Digger: Η πρώτη μεγάλη ελληνική ταινία της δεκαετίας είναι εδώ, με τα λόγια του δημιουργού της

Λίγο μετά την sold out πρεμιέρα στο online Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, συζητάμε με τον Τζώρτζη Γρηγοράκη για πατεράδες και γιους, για ανθρώπους και δάση, για ινδιάνους και καουμπόηδες

Πίσω στον φετινό Φεβρουάριο, ήμουν στο Βερολίνο για το φεστιβάλ κινηματογράφου. Η αλήθεια είναι πως πλέον μοιάζει κάτι τραγικά μακρινό, ακριβώς επειδή ήταν πάνω στο μεταίχμιο. Ο κορονοϊός έμοιαζε ακόμα κάτι μακρινό, κάτι που συμβαίνει σε άλλους. Θυμάμαι κατά τις πρώτες μέρες του φεστιβάλ ανθρώπους από διάφορες χώρες να έχουν έρθει φορώντας μάσκα και μου έμοιαζε εξωτικό ή υπερβολικό. Μέχρι να τελειώσει και να γυρίσω πίσω, τα σκατά είχαν προλάβει ήδη να γίνουν αληθινά – δηλαδή κοντινά και χειροπιαστά. Επιστρέφοντας, λοιπόν, ένιωθα μια ανησυχία. Ταυτόχρονα, όμως, έφερνα μαζί μου και μια εξαιρετική κινηματογραφική ανάμνηση: την προβολή της ταινίας Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη στο τμήμα Panorama της 70ής Berlinale, η οποία είχε αποσπάσει επίσης το ανεξάρτητο βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κινηματογράφων Τέχνης. Δεν ήταν απλά μια καλή ταινία. Ούτε ήταν απλά μια από τις καλύτερες ταινίες που είδα στο φεστιβάλ. Ήταν η καλύτερη ελληνική ταινία που είχα δει εδώ και αρκετά χρόνια. Για να είμαι ειλικρινής, μετά το μαγικό 2009 του Κυνόδοντα και της Στρέλλας δεν θυμάμαι να έχω βγει έτσι από προβολή άλλης καινούριας ελληνικής ταινίας. Από τότε, πρήζω ανθρώπους για το Digger. Κι η στιγμή για την εγχώρια πρεμιέρα του έφτασε χτες, στο online Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όντας ένα από τα πρώτα sold out της διοργάνωσης.

Σε δύο γραμμές, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γρηγοράκη (υπεύθυνου επίσης για κάμποσες πολύ όμορφες μικρού) βρίσκει έναν πατέρα κι έναν γιο, τον Βαγγέλη Μουρίκη και τον Αργύρη Πανταζάρα, να συγκρούονται μεταξύ τους στην άγρια βουνίσια φύση (φωτογραφημένη πραγματικά πανέμορφα), την ώρα που εκείνη κινδυνεύει από ένα κτηνώδες έργο εξόρυξης και διχασμού της τοπικής κοινωνίας. Αντι-ηρωικό neo-western, λεπτογραμμένο πολιτικό σχόλιο, σφιχτό και συναισθηματικό οικογενειακό δράμα. Πράγματα όλα τους υπέροχα, αναζωογονητικά, απαραίτητα για το ελληνικό σινεμά. Χτες μόλις, αναφερόμενοι στο Πρόστιμο του Φωκίωνα Μπόγρη, μιλούσαμε για την σημασία της αυθεντικότητας, όχι ως καλλιτεχνική ψευδο-αργκό αλλά ως ζωντανή γλώσσα επικοινωνίας βιώματος και συναισθήματος. Όπως έγραφα κι εκεί, θεωρώ αυτήν την κινηματογραφική αυθεντικότητα εξαιρετικά σημαντική για να δημιουργήσεις και να μοιραστείς τέχνη σήμερα – πόσο μάλλον τέχνη που να καταφέρνει να είναι ουσιαστικά κοινωνική, λαϊκή, προσβάσιμη, δηλαδή τέχνη που να έχει επικοινωνιακή και μετασχηματιστική δύναμη, αγγίζοντας τις καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων, πείθοντάς τους ότι μιλάει πραγματικά για την αληθινή ζωή. Το σύγχρονο ελληνικό σινεμά, λοιπόν, πάσχει σοβαρά σε αυτό το επίπεδο. To Digger, από την άλλη, είναι ευτυχώς μια από εκείνες της ταινίες που επιχειρούν ένα γενναίο ποιοτικό άλμα προς τα εμπρός.

Η αυθεντικότητα του Digger δεν είναι ένας μητροπολιτικός κοινωνικός ρεαλισμός, ο οποίος έχει φυσικά την δική του ιδιαίτερη παράδοση στο ελληνικό σινεμά. Είναι μια αυθεντικότητα ρομαντική, του δάσους και του βουνού, της έκφρασης μιας φυσικής δύναμης μέσα από το έργο σχεδόν χωρίς agency, της συναισθηματικής και διανοητικής εγγύτητας που αποκαλύπτεται όταν μεταφέρεσαι μέσα στον ρυθμό της ίδιας της εμπειρίας της ύπαρξης. Και, προφανώς, κάθε τέτοια ρομαντική φαντασίωση έχει ένα τέρας-μηχανή που εισβάλλει και διαταράσσει, βίαια, για χάρη της οικονομικής ανάπτυξης και της τεχνολογικής επέκτασης. Το περιβάλλον που διαλέγει ο Γρηγοράκης για να τοποθετήσει την ταινία του είναι κάτι που φέρνει μοιραία στο μυαλό τις Σκουριές στην Χαλκιδική, την εξόρυξη χρυσού μέσα στο αρχαίο δάσος, την μεγάλη επένδυση που θα έσωζε τον τόπο καταστρέφοντας την ζωή, το διαρκές έγκλημα της εξάντλησης των φυσικών και ανθρώπινων πόρων, τον χαμηλής έντασης εμφύλιο πόλεμο που αποκαλύπτει όλες τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της κοινότητας. Έχοντας ζήσει και μεγαλώσει στην βορειοανατολική Χαλκιδική, ξέρω τι σημαίνουν όλα αυτά. Ξέρω το μεταλλείο, τις στοές, τις υπόγειες εκρήξεις, τα ατυχήματα και τους θανάτους, τις κομμένες καλημέρες και τα καχύποπτα βλέμματα. Βλέποντας το Digger, χάρηκα και συγκινήθηκα, νιώθοντας ότι οι άνθρωποι που το έφτιαξαν κατανόησαν αληθινά αυτήν την πραγματικότητα. Όχι της Χαλκιδικής, αλλά κάθε τόπου που έχει υποφέρει με τέτοιο τρόπο σε κάθε σημείο της γης για χάρη του κεφαλαίου.

Μέσα σε αυτό το πυκνό κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, επεξεργασμένο με λεπτότητα κι όχι με διδακτισμό και ηθικισμό, ο Γρηγοράκης ανοίγει ένα ξέφωτο μέσα στο δάσος για να σκάψει σαν γεωτρύπανο μέσα στην σχέση πατέρα και γιου την ώρα που τριγύρω “ξεσπάει ο καιρός κι αρχίζει εμφύλιος”. Υπάρχουν τόσοι πολλοί τρόποι να μεταχειριστείς με αφόρητη κοινοτοπία την σχέση πατέρα-γιου στο σινεμά. Η κινηματογραφική επεξεργασία των daddy issues έχει μια τρομερή δυνατότητα να παίρνει το πιο πολύπλοκο ψυχικό υλικό και να το να κάνει δακρύβρεχτη προχειρότητα και αυτάρεσκη βαρεμάρα. Υπάρχει, όμως, κι ένας άλλος δρόμος. Αυτός της ειλικρίνειας, της δέσμευσης και της εμπλοκής. Ο Γρηγοράκης αρχίζει την ταινία του με έναν πατέρα κι έναν γιο σε πλήρη απόσταση, πληγωμένους από το παρελθόν και σε άρνηση των ρόλων τους. Αναπτύσσοντας την σχέση τους, δείχνει ότι αυτή η άρνηση πήγαζε από την καθήλωση και την απώθηση, κι άρα ποτέ δε μπορεί να γίνει απελευθερωτική. Πρέπει να μάθουν να σχετίζονται αλλιώς, μέσα από τις λεπτές αποχρώσεις, αγκαλιάζοντας την ευθραυστότητα και μετατρέποντάς την σε στοιχείο επαφής. Κι εδώ, σε μια ταινία γεμάτη με αναζωογονητικά καλές ερμηνείες, ο Μουρικής δείχνει τον δρόμο με μια υποκριτική πειθώ που όμοιά της έχω δει ελάχιστες φορές τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό σινεμά – κι ίσως όχι μόνο. Πρόκειται για έναν σπουδαίο ηθοποιό, όλοι το ξέρουν αυτό. Εδώ, σχεδόν 25 χρόνια μετά από την πρώτη φορά που συστήθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον Κήπο του Θεού του Τάκη Σπυριδάκη και τους Απόντες του Νίκου Γραμματικού, ο Βαγγέλης Μουρίκης δίνει κατ’ εμέ την καλύτερη ερμηνεία της υπέροχης πορείας του στον ελληνικό κινηματογράφο.

Δυστυχώς, η online φεστιβαλική προβολή του Digger, περιορισμένων “θέσεων” καθώς ήταν, δεν έδωσε την δυνατότητα στην ταινία να συναντήσει όλο το κοινό που της αξίζει. Και θα έπρεπε να είναι μεγάλο, γιατί πράγματι μιλάμε για την πρώτη μεγάλη ελληνική ταινία της νέας δεκαετίας. Περιμένοντας με αβεβαιότητα, λοιπόν, το πότε θα μπορέσουμε ξανά να δούμε ταινίες σε σκοτεινή αίθουσα, προς το παρόν σας παρουσιάζουμε μια εκτενή συζήτηση που κάναμε με τον Τζώρτζη Γρηγοράκη στο Βερολίνο μετά την πρεμιέρα του Digger. Ελπίζω να σας αρέσει.

Πώς προέκυψαν οι δύο πλευρές της ταινίας; Δηλαδή η προσωπική που αφορά την σχέση πατέρα-γιου και η συλλογική που αφορά την σχέση ανθρώπου-φύσης;

Η προσωπική ιστορία ξεκινάει βασικά από έναν πατέρα. Από έναν άνθρωπο που έχει εγκλωβιστεί παρατημένος και μόνος στη μέση του πουθενά, που έχει κάνει κάποιες επιλογές οι οποίες τον έχουν οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο. Δε μπορείς να πας πουθενά, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αν φύγεις, χάνεις αυτό που είσαι, την ταυτότητά σου. Έχεις γίνει ένα δέντρο σε ένα δάσος. Αν κοπείς, πονάει. Αν μείνεις, κινδυνεύεις. Με ενδιέφερε πάρα πολύ το διπλό point of view. Μπορείς να δεις τον πατέρα σαν πεισματάρη αλλά μπορείς να τον δεις και σαν ειλικρινή, συνεπή στις επιλογές του. Εκεί μπαίνει κι η οπτική γωνία του γιου, που είναι ένας καθρέφτης.

Γιατί σε τράβηξε αυτή η συγκεκριμένη φιγούρα του πατέρα;

Ήθελα να καταλάβω αυτό το αρχέτυπο κι αυτόν τον χαρακτήρα. Τι είναι αυτό που κάνει τελικά; Είναι ξεροκεφαλιά ή είναι συνέπεια; Κάποια στιγμή όλοι αντιμετωπίζουμε ένα αδιέξοδο. Δεν θέλω να το πάω υπαρξιακά, αλλά αν στο τέλος καταλήξεις να είσαι μόνος σου υπάρχει ένα περίεργο αδιέξοδο εκεί πέρα. Αυτό νομίζω με τράβηξε. Και το τι μπορεί να συνειδητοποιήσει κάποιος μέσα από μια τέτοια πορεία ζωής. Μέσα σε αυτό εμείς βάζουμε τον γιο. Ουσιαστικά είναι μια αναζήτηση του γιου, η οποία περνάει μέσα από το point of view του πατέρα. Ήθελα να δείξουμε και τις δύο πλευρές. Μέχρι τα δύο να γίνουν έναν. Μέχρι να δημιουργηθεί μια ουσιαστική σχέση. Υπάρχει μια αμφιθυμία και στους δύο. Υπάρχει συναίσθημα και σύνδεση λόγω της σχέσης, αλλά υπάρχει κι η τραγωδία της απουσίας. Με ενδιέφερε αν μπορούν να συμφιλιωθούν αυτά τα πράγματα. Είναι μια αρχετυπική σύγκρουση πατέρα-γιου. 

Μ’ άρεσε ότι στην αρχή της ταινίας ξεκινάνε κι οι δύο αρνούμενοι τους ρόλους πατέρα και γιου, αλλά και τα συναισθήματα που έχει ο ένας για τον άλλο. Καλούνται λοιπόν να ανακαλύψουν μαζί και τον ρόλο και το συναίσθημα.

Ούτως ή άλλως για να αποδεχτείς τον ρόλο πρέπει να αποδεχτείς και το συναίσθημα. Είναι to the point αυτό που είπες. Αυτή η διαίρεση λοιπόν παίζει πάρα πολύ έντονα στην ταινία. Σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχει η αντίθεση της φύσης με τη βιομηχανία, ο κοινωνικός εμφύλιος, και τελικά όλο αυτό εξειδικεύεται στην σχέση πατέρα-γιου. 

Και πώς κατέληξες ότι η τοποθέτηση της ιστορίας θέλεις να είναι σε ένα τέτοιο κοινωνικό περιβάλλον με μια τέτοια αντιπαράθεση; 

Με ενδιαφέρει εν γένει πάρα πολύ το πώς το περιβάλλον επηρεάζει τον άνθρωπο. Δε νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω μια ταινία δωματίου απομονώνοντας δύο ανθρώπους ώστε να εξετάσω μια σχέση. Γιατί δεν είναι έτσι. Όσο επηρεαζόμαστε από τους άλλους, άλλο τόσο επηρεαζόμαστε κι από το περιβάλλον μας. Και το background μου εξάλλου αυτό είναι, κοινωνική ψυχολογία έχω σπουδάσει. Με ενδιέφερε λοιπόν αυτό το περιβάλλον από την σκοπιά της διαίρεσης και του διαχωρισμού. Η αντίθεση της φύσης με τη βιομηχανία, ο κοινωνικός εμφύλιος κι η ίδια αυτή η σχέση πατέρα και γιου που ανέφερα ήδη. Αλλά με ενδιέφερε πώς επηρεάζει το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον αυτήν την σχέση. Ήθελα λοιπόν να βάλω την ιστορία σε ένα φόντο. Το συγκεκριμένο φόντο υπάρχει και σε πολλές ακόμα χώρες του κόσμου που έχουν πολύ έντονη εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης, αλλά και μεγάλη πόλωση. Δεν ήθελα να το πιάσω ιδεολογικά, γιατί μετά πάμε σε πολύ υποκειμενικά ζητήματα και χάνεται η μπάλα. Η φύση όμως έχει κάτι αντικειμενικό. Το δάσος είναι δάσος. Είναι οι ρίζες μας, είναι αυτό που πρέπει να σεβαστούμε. Για μένα, δεν υπάρχει κάτι άλλο αντικειμενικό. Όλα τα άλλα είναι απόψεις. Και κάθε χώρα έχει τέτοια προβλήματα, είτε είναι μια εξόρυξη, είτε η κατασκευή ενός δρόμου, είτε μια βλαπτική βιομηχανία, οτιδήποτε. Παίζει παντού αυτό το πράγμα. 

Μ’ άρεσε ο χειρισμός του πολιτικού background της ταινίας γιατί απέφυγες να το κάνεις μασημένη τροφή. Και νομίζω ζωντάνεψε με πολύ αυθεντικό τρόπο το περιεχόμενο που έχει ο κοινωνικός διχασμός κι οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της κοινότητας.

Προσπάθησα να φωτίσω τις πλευρές του ζητήματος με πολιτική ματιά, αλλά χωρίς να κρίνω ηθικά. Υπάρχει κόσμος που θα πάει να δουλέψει σε μια τέτοια εταιρεία όπως της ταινίας. Δεν συμφωνώ, δεν δικαιολογώ, αλλά δεν θέλω να κρίνω κιόλας. Ή τέλος πάντων δεν είναι δική μου δουλειά να κρίνω προσωπικά κάποιον χαρακτήρα με τον οποίο διαφωνώ όσον αφορά τις επιλογές του. Σε τελική ανάλυση, ποιος είσαι εσύ που κρίνεις; Κι όταν μιλάω για μαλάκες, θέλω να ξεκινάω πρώτα από τη δική μου μαλακία. Από το πόσο μαλάκας είμαι εγώ. Έτσι μόνο μπορώ να γίνω καλύτερος. Κατά τ’ άλλα, όλοι μαλάκες είμαστε. Αλλά πώς προχωράμε παρακάτω; 

Η τοποθεσία είναι πολύ σημαντική για την ταινία, δουλεύει τέλεια και έχει ένα έντονο μυθολογικό βάρος. Πώς την επιλέξατε;

Ναι, το θέλαμε το μυθολογικό στοιχείο. Οι τοποθεσίες γενικά επιλέχθηκαν τόσο με αισθητικά όσο και με δραματουργικά κριτήρια. Καταρχάς, θέλαμε ένα φυλλοβόλο δάσος γιατί θέλαμε την αλλαγή των εποχών. Ούτως ή άλλως, μια σχέση 20 χρόνων δεν λύνεται μέσα σε 2 βδομάδες. Θέλαμε την αίσθηση του περάσματος του χρόνου. Φυλλοβόλα δάση υπάρχουν από την κεντρική Ελλάδα και πάνω. Για να το βρούμε αυτό, έπρεπε να πάμε βόρεια. Δεν συνέφερε καθόλου την παραγωγή αυτό. Θα μπορούσαμε να το έχουμε κάνει στην Πάρνηθα για παράδειγμα και να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Είχαμε ψάξει πολλά δάση στη Βόρεια Ελλάδα. Κυρίως όμως ψάχναμε ένα κατάλληλο σπίτι μέσα στο δάσος για να στεγάσει την ιστορία. Το ψάχναμε κάνα χρόνο. Τελικά το βρήκαμε στη Χαλκιδική, στον Χολομώντα. Και τα ορυχεία είναι στην Πτολεμαΐδα και στην Κοζάνη, τα μεγαλύτερα των Βαλκανίων, τα οποία είναι έτσι όπως είναι, βλέπουμε πόσο ωραία είναι…

Εσύ είχες επαφή και βιώματα με τη φύση μεγαλώνοντας; Είχες έντονες παραστάσεις ενός ατίθασου φυσικού περιβάλλοντος;

Η αλήθεια είναι πως είμαι παιδί της πόλης. Στην Αθήνα μεγάλωσα, σε μεγαλουπόλεις έχω σπουδάσει. Σαν παιδί της πόλης την βλέπεις και λίγο πιο ρομαντικά την φύση. Αλλά έχω περάσει κάποιες από τις πιο ωραίες μου στιγμές σε φυσικό περιβάλλον. Νιώθεις μια πληρότητα, νιώθεις σπίτι σου. Είναι και θέμα ρυθμού, όπως λέει ο πατέρας στην ταινία. Η φύση σου μαθαίνει κι έναν ρυθμό αβίαστο, τα πράγματα εκεί είναι όπως πρέπει να είναι. Αυτόν τον ρυθμό δεν τον έχεις στην πόλη.

Βέβαια αυτός ο ρυθμός της φύσης είναι κάπως κυκλικός κι επαναληπτικός. Ο τρόπος που εισβάλλει όμως ο γιος στη ζωή του πατέρα είναι ρυθμός πόλης, προκαλεί ρήξη και τελικά απελευθερώνει κιόλας.

Εντελώς, ο γιος φέρνει την πόλη μαζί του, την κουβαλάει. Και φέρνει και την μαγκιά της πόλης μαζί του. Νομίζει ότι κάνει κάτι.

Πάντα όταν η μαγκιά της πόλης πηγαίνει σε χωριό αρχίζει να χάνεται αυτή μαγκιά.

Ακριβώς. Κάτσε εδώ λίγο, πάρε μια μυρωδιά, σκέψου λιγάκι κι έλα να τα πούμε μετά. Κι έτσι τον αντιμετωπίζει κι ο πατέρας του. Του λέει εδώ γίνεται πόλεμος, μύρισε λίγο πού είσαι. Και μετά αρχίζει να του δείχνει τι ήθελε για εκείνον. Αλλά μπορεί να καταλάβει και τα λάθη του. Όλοι ψάχνονται. Όλοι σκάβουν. Είναι μια κοινωνία σε σκάψιμο και δυο τύποι σε σκάψιμο. Κάπου συνειδητά και κάπου ασυνείδητα. Για μένα, αν σκάψεις τότε κάτι θα βρεις. Το θέμα είναι τι θα το κάνεις μετά αυτό που βρήκες στο σκάψιμο. Το έκανες κάτι καλό;

Ας πούμε λίγο για το σενάριο. Το βρήκα πολύ λιτό και αποτελεσματικό. Με εντυπωσίασε το ότι οι τρόποι επικοινωνίας μεταξύ των χαρακτήρων έβγαζαν τόση αυθεντικότητα.

Το δουλεύαμε 4-5 χρόνια το σενάριο συνολικά. Δεν το έκανα μόνος μου. Είχα δύο συνεργάτες. Τη Μαρία Βώττη στην αρχή και τον Βαγγέλη Μουρίκη στη συνέχεια. Γενικά, όλοι συνεισφέρανε στο σενάριο. Βοηθήσανε πάρα πολλοί. Και η παραγωγός μου, η Αθηνά Τσαγκάρη. Έφερε μεγάλη εμπειρία και έμπνευση. Κι οι ηθοποιοί έχουν φέρει πράγματα στους διαλόγους που βγήκαν στις πρόβες. Το σημαντικό είναι να έχεις μια ισορροπία ανάμεσα στο τι έχεις στο μυαλό σου και τι λειτουργεί. Να μη σκαλώνεις σε αυτό που έχεις στο μυαλό σου. Και να μην αγαπάς και πάρα πολύ αυτό που γράφεις, ώστε να μπορείς και να δεις κατάματα το ότι δεν λειτουργεί μερικές φορές. Είναι περίεργο. Πρέπει να είσαι συνέχεια σε μια εγρήγορση. Και στο γύρισμα έχω κόψει ατάκες. Άμα δεν λειτουργεί, άστο. Πρέπει αυτό που δείχνεις στην ταινία να ισχύει. Στους χαρακτήρες, στον χώρο, στις σχέσεις. 

Ωραίο είναι αυτό, δείχνει μια αυτο-αμφισβήτηση. Θέλει ένα θάρρος για να μπορείς να πεις “αυτό που έγραψα δεν δουλεύει”. 

Πολλές φορές έχω παρατηρήσει στις πρόβες ότι αν κάτι δεν λειτουργεί σε μια σκηνή είναι επειδή έχεις γράψει μαλακίες.

Και πολύ συχνά οι σκηνοθέτες είναι εμμονικά δεμένοι με το κείμενό τους.

Με όλα, όχι μόνο με το κείμενο. Με τα πλάνα τους, με τους χαρακτήρες τους. Δε μπορεί να είναι αυνανιστικό όλο αυτό. Για κάποιον άλλον το κάνεις. Για να επικοινωνήσεις κάτι. Αν δεν επικοινωνηθεί το πράγμα, τι νόημα έχει; Να πεις την εξυπνάδα σου μόνο; Εγώ τουλάχιστον αυτό προσπαθώ να κάνω, να επικοινωνήσω πράγματα.  

Θέλω να μιλήσουμε λίγο για το είδος και το ύφος της ταινίας. Το Digger έχει μια έντονη υφή neo-western. Ήταν από την αρχή μια συνειδητή επιλογή;

Ναι, έγινε, από ένα σημείο και μετά. Δηλαδή δεν είπα από την αρχή “α, ας κάνω ένα western με τον Βαγγέλη Μουρίκη σε ένα άλογο με μια καραμπίνα, θα είναι γαμάτο”. Αν και πάντα είχα την εικόνα του Βαγγέλη με ένα άλογο, από την πρώτη μου μικρού μήκους που συνεργάστηκα μαζί του. Αλλά δεν είπα “θέλω να κάνω ένα western”. Η ελληνική επαρχία έχει κάτι το western έτσι κι αλλιώς. Κάτι το στοιχείο του παρατημένου, κάτι τα αφιλόξενα βλέμματα. Όλα αυτά τα χρησιμοποιήσαμε καθώς φτιάχναμε την ταινία. Κι υπήρχε και το στοιχείο του καβαλάρη με τη μηχανή. Αλλά δεν είναι ότι καθόμασταν με τον φωτογράφο μου και βλέπαμε western για έμπνευση. Ήταν κάτι που το έφερνε ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Κούμπωνε σε αυτό που είχαμε μέσα στο μυαλό μας. Θεματικά, θέλω να πιστεύω ότι ανατρέπουμε το κλασικό western ύφος μέσα από την διαπραγμάτευση της αρρενωπότητας. Ότι το θέμα δεν είναι να είσαι σκληρός και άγριος αλλά το να κάνεις και λίγο πίσω, να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, να σπας και λίγο, να υποχωρείς, να είσαι ανθρώπινος, να συνδέεσαι, όχι να είσαι ο ήρωας. Και πάντα φυσικά στα western είμαστε με τους ιθαγενείς, όχι με τους καουμπόηδες. Είμαστε με αυτούς που αγαπούν και υπερασπίζονται τον τόπο τους.

Μ’ αρέσει αυτό που λες γιατί βρήκα κι εγώ ότι είχε μπόλικη ενδοσκοπική μελέτη της αρρενωπότητας η ταινία. Και από τη μεριά των εργατών που ήταν στην πλευρά του τέρατος, και από τη μεριά των αντιστεκόμενων που είχαν έναν πιο τρυφερό ανδρισμό.

Όταν εξετάζεις μια σχέση πατέρα-γιου, κάπως αναπόφευκτα εξετάζεις και το ζήτημα της αρρενωπότητας. Δεν ήταν τόσο συνειδητό από την αρχή. Γι’ αυτό και σε έναν βαθμό απουσιάζει το γυναικείο στοιχείο. Θέλαμε να απομονώσουμε την αρρενωπότητα και να εξετάσουμε τις σχέσεις των ανδρών. Όταν υπάρχει γυναικεία παρουσία, αλλάζουν οι ισορροπίες. Κι ευτυχώς δηλαδή, πάλι καλά. Ο κοινός παρονομαστής πάντως πατέρα-γιου είναι η απουσία της γυναίκας, ως μητέρας και ως συντρόφου. Κι οι δυο τους παίζουν ένα παιχνίδι εγωισμού για το ποιος πόνεσε πιο πολύ που την έχασε.

Γενικά νομίζω ότι, παρόλο που οι γυναικείοι ρόλοι ήταν μικροί, λειτουργούσαν ως ενέσεις reality check για τους ανδρικούς χαρακτήρες. Ως προς το πόσο μεγαλοποιούν το δράμα τους και αυτο-μυθοποιούν τους εαυτούς τους.  

Δεν το είχα σκεφτεί έτσι, αλλά το είπες καλά. Το θέμα της αρρενωπότητας πάντως αναπόφευκτα περνάει μέσα από τον πατέρα ως σύμβολο. Πάντα λέγανε ότι ένας άνδρας πρέπει να πατάει καλά στα πόδια του. Είναι όμως ερώτημα το τι σημαίνει πατάω καλά στα πόδια μου. Κάποιοι βαρύνανε πολύ, γίνανε βαρύμαγκες. Αν βαρύνεις πολύ μπορεί να βαλτώσεις. Με ενδιαφέρει το να πατάς γερά αλλά να είσαι ελαφρύς. 

Οι μηχανές και η πίστα πώς προκύψανε;

Από την αρχή το ήθελα. Εγώ γενικά είμαι μέσα σε αυτό, έχω φίλους που τρέχουν σε αγώνες κλπ. Γούσταρα πάντα τα μηχανάκια. Και νιώθω ότι ταίριαζε και στον χαρακτήρα. Επίσης πάντα οι μεγαλύτερες πίστες στην Ελλάδα είναι δίπλα σε ορυχεία επειδή υπάρχουν τα χωματουργικά, τα μηχανήματα κλπ. Οπότε κάπως έδενε όλο το γλυκό, και για τον χαρακτήρα και στην τοποθεσία. 

Μ’ άρεσε επίσης γιατί, έχοντας ζήσει σε χωριό, ξέρω ότι ο νεαρός κόσμος στην επαρχία έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τις μηχανές, και συχνά ξοδεύεται μέσα στην αδρεναλίνη της μηχανής.

Ισχύει, κάπου έχεις ανάγκη να εκτονώσεις την έντασή σου. Κι επίσης το μοτοκρός είναι ένα από τα πιο επικίνδυνα αθλήματα. Είναι για χαρακτήρες που τους αρέσει να ακροβατούνε. Αλλά σίγουρα έχει να κάνει και με την ελληνική επαρχία. 

Θα ήθελα να μου πεις λίγο για τον Μουρίκη. Είναι σίγουρα ο κατεξοχήν αντι-ήρωας του ελληνικού σινεμά αλλά εδώ είναι πολύ γειωμένος, ανθρώπινος και ευαίσθητος. Έχει κάποια αντι-ηρωικά στοιχεία, αλλά είναι ελάχιστα αισθητικοποιημένος. 

Ήμουν σίγουρος ότι θα καταφέρει να το βγάλει αυτό το πράγμα προς τα έξω ο Βαγγέλης. Μπορεί να παίξει φοβερά έναν συγκινητικό ρόλο και μια βαθιά σχέση. Πρώτα απ’ όλα, γράφτηκε για εκείνον η ταινία. Αν μου είχε πει ξέρω ‘γω “φίλε δεν μπορώ να την κάνω”, τότε μάλλον δεν θα την είχα φτιάξει καν. Πολύ απλά. Δε νομίζω ότι θα μπορούσε να το κάνει άλλος πέρα από αυτόν. Επίσης ο Βαγγέλης είναι κινηματογραφιστής. Είναι τόσο καλός ηθοποιός ακριβώς επειδή ξέρει τόσο καλά σινεμά. Επειδή ξέρει ότι δε μπορεί να μην είσαι ειλικρινής μπροστά στην κάμερα, γιατί η κάμερα τα γράφει όλα. Επειδή ξέρει τι σημαίνει μοντάζ και τι σημαίνει χώρος. Παίζει σύμφωνα με τα πάντα γύρω του, όχι μόνο σύμφωνα με τον διάλογο. Έχει τρομερή κινηματογραφική αντίληψη. Ο Βαγγέλης σπούδασε και σινεμά, όχι μόνο υποκριτική. Παίζει και βοηθάει ταυτόχρονα όλους όσους συμμετέχουν στην ταινία. Είναι εντυπωσιακό. Είναι η τέταρτη φορά που δουλεύουμε μαζί κι ακόμα βλέπω τι κάνει και τον θαυμάζω. 

Best of internet