιμέναμε. Σίγουρα κάναμε κάτι που αγαπάμε σαν σινεμά και ελπίζαμε να επικοινωνήσει με τον κόσμο, αλλά δεν πιστεύαμε ότι θα επικοινωνήσει τόσο πολύ και τόσο γρήγορα. Είναι πάρα πολύ ωραίο. Αυτός είναι ο λόγος που κάνουμε σινεμά. Να βλέπει το κοινό την ταινία και να ανταποκρίνεται σε αυτό που έχεις κάνει. Να δημιουργεί συναισθήματα η ταινία. 

Είναι σίγουρα εντυπωσιακή η σύμπτωση του θέματος της ταινίας με την συγκυρία της πανδημίας όσον αφορά τους φόβους και τις ανησυχίες του κόσμου. Εσύ πώς οδηγήθηκες στα θέματα της ταυτότητας και της μνήμης;

Δεν ξέρω αν η ταινία έχει λειτουργήσει περισσότερο λόγω αυτής της σύμπτωσης. Ίσως. Δε μπορώ να το γνωρίζω. Αλλά υπάρχουν στοιχεία στην ταινία, όπως η μοναξιά, η αβεβαιότητα κι η απομόνωση, τα οποία μπορεί οι άνθρωποι να βλέπουν με διαφορετικό τρόπο σήμερα με βάση αυτό που ζουν. Από εκεί και ύστερα, προφανώς ούτε γνωρίζαμε κάτι από πριν ούτε θεωρούμε ότι γράψαμε κάτι προφητικό. Ξεκινήσαμε να το γράφουμε 6 χρόνια πριν, με μια ιδέα που είχα εγώ κι έπειτα την δουλέψαμε μαζί με τον Σταύρο Ράπτη. Μου αρέσουν γενικότερα οι ταινίες που δημιουργούν κόσμους και είναι αλληγορικές. Μου άρεσαν πάντα οι ταινίες του Charlie Kaufman, του Spike Jonze, του Leos Carax, του Roy Andersson – και σίγουρα ασυνείδητα δανειζόμαστε πράγματα από όλους αυτούς. Όλα αυτά, μαζί με δύο βιβλία που με έχουν επηρεάσει πολύ, το 1984 του Orwell και το Περί Τυφλότητας του Saramago, μου έδωσαν έμπνευση για να πω μια προσωπική ιστορία. Αφορά τον πατέρα μου, μιας και εκείνο τον καιρό προσπαθούσα να διαχειριστώ την απώλειά του. Προσπαθήσαμε λοιπόν αυτήν την προσωπική ιστορία να την μετατρέψουμε σε κάτι πιο οικουμενικό. Ήθελα να δω πώς οι άνθρωποι ξεχνάνε τόσο εύκολα ενώ εγώ δε μπορούσα να ξεχάσω με τίποτα αυτήν την απώλεια. 

Ήταν δύσκολο να δουλέψεις πάνω σε μια προσωπική ιστορία μαζί με έναν συν-σεναριογράφο;

Όχι, ήταν πολύ εύκολο. Με τον Σταύρο είμαστε κολλητοί, οπότε ήταν πολύ ωραία η όλη διαδικασία. Ούτως ή άλλως, όπως είπα, θέλαμε να ξεκινήσουμε από το προσωπικό και να πάμε προς το οικουμενικό. Όταν ξεκινήσαμε να γράφουμε βέβαια, το σενάριο ήταν πολύ πιο κωμικό. Μετά προσπάθησα κι εγώ να βρω την κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα ώστε να μην ξεφεύγει προς τη μία ή προς την άλλη κατάσταση. Γενικά πάντως μ’ αρέσει η δουλειά σε ένα οικογενειακό κλίμα, οπότε προσπαθώ να δουλεύω με ανθρώπους που είναι φίλοι μου ή που προσπαθώ να τους κάνω φίλους μου στην πορεία. Και τώρα που γράφω το επόμενο πρότζεκτ με τον Σταύρο κι έναν Άγγλο σεναριογράφο, γίναμε πολύ γρήγορα κολλητοί οι τρεις μας. Δε μπορείς στην πραγματικότητα να διαχωρίσεις την δουλειά και τη ζωή.

Μ’ άρεσε ο τρόπος που χρησιμοποιήσατε την τεχνολογία στην ταινία, ειδικά την παλιά αναλογική, ως προς το πώς αντιπαραβάλλεται στο μήλο, που φέρνει έναν βιολογικό και ζωτικό παράγοντα. Την σκεφτόσασταν αυτήν την διάκριση ανάμεσα στο τεχνολογικό και το βιολογικό;

Ναι, σίγουρα θέλαμε να παίξουμε με αυτήν την αντίθεση. Και δεδομένου ότι η εκτεταμένη χρήση της τεχνολογίας έχει κάνει το μυαλό μας πιο τεμπέλικο κι έχει επηρεάσει αρκετά τη μνήμη μας, προσπαθήσαμε με την αναλογική τεχνολογία να τα τοποθετήσουμε όλα σε ένα άχρονο περιβάλλον. Θέλαμε λοιπόν να επιστρέψουμε στην αρχή του προβλήματος, όταν όλα ήταν ακόμα αναλογικά και το ψηφιακό δεν είχε μπει στη ζωή μας.

Πώς δημιουργήσατε αυτό το άχρονο περιβάλλον μέσα στη σημερινή Αθήνα;

Ήταν δύσκολο να βρεις τους κατάλληλους χώρους. Η Αθήνα είναι μια πολύ μπασταρδεμένη πόλη. Να βρεθούν οι χώροι, να βρεθούν οι κατάλληλες γωνίες, και να δημιουργηθεί αυτός ο κόσμος. Κάποιοι χώροι είναι φυσικοί, αλλά και πολλοί είναι αρκετά πειραγμένοι. Ψάξαμε να βρούμε μια αισθητική που να είναι λίγο διαφορετική για Αθήνα, να θυμίζει μια πιο κεντροευρωπαϊκή πόλη, και ταυτόχρονα να είναι άχρονη.

Νομίζω ότι η αίσθηση του ανοίκειου μέσα σε ένα γνώριμο περιβάλλον λειτούργησε πολύ καλά στην ταινία. Κι ένα σημείο κλειδί πάνω σε αυτό για μένα ήταν κι η ερμηνεία του Αργύρη Μπακιρτζή. Ήταν παράξενο να ακούς αυτήν την φωνή και να βλέπεις αυτήν την παρουσία σε ένα τέτοιο περιβάλλον.

Ναι, τον ρόλο τον γράψαμε κατευθείαν για τον Αργύρη. Ο Άρης κι ο Αργύρης ήταν οι δύο άνθρωποι που είχαμε εξαρχής στο μυαλό μας. Και θέλαμε να παίξουμε με την αντίθεση και την ομοιότητα που έχουν αυτοί οι άνθρωποι. Ο Αργύρης όντως φέρνει αυτό το ανοίκειο. Μας ταίριαξε απόλυτα σε αυτό που θέλαμε να δημιουργήσουμε. Μας λειτούργησε ως φωνή του θεού που δίνει εντολές στους ανθρώπους. Κι είναι ταυτόχρονα σοβαρός και κωμικός. Απλά ταίριαξε τέλεια σε αυτό που θέλαμε να κάνουμε. 

Πώς βιώνεις αυτή τη στιγμή την υπόθεση με τα Όσκαρ; Προσπαθείς να το σκέφτεσαι; Προσπαθείς να μην το σκέφτεσαι;

Δεν γίνεται να μην το σκέφτομαι με την έννοια ότι δουλεύουμε σε αυτήν την κατεύθυνση. Δεν είναι κάτι εύκολο. Πολλά προγνωστικά μέχρι στιγμής μας δίνουν ότι θα είμαστε μέσα στην 9άδα των υποψηφιοτήτων. Αλλά δε μπορώ να ξέρω τι θα γίνει. Αυτή τη στιγμή την ταινία την προωθούν κάποιοι άνθρωποι στην Αμερική. Ο μάνατζερ μου είναι ο Jerome Duboz, μάνατζερ του Bong Joon-Ho, του Ruben Ostlund και άλλων σκηνοθετών. Το πρακτορείο που έχω υπογράψει, το CAA, επίσης το τρέχει, όπως και η εταιρία που έχει αγοράσει την ταινία για διανομή στην Αμερική. Ο publicist μας επίσης είχε πέρσι το Parasite και το Marriage Story. Κι υπάρχει φυσικά κι η παρουσία της Cate Blanchett. Όλα αυτά φυσικά μας κάνουν αισιόδοξους, αλλά ποτέ δε μπορείς να ξέρεις. Είναι εξάλλου μια πολύ περίεργη χρονιά.

Υπάρχει πάντως μια ενδιαφέρουσα συμμετρία στο ότι είχες συνεργαστεί με τον Γιώργο Λάνθιμο στον Κυνόδοντα, την τελευταία ελληνική ταινία που έφτασε στα Όσκαρ, και τώρα 10 χρόνια μετά υπάρχει αυτή η αισιοδοξία για την δική σας ταινία.

Ναι, βέβαια. Κι οι δύο ταινίες παρεμπιπτόντως έχουν τον ίδιο παραγωγό. Τον Ηρακλή Μαυροειδή της Boo Productions. Όπως επίσης και στο Attenberg της Αθηνάς Τσαγκάρη. Τι να πω, δεν ξέρω, ωραίο είναι όλο αυτό. Μακάρι. Αλλά πράγματι είναι όμορφη αυτή η συμμετρία. Τότε ξεκίνησα κι εγώ την όποια πορεία μου μέσα στον κινηματογραφικό χώρο, όντας βοηθός στον Κυνόδοντα. Το καλό με τον Κυνόδοντα είναι ότι είχε καταφέρει να δώσει ένα συνολικό boost στο ελληνικό σινεμά. Τα φεστιβάλ βλέπανε ελληνική ταινία κι απλά την παίρνανε. Ήταν σημαντικό για όλους τους Έλληνες δημιουργούς ώστε να κάνουν πιο ελεύθερα σινεμά. Αυτό τα τελευταία 3-4 χρόνια είχε χαθεί λίγο. Τα φεστιβάλ δεν έπαιρναν πια τόσο εύκολα ελληνικές ταινίες και δεν πουλούσε πια τόσο αυτό το ρεύμα. Είχαν προσανατολιστεί σε κάτι άλλο ίσως. Ελπίζω η όποια πορεία των Μήλων να καταφέρει να δώσει ένα boost στον ελληνικό κινηματογράφο. Το θέμα είναι να μπορέσουμε να κάνουμε ταινίες που έχουν ιστορία. Εγώ πάντα εκεί προβληματίζομαι λίγο. Κι ελπίζω να γίνει. Νιώθω ότι αυτό μας λείπει. Κι όχι μόνο στο ελληνικό σινεμά, παγκόσμια. Να μην κάνουμε απλά ταινίες οι οποίες είναι συνταγές για να πηγαίνουμε στα φεστιβάλ. Να κάνουμε κάτι που έχει ουσία κι ιστορία. Και μετά όλα τα άλλα θα γίνουν.

Το ζήτημα της ιστορίας ήταν πάντα βασικό κι ήταν από τα πράγματα που εκτίμησα πολύ στα Μήλα. Η ιστορία ήταν συνεκτική και η γραφή συγκεντρωμένη. Και με μια προσπάθεια περισσότερο να δείξει πράγματα παρά να μιλήσει γι’ αυτά.

Για μένα είναι το Α και το Ω η ιστορία σε μια ταινία. Προσπαθήσαμε με τον Σταύρο να φτιάξουμε μια ιστορία ολοκληρωμένη, με αρχή, μέση και τέλος. Και αυτήν την ιστορία να την επικοινωνήσουμε, να μείνει μαζί με τους θεατές μετά το τέλος της ταινίας.

Έχετε εικόνα για πώς μπορεί να μοιάζει η διανομή της ταινίας στο άμεσο μέλλον;

Ελπίζουμε στο εμβόλιο. Δεν γίνεται αλλιώς. Και με όλους τους διανομείς που μιλάμε στο εξωτερικό, αυτό λένε. Σκεφτόμαστε τον Φλεβάρη, το Μάρτη, αλλά δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει. Αν τυχόν δεν καταφέρουμε να βρούμε τον τρόπο να βγούμε στις αίθουσες, θα κοιτάξουμε κάποια πλατφόρμα, αλλά αυτό έρχεται σε επόμενο στάδιο, όπως για παράδειγμα με το Hulu που ενδιαφέρεται για τα Μήλα στην Αμερική. Θέλουμε όμως πάσει θυσία να δείξουμε την ταινία στην αίθουσα.

Best of internet