Unhinged: Ρε κάνε άκρη ρε Russell Crowe

Η κόλαση είναι οι άλλοι οδηγοί

Αν θυμάστε, εκεί γύρω στα τέλη του καλοκαιριού που μας πέρασε, αυτό το σωτήριο έτος 2020, ο κόσμος του κινηματογράφου περίμενε από τον Christopher Nolan να σώσει την παρτίδα με το Tenet και να δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα για την επιστροφή στις αίθουσες. Ως γνωστόν, αυτό δεν πήγε και τόσο καλά. Η ταινία δεν έκανε τα αναμενόμενα εισιτήρια, τα υγειονομικά μέτρα για τα σινεμά δεν χαλάρωσαν, τα στούντιο χέστηκαν πάνω τους και κρατάνε τις μεγάλες πρεμιέρες για το 2021, ενώ οι streaming πλατφόρμες περιμένουν σαν όρνεα στη γωνία. Όλα πήγαν στραβά, με λίγα λόγια. Στα τέλη του Αυγούστου όμως, λίγο πριν την κυκλοφορία του Tenet, η πρώτη ταινία που πήγε καλά στα εισιτήρια κι έδωσα για πρώτη φορά από τον Μάρτιο κι έπειτα μια αίσθηση επιστροφής στην κινηματογραφική ομαλότητα ήταν το Unhinged, αυτοκινητιστικό b-movie thriller με τον Russell Crowe σε road rage εναντίον μιας ανυποψίαστης γυναίκας οδηγού. Έτσι, με μπάτζετ 30 εκ. δολάρια, η ταινία κατάφερε να βγάλει 40 στο box office, πράγμα που δεδομένων των συνθηκών αποτελεί blockbuster (παρόλο που στην ελληνική αγορά όπου κυκλοφόρησε την περασμένη βδομάδα έκοψε μόνο 3000 εισιτήρια στο πρώτο σαββατοκύριακό της). Ταιριαστό, κατά μία έννοια, να είναι αυτή μία από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες του 2020.

Ας είμαστε ξεκάθαροι από την αρχή. Το Unhinged δεν είναι μια καλή ταινία. Ίσως είναι μια καλή κακή ταινία. Ανάλογα πώς θα το δει κανείς. Εγώ πέρασα καλά, δεν έχω παράπονο. Όπως έχω ξαναπεί πολλές φορές, πάντα προτιμώ μια ενδιαφέρουσα κακή ταινία από μια μετρίως ικανοποιητική. Όπως στην ζωή έτσι και στην τέχνη, υπάρχει πολύ περισσότερο ζουμί σε μια τρανταχτή αποτυχία απ’ ό,τι σε μια χλιαρή επιτυχία. Εδώ, αν μη τι άλλο, έχουμε μια ενδιαφέρουσα ταινία – κι ο βασικός λόγος που είναι ενδιαφέρουσα είναι η σχέση της με τον δρόμο και το όχημα, πράγματα που ήταν πάντοτε πολύ σημαντικά για το σινεμά. Η οδήγηση, το αυτοκίνητο, ο ανοιχτός δρόμος, το υπαρξιακό βάρος του ταξιδιού, ο έρωτας με τη μηχανή: αυτά ήταν πάντα βαθιά μέσα στην ψυχή της κινηματογραφικής μυθολογίας. Εξάλλου, μην ξεχνάμε πως το σινεμά είναι η τέχνη που γεννήθηκε και γιγαντώθηκε μαζί με τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό και τη μαζική κουλτούρα, ενώ η μεγάλη του βιομηχανική άνθιση στη Δύση είναι αξεχώριστη από τη μεγάλη ανοικοδόμηση και το οικονομικό boom μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η κατασκευή των μεγάλων οδικών δικτύων, η γέννηση του αυτοκινητόδρομου, η ανάπτυξη της αυτοκινητοβιομηχανίας, η επέκταση της κατοχής ιδιωτικού οχήματος από τις λαϊκές μάζες – όλα αυτά ήταν κοσμοϊστορικές αλλαγές και το σινεμά τις έκανε κομμάτι του από πολύ νωρίς.

Στη δεκαετία του ’70, αυτή η αγάπη μεταξύ κινηματογράφου και αυτοκινήτου πήρε την πιο πληθωρική, παράξενη και ζουμερή μορφή της. Τα road movies ήταν ήδη στα ντουζένια τους από τα 50s και τα 60s ως ένδειξη της νέας νεανικής κουλτούρας της Αμερικής, γεννημένη μέσα από τις σελίδες του On the Road του Kerouack και τις σκηνές του The Wild One ή του Rebel Without A Cause. Κι ενώ το New Hollywood συνέχιζε αυτήν την παράδοση με ταινίες σαν το Easy Rider, το Bonnie & Clyde και το Badlands, σιγά σιγά αναδυόταν κι ένα ρεύμα carsploitation που έψαχνε κάτι βαθύτερο, πιο αλλόκοτο, πιο ελεύθερο, πιο ασυνάρτητο και πιο χαοτικό στην σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το αυτοκίνητο. Έτσι, προκύψανε ταινιάρες αποθέωσης/αποδόμησης αυτής της σχέσης, όπως το Vanishing Point, το Two-Lane Blacktop, το Death Race 2000 και το The Cars That Ate Paris, μεταξύ πολλών άλλων (πράγμα στα οποία απέτισαν φόρο τιμής σύγχρονες ταινίες σαν το Baby Driver και το Death Proof). Την ίδια περίοδο, ο J.G. Ballard έγραφε το Crash κι έδινε πιο επεξεργασμένη μορφή στο πνεύμα που έβλεπε την σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το αυτοκίνητο να έχει να κάνει με την λίμπιντο, την επιθυμία, το εξιτάρισμα, την έκσταση, την επιβολή, τον κίνδυνο, το ατύχημα, τον οργασμό. Πλέον είναι κοινός τόπος ότι η ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής είναι στενά δεμένη με το αυτοκίνητο και την μετακίνηση, αυτό το κωμικοτραγικό συνεχές φλερτ με τον θάνατο και την αύξηση της εντροπίας, σε βαθμό που το χάος του δρόμου γίνεται meme με τη μορφή του ΡΕ ΚΑΝΕ ΑΚΡΗ ΡΕ, του ΠΩΠΩ ΜΙΑ ΣΤΡΟΦΑΡΑ και του ΑΛΛΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΠΡΟΣΦΥΣΗΣ.

Βασικότερη κινηματογραφική αναφορά του Unhinged, πάντως, είναι φυσικά το Duel, το ντεμπούτο του Steven Spielberg. Αυτή η η εξαιρετική τηλεταινία του 1971 κατάφερε να αποτυπώσει με πολύ απλά και λιτά μέσα την αίσθηση άγνωστης απειλής που μπορεί να υπάρχει στον δρόμο, μέσα από τη μυθική σύγκρουση ενός συμβατικού μεσοαστικού οχήματος που ανήκει σε έναν εξημερωμένο οικογενειάρχη με την απρόσωπη δύναμη της φύσης που παίρνει τη μορφή ενός κτηνώδους αρρενωπού φορτηγού που τον καταδιώκει. Η μεγαλύτερη δύναμη του Unhinged προκύπτει όταν θυμίζει το Duel. Αυτές είναι οι καλύτερες στιγμές του. Όταν είναι απογυμνωμένο μέχρι να φτάσει στο αρχετυπικό επίπεδο του άντρα με road rage που εκρήγνυται στο δρόμο και καταδιώκει αθώους (και το σινεμά του ’70 μας έχει διδάξει πολύ καλά πόσο όμορφο και δύσκολο πράγμα είναι μια καλή χειροποίητη κινηματογραφική καταδίωξη, από το Bullitt και το The French Connection μέχρι το Smokey and the Bandit και το The Driver).

Η έκρηξη στο δρόμο, λοιπόν, είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο της ταινίας. Πώς παράγει την έκρηξη όμως ο δρόμος, αυτή η πολύπλοκη υποδομή; Φαινομενικά, μοιάζει εντελώς μηχανοποιημένη και απόλυτα λειτουργική διαδικασία. Άνθρωποι, μηχανές, δίκτυα, φανάρια, όλα τα στοιχεία λειτουργούν στην εντέλεια για να εξυπηρετήσουν τις μετακινήσεις ανάμεσα σε εργασία, κατοικία, εκπαίδευση, κατανάλωση, ψυχαγωγία – και βέβαια όλες τις μεταφορές των εμπορευμάτων. Παρότι μοιάζει πρωτόγονος τεχνολογικά σε σχέση με τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα, ο δρόμος είναι η κατεξοχήν έξυπνη υποδομή της υπερ-συνδεσιμότητας και της υπερ-ταχύτητας. Είναι από τα βασικότερα σύμβολα της Ανθρωπόκαινου, της γεωλογικής εποχής που χαρακτηρίζεται από την επιβολή του ανθρώπου στο περιβάλλον. Κι ο δρόμος είναι ένα σημαντικό γεωλογικό και γεωμορφικό αποτύπωμα. Δεν υπάρχουν κενές εκτάσεις. Υπάρχουν δίκτυα που έχουν δημιουρηθεί και άλλα που περιμένουν να δημιουργηθούν. Πίσω από την ομαλότητα και προβλεψιμότητα του δρόμου ως τεχνική υποδομή, όμως, η ανθρωπότητα βράζει. Μέσα στα οχήματα, κοχλάζει η μοναξιά, η αλλοτρίωση, η ματαίωση, η οργή, το πάθος, η χαρά, η ζήλεια, ο έρωτας, το άγχος, η ένταση. Υπάρχουν χαοτικές ροές επιθυμιών και συναισθημάτων που δε μπορούν να ακολουθήσουν τις ευθείες γραμμές και χαράξεις του οδικού δικτύου και της σειράς των οχημάτων. Για να λειτουργήσει τέλεια, ο δρόμος χρειάζεται μια ανθρωπότητα μαθηματικοποιημένη και ποσοτικοποιημένη. Αυτό δε γίνεται όμως. Ή, μάλλον, δε μπορεί ποτέ να γίνει σε απόλυτο βαθμό. Κι όταν αγανακτείς μέσα στο αυτοκίνητο, αυτήν την ατομική φυλακή μέγιστης εξυπηρέτησης, έρχονται στην επιφάνεια όλα τα υπόλοιπα. Κατά μία έννοια, το road rage είναι το σημείο έκρηξης της ανθρωπινότητας στο δρόμο.

Ενδιαφέρεται για όλα αυτά η ταινία; Και ναι και όχι. Όταν βρίσκεται μέσα στην ένταση του δρόμου, βλέπεις την ανθρωπότητα να βράζει πράγματι. Χωρίς πολλά λόγια, μόνο με την κατάσταση πίεσης και βιασύνης, την οποία ακολουθεί η καταδίωξη κι ο κίνδυνος που έρχεται μετά το trigger της κόρνας ως εναρκτήριο λάκτισμα του χαμού. Το Unhinged πέφτει μέσα σε όλα αυτά κυρίως τις στιγμές που δε μιλάνε οι χαρακτήρες αλλά οι χειρονομίες τους. Αυτό αρκεί. Όταν όμως έρχεται στην επιφάνεια ο διάλογος και το δράμα, τότε το πράγμα καταρρέει. Γίνεται ένας στεγνός κατάλογος των δεινών της κοινωνίας. Ένας διδακτισμός κι ένας ηθικισμός που κριντζάρουν ακόμα και τος ανθεκτικότερους. Μια κοινωνιολογία Δ’ Εθνικής και μια ψυχολογικοποίηση από το Lidl. Μας λέει ότι υπάρχει ανισότητα και αδικία, η οποία παράγει ένταση και πόλωση, κι έτσι ξεσπάει η βία. Καμία λεπτότητα και καμία προσπάθεια να μετουσιωθεί σε ανθρώπινο δράμα. Σε αυτό το επίπεδο, ό,τι έχει να πει το Unhinged είναι τόσο σχηματικό και αφελές που δεν έχει καμία σημασία. Γίνεται απλά λευκός θόρυβος. Μακάρι να αφηνόταν εντελώς στο pulp στοιχείο, ώστε να γίνει ένα απενοχοποιημένο b-movie με τα όλα του. Αν δεν ένιωθε την ανάγκη να φωνάξει συνέχεια κάποιο μ ή ν υ μ α, τότε το πραγματικό του μήνυμα θα γινόταν ισχυρότερο.

Παρ’ όλα αυτά, η επιφανειακότητα της μεταχείρισης της ίδιας της ταινίας δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει ανάλυση. Και το Unhinged αξίζει όντως ανάλυση, ειδικότερα ως σχόλιο πάνω στον αρρενωπότητα, τοποθετώντας σωστά τον δρόμο ως κατεξοχήν χώρο της αρρενωπής επιβολής και της έκρηξης. Αυτό είναι κάτι που δεν χρειάζεται και πολλή σκέψη ώστε να το βρούμε. Και μόνο να κοιτάξουμε τα οχήματα και το φύλο των πρωταγωνιστών ο συμβολισμός είναι εκκωφαντικός (είπαμε, η διακριτικότητα δεν είναι ίδιον της ταινίας). Από τη μία, ο επιβλητικός άντρας με το κτηνώδες αγροτικό, λιγομίλητος, εργατικής καταγωγής, ακατέργαστο υλικό και ωμή δύναμη. Από την άλλη, η νεαρή μητέρα με πολυμορφικό σαν κλασική soccer mom, ένα πολυεργαλείο αόρατης εργασίας φροντίδας και αναπαραγωγής. Εξαρχής αυτή η δυναμική επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής είναι ένας άνδρας σε κατάρρευση, καθιστώντας το Unhinged άλλη μια ταινία στην μεγάλη παράδοση των φιλμ για αρρενωπότητες σε κρίση και ανδρισμούς στα όρια. Κι ο Crowe είναι ιδανικός γι’ αυτήν την τρομακτική κι απειλητική κατάρρευση. Ως γνωστόν, ήδη από τα 90s του Falling Down και του Fight Club έχουμε δει αρκετές ταινίες πάνω στην έκρηξη του εξημερωμένου άνδρα ως επιστροφή σε μια προ-πολιτισμική, βάρβαρη κατάσταση, δείχνοντας μια συντηρητική αντίληψη για την ανθρώπινη φύση ως μόνιμο κτηνώδες υπόστρωμα κάτω από το εύθραυστο κέλυφος του καθωσπρεπισμού.

Οι αναπαραστάσεις αυτής της κατάρρευσης πάντως γίνονται όλο και πιο ενδιαφέρουσες όσο περνάνε τα χρόνια, από το prestigious επίπεδο ενός Joker μέχρι το cult επίπεδο ενός Capone. Και το Unhinged έχει σίγουρα μεγάλο ενδιαφέρον ως προς αυτό, αν και ξανά το εκφράζει καλύτερα όταν δεν μιλάνε καν οι χαρακτήρες. Μέσα από την κατάρρευση του Crowe βλέπουμε την παραδοσιακή αρρενωπότητα να είναι εύθραυστη, αυτοκαταστροφική, μανιοκαταθλιπτική, τοξική, εμμονική, γκροτέσκα, κωμικοτραγική, θεατρική μέσα στην απειλητικότητά της, όπως περίπου και στις ταινίες του Οικονομίδη. Και το road rage, φυσικά, έχει ισχυρό έμφυλο πρόσημο. Η τάση του δρόμου για ταχύτητα και επιβολή διαμορφώνεται μέσα από τα στοιχεία αυτής της αρρενωπότητας, και βέβαια δεν είναι τυχαίο που τα περισσότερα τροχαία προκαλούνται από άνδρες οδηγούς. Σε αυτό το επίπεδο, η ταινία γίνεται ξαφνικά κάπως πιο αμφίσημη, σε βαθμό που ο θεατής να σαγηνεύεται από την πιθανότητα ταύτισης με τον πρωταγωνιστή. Είναι μια pulp ταύτιση βέβαια, που βρίσκει χαβαλέ μέσα στο μακελειό, αλλά αποκαλύπτει το περιεχόμενο της αποπροσανατολισμένης οργής (συχνότατα ταξικής), της δήθεν δικαιολογημένης έκρηξης, των στερεότυπων ότι χάθηκαν οι τρόποι, ότι οι γυναίκες είναι καριόλες και τα σχετικά που μπορεί να πει ή να κάνει κάποιος άνδρας “πάνω στα νεύρα του”, ξεσκεπάζοντας πολλά από τα πραγματικά του συναισθήματα. Και ναι, έχει πλάκα να βλέπεις το μακελειό, αλλά αξίζει να σταματήσεις για λίγο και να διερωτηθείς.

Όπως είπαμε, μακάρι η ταινία να αφηνόταν στο να γίνει εντελώς b-movie με διακριτική άποψη αντί να προσπαθεί να φέρει το “κοινωνικό δράμα” στο προσκήνιο με τόσο άγαρμπους τρόπους. Θα θέλαμε ιδανικά ένα Mandy για road rage, εντελώς pulp, χωρίς διδακτισμό και σοβαροφάνεια. Να μη μας φωνάζει με μεγάφωνο για τα κοινωνικά προβλήματα δίχως να προτείνει καμία αξιόλογη καλλιτεχνική επεξεργασία τους.  Κάτι που να μας κάνει να απολαύσουμε σε πρώτο χρόνο την καλτίλα και σε δεύτερο να προβληματιστούμε για το περιεχόμενό του. Με έναν τρόπο, αυτό είναι μια από τις μεγαλύτερες αρετές που είχε πάντα η “χαμηλή” κινηματογραφική κουλτούρα, το cult σινεμά, ο θεωρούμενος παρα-κινηματογράφος των υποτιμημένων genres και του μεσονυχτίου. Έκρυβε μεγάλο κοινωνικό πλούτο, αλλά τον εξέφραζε μέσα από φτηνά υλικά. Κι αυτό του έδινε με έναν αντιφατικό τρόπο πολύ μεγαλύτερη ένταση. Πολλές φορές σε άγγιζε περισσότερο, εν τέλει. Στο τέλος της ταινίας πάντως, όταν άρχιζε να παίζει η διασκευή του Don’t Fear the Reaper από τους Αθηναίους Keep Shelly in Athens (ξεκάθαρο tribute στο Halloween και την σκηνή στο αμάξι με το ίδιο τραγούδι), σκεφτόμουν ένα πράγμα. To Unhinged, ως αυτοκινητιστικό θρίλερ, δεν είναι τίποτα μπροστά σε ένα πρωινό στους δρόμους της Αθήνας.

Best of internet