I’m Thinking of Ending Things: Σκέψου πρώτα, κατάλαβε και μετά πες δεν καταλαβαίνω

Γι’ άλλη μια φορά, ο Charlie Kaufman έχει πιάσει κάτι που μας διαφεύγει και θέλει να το μοιραστεί μαζί μας

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

12 Σεπτεμβρίου 2020

Επιθυμώ, απ’ αυτό το δημόσιο βήμα που μου δίνεται εδώ, να ευχαριστήσω τον Charlie Kaufman. Όχι επειδή η νέα ταινία του με τίτλο I’m Thinking of Ending Things, η οποία κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες στο Netflix, είναι καλή (που είναι φοβερή δηλαδή, αλλά θα τα πούμε μετά αυτά). Θέλω να τον ευχαριστήσω γιατί πριν ακόμα αρχίσει η ταινία με έβαλε σε μια θέση που μου είχε λείψει. Ως γνωστόν, από το Μάρτιο και μετά δεν βγήκαν πολλές νέες ταινίες. Ακριβέστερα, απ’ όσες νέες ταινίες βγήκαν (ψηφιακά ή στις αίθουσες) ελάχιστες είχαν αυθεντικό ενδιαφέρον ή ποιότητα, παρόλο που κάμποσες ήταν από καλούτσικες και πάνω. Μετά από μήνες κλειστών σινεμά και παγώματος της κινηματογραφικής διανομής, το I’m Thinking of Ending Things είναι η πρώτη ταινία που ένιωσα ότι έχει ειδικό βάρος. Ανυπομονούσα να τη δω, αλλά όχι με το κλασικό nerdy χτίσιμο hype για το ότι “ωωω μαλάκα έρχεται”. Ωραίο κι αυτό, αλλά διαφορετική περίπτωση. Εδώ, εμφανίστηκε ξανά μετά από καιρό το μοναδικό αίσθημα ευφορικού άγχους και ανυπομονησίας γι’ αυτό που έχει να σου δείξει ο δημιουργός. Εκεί, τη στιγμή που ανοίγει το πρώτο πλάνο, σκέφτεσαι: επιτέλους, μια προκαταβολική συγκίνηση, συναντιέμαι με ένα έργο που δεν βλέπω την ώρα να με αγγίξει. Όταν τόσο μεγάλο μέρος του σύγχρονου σινεμά είναι απλά οκ, ανίκανο καταστατικά να προκαλέσει μια συγκίνηση που να ξεφεύγει από τον απλό εκβιασμό του συναισθήματος, αυτό είναι κατ’ εμέ μεγάλη αρετή για μια ταινία.

Ο Kaufman και η εποχή του

Φυσικά, αυτό είναι ένα προνόμιο που το έχει κερδίσει με το σπαθί του ο Kaufman. Όποτε βλέπεις μια νέα ταινία του, η διερώτηση κι ο προβληματισμός σε ακολουθεί μέρες πριν την αρχή της και ίσως μήνες ή χρόνια μετά το τέλος της. Αναρωτιέσαι για την σχέση του έργου με την εποχή του και το πνεύμα της, για την συνομιλία του με την ιστορία του σινεμά και των άλλων τεχνών, για το συναισθηματικό αποτύπωμα που αφήνει μέσα σου ώστε να καταφέρεις να το μοιραστείς με άλλους. Για μένα, αυτά τα τρία στοιχεία είναι που αποτελούν τον πυρήνα του αινίγματος της κινηματογραφικής ερμηνείας. Αυτά με ενδιαφέρει να ψάχνω σε μια καλή ταινία – κι ο Kaufman τα προσφέρει αφειδώς (μερικές φορές μάλιστα σε ποσότητες που μεταβολίζονται και χωνεύονται δύσκολα). Μεγάλη τιμή, λοιπόν, να έχεις πιάσει το πνεύμα της εποχής σου. Αυτό που είναι χαοτικό και διάχυτο, εσύ να το έχεις πιάσει ώστε να το συμπυκνώσεις και να το αποστάξεις. Όχι απλά θεωρητικά, ως αναλυτικό σχήμα, αλλά να βγάλεις μέσα από τις πολύπλοκες ιδέες ανθρώπινο δράμα. Δε ζητάμε πολλά: αναλυτική πολυπλοκότητα και αφηγηματική ψυχούλα, αυτό είναι. Από το 1999 που εμφανίζεται στον χώρο του σινεμά ως σεναριογράφος, ο Kaufman κατ’ ουσίαν προσπαθεί να φέρει κοντά αυτά τα δύο πράγματα με δαιδαλώδεις τρόπους που πάντα θέλουν να είναι προσβάσιμοι. Πάνω απ’ όλα, θέλει να τον ακολουθήσουμε. Θα τον ακολουθήσουμε, λοιπόν, οπότε αυτό το κείμενο θα είναι αρκετά μεγάλο και αρκετά προσωπικό, δηλαδή θα αφορά κυρίως τις σκέψεις που μου δημιούργησε η ταινία και λιγότερο μια κριτική για το αν είναι “καλή” ή “κακή”. Αν δεν έχετε όρεξη για κάτι τέτοιο, μπορείτε να σταματήσετε κάπου εδώ (αλλά δείτε την ταινία, μου φαίνεται δύσκολο να μην βρείτε τίποτα δικό σας μέσα της). Α, επίσης, θα έχει spoilers (σχετική έννοια εδώ βέβαια).

Κατά μία έννοια, πρόκειται για έναν από τους κατεξοχήν καλλιτέχνες που συνέλεβαν το πνεύμα του τέλους του αιώνα μέσα από την αποσταθεροποίηση των μεγάλων βεβαιοτήτων του. Οι δύο ταινίες που έκανε με τον Spike Jonze (το Being John Malkovich και το Adaptation) και τον Michel Gondry (το Human Nature και το Eternal Sunshine of the Spotless Mind) αποτέλεσαν ορόσημα του μεταμοντέρνου Gen-X σινεμά της στροφής της χιλιετίας. Σ’ αυτά τα έργα, ο Kaufman αφιερώθηκε στο να αναπαραστήσει την αποσύνθεση της εποχής του με έναν τρόπο που να της αρμόζει καλλιτεχνικά, να βρει δηλαδή μια αποδομημένη μορφή που θα ταιριάζει στο θρυμματισμένο περιεχόμενο. Ακόμα κι αν κάποιες πλευρές αυτών των ταινιών μοιάζουν εντελώς ό,τι να ‘ναι, εκφράζουν ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό ό,τι να ‘ναι, μια ιδιαίτερη ιστορική και πολιτισμική αύρα – κι αυτό είναι φοβερό προτέρημα. Διερευνούν την κρίση της ανδρικής ταυτότητας, την κατάρρευση των μεγάλων συνεκτικών αφηγήσεων, την αδυνατότητα της αυθεντικής επικοινωνίας και την κυριαρχία του ειρωνικού κυνισμού. Προχωρώντας έπειτα στην σκοτεινή ενδοσκόπηση του καταρρέοντος ανδρικού ψυχισμού με τα Synecdoche, New York και Anomalisa που σκηνοθετεί ο ίδιος, ο Kaufman αναδεικνύεται στον κατεξοχήν μελετητή και μύστη της ανθρώπινης ευθραυστότητας, συντηρητή και σαμποτέρ της meta ψυχής, αρχιτέκτονα της σκόρπιας ζωής και της γκρίζας ύπαρξης. Κινούμενος ανάμεσα στις πιο βασανιστικές αντιθέσεις σα να είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, ο Kaufman καταφέρνει να παραμένει εκείνος που γράφει παραμύθια για καταθλιπτικούς, κομεντί για κατατονικούς, happy ends για απαισιόδοξους.

Το ύφος και η δομή

Στο I’m Thinking of Ending Things, γι’ άλλη μια φορά, ο Kaufman μιλάει για την εποχή του και την ψυχή της ως πολλαπλή κρίση νοήματος. Πριν προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τι λέει, ας επιχειρήσουμε να δούμε το πώς το λέει – πρώτα σε επίπεδο ύφους και μετά σε επίπεδο δομής. Όσοι κι όσες γνωρίζουν το έργο του, ξέρουν πάνω κάτω τι να περιμένουν από πλευράς ύφους. Ακόμα και στις πιο σκοτεινές πλευρές του, ο Kaufman δεν παραλείπει ποτέ να υπογραμμίσει τον κωμικό πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο τρόπος που το κάνει, όμως, δεν έχει τίποτα από την ανακουφιστική επέμβαση ενός χιουμοριστικού διαλείμματος. Αντιθέτως, η κωμωδία του Kaufman, εμφανιζόμενη πάντα με τη μορφή της ειρωνείας και της σάτιρας, είναι στενά δεμένη με την ίδια την αλλόκοτα σκοτεινή ματιά του για την ανθρώπινη ταυτότητα και τις ανθρώπινες σχέσεις. Το χιούμορ του Kaufman έρχεται από το σκοτάδι, αλλά δεν είναι απλώς black humor. Δεν έρχεται για να διαλύσει ή να διασκεδάσει το σκοτάδι, αλλά για να το υπογραμμίσει περισσότερο, να το εντείνει, να το τραβήξει στα άκρα μέχρι να το μετατρέψει στην άρνησή του. Η κωμωδία του Kaufman είναι αυτοϋπονομευτική, αποσταθεροποιεί το έδαφος που πατάνε οι χαρακτήρες του και οι θεατές του, ελπίζοντας πως μέσα από το κενό και την αμηχανία, την στιγμιαία εγκατάλειψη της βεβαιότητας, θα ξημερώσει μια βαθύτερη κατανόηση. Ξεκινώντας να βλέπεις το I’m Thinking of Ending Things, μπορεί να νομίσεις ότι το χιούμορ λείπει παντελώς. Η ίδια η ταινία όμως έχει αρχίσει ήδη να τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια σου και τα πόδια της: συνεχίζει ακάθεκτα τόσο σοβαρή και βλοσυρή μέχρι να γίνει κωμικά γκροτέσκα, τόσο που το να γελάσεις έτσι λίγο αμήχανα γίνεται ο μόνος τρόπος να μην καταρρεύσεις.

Προτίμησα να ξεκινήσω με το ύφος του Kaufman, γιατί νομίζω ότι αυτό είναι που φωτίζει την σχέση ανάμεσα στη δομή και το περιεχόμενο της ταινίας. Είναι δύσκολο να δώσεις μια σύντομη περιγραφή της ιστορίας του I’m Thinking of Ending Things χωρίς να αρχίσεις να αμφιβάλλεις για κάθε μία από τις λέξεις που διάλεξες για να το κάνεις. Ας δοκιμάσουμε. Μια νεαρή γυναίκα και το αγόρι είναι μαζί εδώ και λίγο καιρό. Μετά από δική του πρόταση, ταξιδεύουν μέχρι την απομονωμένη φάρμα των γονιών του ώστε να την γνωρίσουν. Στη διαδρομή, η νεαρή γυναίκα είναι προβληματισμένη σχετικά με τις επιθυμίες της και την σχέση της με τον άνδρα. Από την άφιξή τους κι έπειτα, το μπαλάκι περνάει σε μας: αρχίζουμε να προβληματιζόμαστε σχετικά με το τι ξέρουμε για τους χαρακτήρας και τι ξέρουν αυτοί για τους εαυτούς τους. Μέχρι το τέλος, έχουμε καταλήξει να αμφισβητούμε τα πάντα. Μήπως πρέπει να την ξαναδούμε από την αρχή; Η απάντηση δεν θα έρθει από τον Kaufman. Σύμφωνα με τον ίδιο, απλά θέλει να μας επιτρέψει να βιώσουμε μια εμπειρία. Γι’ αυτόν, κάθε ερμηνεία μας είναι έγκυρη. Ούτε όμως ο συγγραφέας του ομώνυμου βιβλίου, Iain Reid, μπορεί να μας βοηθήσει ιδιαίτερα. Παραδέχεται πως το κεντρικό θέμα των δύο έργων είναι κοινό, δηλαδή το φανταστικό σύμπαν μέσα στο οποίο ζει ο κεντρικός χαρακτήρας που ετοιμάζεται να δώσει ένα τέλος, αλλά από εκεί και πέρα η διαπραγμάτευση αυτό του θέματος διαφέρει πάρα πολύ στο χαρτί και την οθόνη.

Κι ευτυχώς που διαφέρει, να προσθέσουμε. Θα ήταν πολύ κρίμα αν η ταινία του Kaufman “ξεκλειδωνόταν” απλώς μέσα από το να διαβάσεις τη σύνοψη του μυθιστορήματος του Reid. Εξάλλου, υπάρχουν ήδη πολλά άρθρα που εξηγούν βήμα-βήμα τι “συνέβη” στην ταινία, αν θέλετε σώνει και ντε να μείνετε χωρίς κανένα ερώτημα, επιχειρώντας να δώσετε με το ζόρι σχήμα σε αυτό που ο δημιουργός σκόπιμα άφησε ανοιχτό. Ακόμα περισσότερο, το να στρέφεσαι στον ίδιο τον Kaufman για να σου εξηγήσει τι είδες είναι ανούσιο. Όπως είχε πει ο David Lynch όταν του ζήτησαν για εκατομμυριοστή φορά να μιλήσει για κάποια ταινία, “the film is the talking”. Είναι, όμως, μαγευτικός ο τρόπος που ο Kaufman προσεγγίζει το θέμα του adaptation από το χαρτί στην οθόνη – κι είναι μεγάλη πηγή δύναμης της ταινίας ακόμα κι αν δεν έχεις διαβάσει το βιβλίο. Ο ίδιος βέβαια είχε καταπιαστεί αφηγηματικά με αυτό το πρόβλημα στο Adaptation, ενώ μέσα στο 2020 έκανε και το λογοτεχνικό του ντεμπούτο με το Antkind. Το πολύπλευρο παιχνίδι του με την σχέση ανάμεσα στην κινηματογραφική και τη λογοτεχνική γραφή δίνει στο I’m Thinking of Ending Things μια σιγουριά αξιοθαύμαστη που αναπληρώνει εύκολα την αρχική εντύπωση απουσίας κατεύθυνσης της ταινίας. Εξερευνώντας διαρκώς την διαλεκτική ανάμεσα στο κείμενο και την εικόνα στα 134 λεπτά συνολικής διάρκειας, ο Kaufman κάνει πράξη το τι σημαίνει να λες την ίδια ιστορία, όχι απλά με έναν διαφορετικό τρόπο, αλλά με χίλιους αλληλοεμπλεκόμενους τρόπους ταυτόχρονα. Αυτό που για κάποιον άλλο θα ήταν μια φευγαλέα σκέψη, το ότι η μυθοπλασία κι η φαντασίωση είναι σημαντική για τη ζωή μας, ο Kaufman το μετατρέπει σε αφηγηματικό dna της ταινίας του: λέει ιστορίες σε μας για ανθρώπους που λένε ιστορίες στους εαυτούς τους για να την παλέψουν με τον εαυτό τους.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, όλα αυτά συμβαίνουν βασανιστικά αργά, βασανιστικά περίπλοκα, βασανιστικά γενικά. Παρόλα αυτά, για μένα τουλάχιστον, το κλειδί απόλαυσης της ταινίας ήταν η εμπιστοσύνη, η πίστη, το άλμα για να αφεθείς σε αυτήν. Κι αυτήν την εμπιστοσύνη στην επιστρέφει η ταινία. Αντί να σου δώσει απαντήσεις, σου δίνει χώρο και χρόνο. Μέσα στο σύγχρονο κινηματογραφικό τοπίο που φοβάται τα κενά, τις σιωπές και τις παρεξηγήσεις, ο ήρεμος κι υπνωτικός ρυθμός του I’m Thinking of Ending Things αφήνει χώρο στη σκέψη και το συναίσθημα – επειδή τα εμπιστεύεται και τα δύο. Η φωτογραφία του Lukasz Zal, υπεύθυνου για τα μικρά οπτικά θαύματα που λέγονται Loving Vincent και Cold War, διαλέγει τις οπτικές γωνίες που θα φωτίσουν τις σχέσεις των χαρακτήρων με τους άλλους και με τον εαυτό τους. Σχεδόν σε κάθε στιγμή καλείσαι να ρουφήξεις την εικόνα, να την εξερευνήσεις πλήρως, να βυθιστείς μέσα της – πράγμα που τονίζεται ακόμα περισσότερο με το κάδρο 4:3, το οποίο σου εφιστά συνεχώς επιτακτικά την προσοχή σε οτιδήποτε υπάρχει εντός του, μετατρέποντας σχεδόν κάθε πλάνο σε κοντινό ως προς την φιλοσοφία του. Σου λέει: κοίτα. Με την ησυχία σου, αλλά κοίτα. 

Η δυσκολία κατανόησης

Αν τώρα θέλουμε να μιλήσουμε για το τι βρίσκει το βλέμμα μέσα στην εικόνα, το πράγμα μπορεί να γίνει πολύ μπερδεμένο. Αν μη τι άλλο, πρόκειται για μια μπερδευτική ταινία. Τι σημαίνει όμως αυτό το συγκεκριμένο μπέρδεμα που περιέχει και προκαλεί το I’m Thinking of Ending Things; Ας μιλήσουμε λίγο για το μπέρδεμα λοιπόν, Ήδη έχουν υπάρξει αρκετές συζητήσεις (οκ, κυρίως memes) που αντιπαραβάλλουν το Tenet προς το I’m Thinking of Ending Things όσον αφορά την δυσκολία κατανόησης. Φυσικά, όμως ο Kaufman είναι ένας πολύ διαφορετικός δημιουργός από τον Christopher Nolan. Στο κείμενό μας για το Tenet, λέγαμε ότι το mindfuck αποτελεί έννοια-κλειδί για να κατανοήσουμε την ιδιαίτερη πηγή ικανοποίησης για μια σειρά από προϊόντα κουλτούρας που πολύς κόσμος λατρεύει να εξυμνεί την ώρα που ομολογεί πως του προκαλούν μεγάλη δυσκολία κατανόησης – ή μάλλον ακριβώς επειδή του προκαλούν μεγάλη δυσκολία κατανόησης. Μιλάγαμε γι’ αυτήν την ιδιαίτερη απόλαυση του να μην καταλαβαίνεις, να αφήνεσαι να νιώθεις χαζός και μηδενικό απέναντι στο έργο, να σου γαμάνε το μυαλό, να εκμηδενίζεσαι για μια στιγμή έκστασης απέναντι στην προσομοίωση του θείου, αναζητώντας ένα μυστήριο που δοκιμάζει τα όρια των δυνατοτήτων σου, γκλιτσάροντας το μυαλό σου, τραβώντας το χαλί κάτω από τα πόδια σου. Κι εκεί, βέβαια, είχαμε σημειώσει ότι mindfuck από mindfuck μπορεί να απέχει πάρα πολύ.

Για να διερευνήσουμε αυτήν την διαφορά ανάμεσα στις διάφορες μορφές δυσκολίας και απόλαυσής της, είχαμε ανατρέξει στον φιλόσοφο George Steiner. Διαχωρίζοντας διάφορες μορφές δυσκολίας, ο Steiner μιλάει μεταξύ για μια δυσκολία τακτικίστικη και επιφανειακή, βασισμένη στην πρόθεση του δημιουργού να αποκρύψει ή να εξαπατήσει για διάφορους λόγους. Υπάρχει όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, και μια δυσκολία οντολογική, όταν ο δημιουργός αμφισβητεί τους ίδιους τους τρόπους με τους οποίους υπάρχει μέχρι τώρα το έργο τέχνης και προκαλεί το κοινό σε ένα ανώτερο, υπερβατικό αισθητικό παιχνίδι. Χρησιμοποιώντας μια τέτοιου είδους διάκριση, θα λέγαμε ότι η πρώτη δυσκολία δεν μπορεί παρά να προσφέρει μια στιγμιαία και κενή έκσταση μέσα από την πρόσκληση επίλυσης του έργου ως παζλ, ενώ η δεύτερη προσφέρεται για ένα θρησκευτικό συναίσθημα δέους απέναντι στο έργο κι ένα άνοιγμα νέων δρόμων για το συναίσθημα και την σκέψη. Εκεί, είχαμε σημειώσει επίσης πως την δεύτερη δυσκολία την εντοπίζουμε στο έργο του Alejandro Jodorowsky ή του David Lynch, ενώ αν διαλέγαμε πιο νεαρούς δημιουργούς μάλλον θα προσθέταμε τον Shane Carruth, την Josephine Decker και βέβαια τον Charlie Kaufman. Αυτή η δυσκολία, λοιπόν, σημαίνει μια εμμενή ανοιχτότητα της ερμηνείας. Σημαίνει ότι το έργο καλείται να αποκτήσει διακριτό νόημα για κάθε έναν θεατή χωριστά, κι έπειτα αυτοί να συνδεθούν μεταξύ τους μοιραζόμενοι το νόημα που δημιούργησαν μέσα από τη σχέση τους με την ταινία. Είτε ξεκλειδώσεις την πλοκή του I’m Thinking of Ending Things είτε όχι, έχεις να πάρεις πολλά πράγματα. Αυτό σημαίνει να λειτουργεί μια ταινία σε πολλά επίπεδα, όχι το να στοιβάζει γρίφους πάνω σε γρίφους και παζλ πάνω σε παζλ. Μπορεί στο τέλος να μην καταλάβεις, πράγματι, αλλά έχει την σημασία του το να μην καταλαβαίνεις εντελώς μερικές φορές, το να ανοίγεσαι στο ακατανόητο. Με έναν τρόπο, έχεις καταλάβει ήδη. Για να παραθέσω τον ποιητή:

Έτσι, η ταινία του Kaufman μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια φάρσα ταυτοτήτων, ως εσωτερικός μονόλογος, ως υπαρξιακό road trip, ως δράμα χωρισμού, ως cringe-comedy οικογενειακού δείπνου, ως εξιστόρηση του χειρότερου ραντεβού ever. Η τελική (;) διαπίστωση ότι όλα ήταν στο μυαλό του πρωταγωνιστή, ότι αυτός ήταν κι οι δύο χαρακτήρες, δημιουργεί περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντήσεις. Η αποκάλυψή αυτή, χωρίς να έρχεται καν ανοιχτά, δεν λειτουργεί με όρους προβολέα που φωτίζει αναδρομικά ό,τι προηγήθηκε, όπως στο Fight Club ή το Psycho. Εδώ, η αστάθεια της ταυτότητας δεν είναι αφηγηματικό τρικ. Είναι ο ίδιος ο πυρήνας της ταινίας. Η αλήθεια δεν σε λυτρώνει αφηγηματικά. Σε βυθίζει περισσότερο, για να σε λυτρώσει σε ένα δεύτερο, βαθύτερο επίπεδο. Αν όλα αυτά ήταν μέσα στο μυαλό του, αυτό δε μας λέει τίποτα για το τι σημαίνουν. Αν ο Kaufman υιοθετεί μια ονειρική λογική ανάπτυξης της ταινίας του, θα πρέπει να χωθούμε κι εμείς μέσα σ’ αυτήν προκειμένου να βρούμε το νόημα που έχει για μας το έργο. Ακόμα κι αν οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων ήταν υπό την στενή έννοια ψεύτικες, ανύπαρκτες, εμείς θα πρέπει να τους φερθούμε σα να ήταν αληθινές, υπαρκτές, δηλαδή σα να περιείχαν πραγματικές ιδέες και συναισθήματα. Προφανώς, υπάρχουν άπειρα πράγματα απ’ τα οποία μπορεί να πιαστεί κανείς για να ξετυλίξει το I’m Thinking of Ending Things. Σε τελική ανάλυση, έχει να κάνει με το τι ψάχνεις εσύ ως άνθρωπος από μια τέτοια ταινία. Εδώ, θα προσπαθήσουμε όσο πιο συνοπτικά γίνεται να πιάσουμε τρεις θεματικούς άξονες που μας φάνηκαν πιο ζουμεροί: η επικοινωνία, η ταυτότητα και ο χρόνος.

Το βάσανο της επικοινωνίας

Πρώτον, λοιπόν, η επικοινωνία. Όπως το βλέπω εγώ, ο Kaufman αντιμετωπίζει την αμηχανία και την παρεξήγηση σχεδόν ως φυσική κατάσταση της ανθρώπινης επικοινωνίας – και σαν τέτοια μας καλεί να την αγκαλιάσουμε. Το νόημα ξεγλιστράει συνεχώς από την συζήτηση με τον άλλο, επειδή κι οι δύο αδυνατούν να έρθουν σε επαφή με τα συναισθήματα και τις επιθυμίες τους. Έτσι, η απόσταση από τον άλλο είναι απλά ένας διαφορετικός τρόπος που εκδηλώνεται η απόσταση από τον εαυτό. Πώς καλύπτεται αυτή η απόσταση στην πράξη, μιας και στην πράξη δεν σταματάμε να επικοινωνούμε; Μέσα από ένα παιχνίδι ερμηνείας και σαγήνης. Από τη μία, είμαστε διαρκώς εγκλωβισμένοι στο να ερμηνεύουμε τον λόγο του άλλου, την επιθυμία του, αυτό που ζητάει από εμάς. Από την άλλη, είμαστε ταυτόχρονα καταδικασμένοι στο να προσπαθούμε να τον κερδίσουμε, να τον γοητεύσουμε, να τον κάνουμε να παραδοθεί στην δική μας επιθυμία. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το παιχνίδι της επικοινωνίας είναι ένα παιχνίδι στο οποίο εξουσιάζουμε και εξουσιαζόμαστε διαρκώς κι εναλλασσόμενα.

Σαν βαθιά σατιρικός που είναι, ο Kaufman στην ταινία σατιρίζει μονίμως τους σύγχρονους τρόπους επικοινωνίας – και πρωτίστως την επικοινωνία ως ανταλλαγή αναφορών. Όλα παρελαύνουν από την τραυματισμένη φαντασιωτική επικοινωνία μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας: ποιητές, φιλόσοφοι, κριτικοί, συγγραφείς, δικτάτορες, επαναστάτες, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, πίνακες, ταινίες, μουσικές, τα πάντα. Γνωρίζοντας καλά κι από μέσα το meta πνεύμα της pop κουλτούρας, ο Kaufman ξέρει καλά πως η συγκρότηση του εαυτού μέσα από την ανταλλαγή αναφορών είναι η κατεξοχήν ναρκισσιστική αυτοαναφορικότητα. Τελικά, η συζήτηση γίνεται μια ψυχρή λούπα χωρίς συναισθηματική επαφή όπου μοιάζει σαν οι αναφορές οι ίδιες να συζητούν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας τους ανθρώπους ως εργαλεία. Κι υπάρχει επίσης ένας passive aggressive ανταγωνισμός σε όλο αυτό, ειδικά αν στο παιχνίδι μπαίνει και το σύγχρονο cultural πεδίο μάχης γύρω από την ταυτότητα (σεξουαλική, φυλετική και όχι μόνο), όπως συμβαίνει στις στιγμές συζήτησης μεταξύ των δύο χαρακτήρων που η ένταση μεταξύ τους γίνεται πλέον χειροπιαστή στην ατμόσφαιρα.

Παρόλα αυτά, ο Kaufman δεν είναι αφελής. Δεν ζητάει μια ρομαντική επιστροφή σε μια παλιότερη εκδοχή δήθεν αυθεντικής επικοινωνίας και κατανόησης που έχει χαθεί. Εξάλλου, είναι εκείνος που έδωσε την εμβληματική φωνή στο σινεμά του μεταμοντέρνου – δεν θα μπορούσε να απαιτεί μια αφελή επιστροφή σε μια φαντασίωση του μοντέρνου όπου όλα είναι ντεμέκ συνεκτικά και βγάζουν τέλειο νόημα. Ξέρει ότι αυτή η επιστροφή δεν υπάρχει, ακριβώς γιατί βασίζεται σε μια φαντασίωση. Έτσι, αν παλεύει για ειλικρίνεια, παλεύει για μια ειλικρίνεια που ενσωματώνει την ειρωνεία. Μια ειλικρίνεια που γνωρίζει τα όριά της και θέλει να παίξει με αυτά χωρίς να προδίδει τον εαυτό της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Kaufman δυναμιτίζει την δυνατότητα επικοινωνίας για να μας κάνει να την αγκαλιάσουμε μέσα στην ανεπάρκειά της. Σκέφτομαι ότι αυτή η ειλικρινής κι ειρωνική διαπίστωση της ανεπάρκειάς είναι κομβική στον Kaufman γενικότερα και στην ταινία ειδικότερα. Σ’ ένα πρώτο επίπεδο, είναι ένα αναγκαίο εργαλείο επιβίωσης. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, μου φαίνεται ότι είναι ένας μελαγχολικός και γενναίος τρόπος να υπάρχεις μέσα στον κόσμο. Ως τι να υπάρχεις όμως; Βασικά, ποιος είσαι; 

Το βάρος της ταυτότητας

Κι έτσι περνάμε στον δεύτερο άξονα, την ταυτότητα. Από ένα σημείο της ταινίας κι έπειτα, καταλαβαίνουμε ότι κάτι πάει στραβά με την ίδια την έννοια της ταυτότητας. Είναι ασταθής, ολισθηρή, φευγαλέα. Αυτό το ταυτοτικό παιχνίδι δεν αφορά μόνο τον άνδρα και την γυναίκα, αλλά συμπαρασύρει και μια σειρά από άλλα πρόσωπα του I’m Thinking of Ending Things. Δεν έχουμε απλά ένα παιχνίδι ονομάτων μεταξύ εραστών όπως στο Call Me By Your Name όπου εκείνοι αλληλοεμπνέονται και πολλαπλασιάζονται. Εδώ μετά βίας υπάρχει κάποιο σταθερό σημείο εκκίνησης για την ταυτότητα, όλα βρίσκονται μέσα στο παιχνίδι της διαρκούς ανταλλαγής των μορφών. Στο τέλος, η μόνη ταυτότητα που φαίνεται να έχει τη δυνατότητα να υπάρξει πραγματικά είναι αυτή που εμφανίζεται στο τέλος της διαδρομής, σαν το πουλί της σοφίας που πετάει πάντα αφού νυχτώσει, κοιτώντας προς τα πίσω τα ερείπια της σπαταλημένης ζωής. Παρόλα αυτά, αν ο Kaufman διαλύει την ταυτότητα, αυτό δεν το κάνει για να δικαιολογήσει ένα random χάος ανευθυνότητας. Ίσα ίσα, εκεί είναι η πουτανιά του. Ρωτάει: πώς μπορεί να υπάρξει ευθύνη κι επικοινωνία αν δεν υπάρχει καν ταυτότητα κι αν ο εαυτός είναι απλά μια φαντασίωση; Αυτό είναι για μένα το μεγάλο αίνιγμα που μας θέτει ο Kaufman. Η ταυτότητα πάντα διαρρέει, ο εαυτός πάντα χάνει λάδια, κάθε σιγουριά αφήνει από πίσω της ένα καταραμένο απόθεμα αβεβαιότητας. Κι όμως, καλούμαστε να πράξουμε σα να μην είναι έτσι. Σαν η ζωή να βγάζει νόημα. Σαν αυτό που είμαστε να βγάζει νόημα.

Βέβαια, ο Kaufman δε μιλάει για την ταυτότητα γενικά κι αόριστα. Μιλάει συγκεκριμένα για την ανδρική ταυτότητα, κι ειδικότερα για την ανδρική ταυτότητα που βρίσκεται σε κρίση. Το έκανε από την πρώτη ταινία του και το συνεχίζει μέχρι σήμερα με ασταμάτητη ένταση και πάθος. Μιλώντας για έναν ειδικό τύπο ανδρικής αλλοτρίωσης, ο Kaufman επεξεργάζεται μια beta αρρενωπότητα, εγκεφαλική, χαμένη μέσα στις φαντασιώσεις της, ταλαιπωρημένη και ναρκισσιστική, κυνηγημένη από πρότυπα που δε μπορεί ποτέ να φτάσει, καταδικασμένη να αναζητά παθολογικά την αυθεντικότητα, τον αυθορμητισμό, την έμπνευση, την δημιουργία. Αυτός ο άνδρας, για τον οποίο η ευαισθησία κι η καλλιέργεια είναι εφόδιο αλλά κι εμπόδιο, αδυνατεί να βρει την ικανοποίηση. Τσιμπολογάει δεξιά κι αριστερά εμπειρίες, αλλά δε νιώθει ότι ζει πραγματικά. Η επαφή του με την τέχνη τον κάνει να νιώθει ότι είναι ανώτερος, αλλά πολύ σπάνια μπορεί να εκφραστεί ο ίδιος. Συνήθως είναι υπερβολικά self-aware για να αφεθεί στις επιθυμίες του, ενώ ταυτόχρονα πιστεύει λανθασμένα ότι μπορεί να τις κατανοήσει. Αυτό οδηγεί σε έναν ειδικό τύπο ματαίωσης, αυτάρεσκο και βουτηγμένο στην αυτολύπηση.

Πολύ συχνά, αυτός ο άνδρας ποντάρει σε μια γυναίκα. Πώς ποντάρει όμως; Όχι, δεν αναζητά να ανοιχτεί στην ετερότητα. Θέλει να κατασκευάσει την ετερότητα όπως την φαντασιώνεται ο ίδιος. Ελπίζει πως αυτή η γυναίκα θα τον σώσει, μετατρέποντας αυτήν την φανταστική αποστολή σε μόνο στοιχείο της προσωπικότητάς της. Σ’ έναν βαθμό, ο πρωταγωνιστής του I’m Thinking of Ending Things είναι ένας θλιβερός άνδρας ακριβώς λόγω του τρόπου με τον οποίο κατασκευάζει την φαντασίωσή του όσον αφορά την γυναίκα. Ο Kaufman εδώ φτάνει σε μεγαλύτερο βάθος σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του, αφού γίνεται πολύ πιο κοφτερός και σατιρικός, για μένα έως και αυτοκριτικός. Η ταινία ξεκινάει από την οπτική γωνία της γυναίκας, με τρόπο που συχνά διαλέγουν οι “ιδιοφυείς” άνδρες δημιουργοί όταν θέλουν να “ψυχολογήσουν” το αντίθετο φύλο. Δείχνοντας την random και παράλογη κατασκευή αυτού του ιδιότυπου manic pixie dream girl στο μυαλό του πρωταγωνιστή, ο Kaufman αποκαλύπτει περισσότερα για αυτόν τον συγκεκριμένο ανδρικό ψυχισμό απ’ όσα όλο το σινεμά της τελευταίας δεκαετίας μαζί. Το αποτέλεσμα που προκύπτει, η γυναίκα της ταινίας, παιγμένη τόσο φοβερά από την Jessie Buckley, γίνεται σταδιακά τόσο αμήχανα weird και interchangeable που το ερώτημα καταλήγει να είναι ποιος την έφτιαξε έτσι και γιατί. Κι ο Kaufman απαντάει: ο Jake την έφτιαξε έτσι, δηλαδή εγώ την έφτιαξα έτσι, δηλαδή εσύ την έφτιαξες έτσι. Πανεμορφη αλλά προσιτή, πανέξυπνη αλλά και δεκτική, φεμινίστρια αλλά όχι απειλητική. Τα θέλεις όλα δικά σου αγοράκι, έτσι δεν είναι; Κι όταν λέω αγοράκι, εννοώ εμένα – και όλους μας.

Το πέρασμα του χρόνου

Και τέλος φτάνουμε στον τρίτο άξονα, τον χρόνο, εκεί που με έναν τρόπο συγκλίνουν οι δύο προηγούμενοι. Ο Kaufman επεξεργάζεται την επικοινωνία και την ταυτότητα, αλλά δεν το κάνει αφηρημένα και άχρονα. Η επεξεργασία του είναι δεμένη με την πραγματική πορεία της ζωής, το πραγματικό πέρασμα του χρόνου, το γήρας, τη φθορά. Αυτή η φθοροποιός ιδιότητα του χρόνου λειτουργεί βέβαια σε διάφορες κατευθύνσεις: φθείρει την ερωτική σχέση, φθείρει την οικογενειακή σχέση, φθείρει την σχέση με τον εαυτό, φθείρει τελικά την ίδια την επιθυμία. Μ’ αυτήν την έννοια, ο Kaufman μοιάζει να επικοινωνεί με την φοβερή φράση από το Wings of Desire του Wim Wenders όπου ο άγγελος αναρωτιέται μήπως τελικά δεν είναι ο χρόνος που γιατρεύει τα πράγματα αλλά είναι ο ίδιος η ασθένεια. Παρόλα αυτά, κοιτώντας προς τα πίσω την σπαταλημένη ζωή του ήρωά του, ο Kaufman εντοπίζει στον χρόνο και τη δυνατότητα του αναστοχασμού – κι άρα της αλλαγής, της μεταμόρφωσης, της πράξης. Μπορεί για τον Jake του Jesse Plemons να είναι αργά, αλλά το μήνυμα των μελλοθάνατων έρχεται να ταρακουνήσει τους ζωντανούς. Με την σοφία που φέρνει φθορά που έχει συνείδηση του εαυτού της, αυτός που σκέφτεται να δώσει τέλος προειδοποιεί εκείνους που έχουν ακόμα χρόνο. Μ’ αυτήν την έννοια, βρήκα ότι το I’m Thinking of Ending Things είναι μια αισιόδοξη κι ελπιδοφόρα ταινία. Μου φαίνεται ότι καταφάσκει στη ζωή και όχι στον θάνατο. Αυτό δεν προκύπτει τόσο από τα κυριολεκτικά γεγονότα της ταινίας, όσο από την αύρα της και το πώς την ερμηνεύω. Απ’ το ό,τι χρησιμοποιεί την μελαγχολική ενδοσκόπηση του ήρωα όχι για να του χαρίσει μια επιβράβευση της φαντασίωσης, αλλά για να διαλύσει το ίδιο το ψέμα της φαντασίωσης. Να δείξει ότι θα μπορούσε να πάρει τη ζωή του στα χέρια του, να αναλάβει την ευθύνη. Κι αν δεν πρόλαβε αυτός, προλαβαίνουμε εμείς. Στο Tenet λέγαμε ότι η επιστροφή στον χρόνο εξυπηρετεί την απόλυτη, κυριολεκτική συντήρηση. Εδώ, ο χρόνος του αναστοχασμού γίνεται ο χρόνος της σωτηρίας.

Ξανά όμως, όπως και πριν με την ταυτότητα, ας πάμε από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Η σχέση των χαρακτήρων με τον χρόνο περνάει μέσα από τον ίδιο τον προσδιορισμό τους με όρους περάσματος του χρόνου, με όρους γενιάς. Ας το σκεφτούμε. Ο πραγματικός Jake, αυτός που σκέφτεται να δώσει το τέλος, είναι γέρος πια, ένας boomer. Οι φαντασιωτικοί Jake και “Lucy”, αυτοί μέσω των οποίων ξετυλίγεται η ταινία, είναι νεαροί τριαντάρηδες, millennials δηλαδή. Υπάρχει ένα ενδιαφέρον καθρέφτισμα εδώ. Ο πρώτος θρηνεί τον χαμένο χρόνο της νιότης, οι δεύτεροι είναι νέοι αλλά νιώθουν ήδη γερασμένοι. Ο boomer ανησυχεί ότι γέρασε πια και δεν έζησε πραγματικά, ο millennial φοβάται ότι γερνάει ήδη ενώ θα έπρεπε να ζει πραγματικά. Όλως τυχαίως, μιλάμε για τις δύο γενιές, ημών και των γονιών μας, που βρίσκονται σε κοινωνική και πολιτισμική ένταση μεταξύ τους, από τις shitposting σελίδες μέχρι το οικογενειακό τραπέζι. Μιλάμε για μια σύγκρουση γενεών με έντονη αντανάκλαση της μίας στην άλλη, ναρκισσιστικές και οι δύο, εκφράζοντας δύο διαφορετικές όψεις του φόβου της φθαρτότητας. Έτσι, ο Kaufman χτυπάει μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια. Από τη μία αυτο-αναλύεται ως boomer μέσα από την εξερεύνηση της ζωής που δεν έζησε κι από την άλλη αναλύει τους millennials μέσα από την εξερεύνηση της ζωής της πρόωρης εξάντλησης, του burnout χωρίς επικοινωνία και σκοπό. 

Με τον χρόνο να φθείρει την επικοινωνία και την ταυτότητά τους, τα υποκείμενα του Kaufman είναι χαμένα στην θλίψη, βιώνουν το peak sadness της εποχής τους. Παρότι είναι ελκυστικό να αισθητικοποιήσουμε την θλίψη και να την εντάξουμε στα sad aesthetics που είναι έτσι κι αλλιώς στα πάνω τους, ο Kaufman πηγαίνει βαθύτερα από αυτό. Σήμερα, ο στοχαστής Byung-Chul Han λέει ότι η κατάθλιψη είναι η κατεξοχήν ασθένεια της εποχής μας, προσθέτοντας ότι είναι μια ναρκισσιστική ασθένεια που οφείλεται στην υπερβολική και παθολογικά φορτισμένη αυτο-αναφορά. Υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι αυτή είναι η ουσία του καουφμανικού ήρωα; Το καταθλιπτικό-ναρκισσιστικό υποκείμενο του Kaufman έχει εξουθενώσει και φθείρει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από την αποκοπή από την κόσμο, την εγκατάλειψη από τον άλλο και την απουσία του έρωτα. Έτσι, η θλίψη του I’m Thinking of Ending Things δεν είναι κουλ. Αντιθέτως, προκαλεί την αμηχανία. Δεν ψάχνει να βρει την χαρά μέσα σε αυτήν, ούτε να μετατρέψει την ίδια σε νέα χαρά. Όπως και σε πρόσφατες σειρές σαν το BoJack Horseman ή το Undone που επεξεργάστηκαν αυτό το θέμα, ο θλιμμένος άνθρωπος έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: απλά δεν ξέρει τι να κάνει με τον εαυτό του. Χωρίς να βρίσκει διέξοδο, παραμένει καταδικασμένος να αναρωτιέται συνέχεια. Γιατί είμαι έτσι; Αφού δε μπορείς να βγεις από τον εαυτό σου, μοιραία χάνεσαι μέσα σε αυτόν.

Μπορεί να γίνει διαφορετικά; Μπορούμε να φτιάξουμε ισχυρούς κι ανθεκτικούς ανθρώπινους δεσμούς όταν τα ίδια τα βασικά συναισθήματα που αποτελούν την πρώτη ύλη τους, ο φόβος κι η αγάπη, έχουν γίνει πια τόσο ρευστά κι άπιαστα όπως έγραφε ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman που βάλθηκε να ερμηνεύσει την μεταμοντέρνα κατάσταση όσο κι ο Kaufman; Έλα ντε. Εγώ προσωπικά βρίσκω ότι ταινίες σαν το I’m Thinking of Ending Things μας βοηθάνε. Δηλαδή, με βοηθάνε. Με ενδιαφέρει το πώς η αμφισβήτηση της σταθερότητας του εαυτού μπορεί να γίνει φροντίδα του εαυτού. Κι έπειτα αυτή η φροντίδα να γίνει ευθύνη του εαυτού, λογοδοσία για τον εαυτό απέναντι στον ίδιο και απέναντι στον άλλο. Και δεν υπάρχει τίποτα που να σε καλεί να αναλάβεις την ευθύνη περισσότερο απ’ ό,τι ο έρωτας. Μα φυσικά, ο έρωτας. Ο Jake γυρίζει προς τα πίσω και μετανιώνει γι’ αυτό και μόνο γι’ αυτό: που δεν ανοίχτηκε στην πιθανότητα του έρωτα. Δε μπορείς να ζήσεις μέσα από την φαντασίωση, αλλά οι ιστορίες που λες στον εαυτό σου είναι πραγματικές. Αυτό, νομίζω, κρατάω στο τέλος από την ταινία. Τα ψέματα που λες στον εαυτό σου είναι αληθινά: αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Αν μοιραστείς το ψέμα, γίνεσαι η ιστορία του. Ανοίγεσαι στο βλέμμα του άλλου. Ό,τι πιο τρομακτικό και απελευθερωτικό υπάρχει. Ο Jake μας αποκάλυψε το ψέμα του. Μοιράστηκε το ψέμα της ζωής του. Γι’ αυτό στο τέλος, μαγικά, αφού έχει τελειώσει η ταινία, το αυτοκίνητο ξεκολλάει από το χιόνι, από τον πάγο του χρόνου. Ακούμε το κλειδί στη μηχανή. Ακούμε το κάλεσμα στο βάθος. Φεύγει. Φύγαμε.

Best of internet