Μπορεί ο Christopher Nolan να σώσει το σινεμά από την πανδημία και το streaming;

Λίγο πριν την έξοδο του Tenet στις ταλαιπωρημένες κινηματογραφικές αίθουσες, διερωτόμαστε

Όσοι κι όσες ασχολούμαστε με το σινεμά από μια θέση αγάπης, επαγγέλματος ή και των δύο αναγκαστικά έχουμε βρεθεί στην αμήχανη θέση να διαπιστώσουμε ότι το μέλλον του είναι αρκετά αβέβαιο. Όχι, αυτό δεν το λέμε για να προεξοφλήσουμε τον θάνατό του ως καλλιτεχνική γλώσσα ή ως κοινωνική εμπειρία, ούτε για να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου εν είδει ηθικού πανικού. Είναι μια παράξενη εποχή κι οι κοινωνικοί θεσμοί συνολικά περνάνε μια μεταβατική περίοδο αναδιάρθρωσης με βάση τις νέες συνθήκες ενός post-covid ιστορικού περιβάλλοντος. Έτσι, τα δεινά του κινηματογραφικού κόσμου δεν έχουν δημιουργηθεί από την πανδημία, παρόλο που σε αυτήν οφείλονται οι πιο άμεσες και ορατές συνέπειές τους: το κλείσιμο των αιθουσών, η ακύρωση των φεστιβάλ, η αναβολή των ταινιών. Αντίθετα, όπως έχουμε ξαναπεί, η πανδημία λειτουργεί ως επιταχυντής των υπαρκτών τάσεων που διαφαίνονταν στο πεδίο του σινεμά. Το πρόβλημα, φυσικά, είναι πως αυτές οι τάσεις ήταν και παραμένουν ανησυχητικές.

Αν αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, τότε μοιραία αναδύονται μια σειρά από ερωτήματα. Ποιες είναι οι δυνάμεις του παλιού και ποιες είναι οι δυνάμεις του καινούριου; Τι χαρακτήρα έχουν και προς τα πού δείχνουν; Τι πρέπει να διαφυλάξουμε από τις μεν και τι πρέπει να αγκαλιάσουμε από τις δε; Αυτά, φυσικά, είναι ζόρικα ερωτήματα και θα μας απασχολούν για αρκετό καιρό ακόμα. Προς το παρόν όμως, στη φάση που βρισκόμαστε τώρα, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες οικονομικές και πολιτισμικές δυνάμεις που επενεργούν πάνω στον κινηματογράφο μοιάζουν να παίρνουν την μορφή ενός θεμελιώδους ερωτήματος: streaming ή αίθουσα; Κι απ’ ό,τι φαίνεται, αρκετά πράγματα πρόκειται να κριθούν στο κοντινό μέλλον ανάλογα με το πώς θα απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα διάφορα τμήματα του διεθνούς κινηματογραφικού-βιομηχανικού συμπλέγματος, των θεατών συμπεριλαμβανομένων φυσικά.

Σ’ αυτήν την φάση, έχει αναπτυχθεί μια ισχυρή δυναμική προς το streaming. Εκ των πραγμάτων, δηλαδή. Όταν οι αίθουσες είναι κλειστές, όταν οι κυκλοφορίες των νέων ταινιών είτε αναβάλλονται είτε πηγαίνουν στη μικρή οθόνη, όταν τα φεστιβάλ διαλέγουν έστω και προσωρινά τον ψηφιακό δρόμο, ε, όσο να πεις το πράγμα φέρνει προς τη μία πλευρά. Από την άλλη, αν αυτή τη στιγμή υπάρχει μια mainstream αντίρροπη τάση προς όλα αυτά, προς την αναβίωση της αίθουσας και την ανάκαμψη της παραδοσιακής μαζικής κοινωνικής κινηματογραφικής εμπειρίας, αυτή συσπειρώνεται γύρω από ένα όνομα: Christopher Nolan. Ήδη από την αρχή του διεθνούς ξεσπάσματος της πανδημίας, ο Nolan άρχισε να εφιστά έντονα την προσοχή της παγκόσμιας κινηματογραφικής κοινότητας και των κρατικών πολιτιστικών φορέων στην προστασία της αίθουσας. Ταυτόχρονα, ο ίδιος πέρασε ένα μεγάλο μέρος της καραντίνας διαπραγματευόμενος με την Warner την ημερομηνία κυκλοφορίας του Tenet, της νέας πολυαναμενόμενης ταινίας του, καθώς επιθυμούσε να την δει να αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα για την επιστροφή του κοινού στους κινηματογράφους (στην Ελλάδα παραμένει προγραμματισμένο για τις 26 Αυγούστου). Προφανώς, ο άνθρωπος ξέρει πολύ καλά τι κάνει – κι η επιμονή του σε ένα μεγάλο άνοιγμα του Tenet δεν οφείλεται μόνο στο ιδιαίτερα επικερδές γι’ αυτόν ντιλ που έχει κλείσει με το στούντιο σχετικά με τα ποσοστά από το box office. Ο Nolan γνωρίζει καλά ότι κατέχει ένα σπάνιο χαρτί για το σημερινό κινηματογραφικό περιβάλλον: είναι ένας δημιουργός που έχει εξασφαλίσει πως κάθε νέα ταινία του θα αποτελεί μείζον πολιτιστικό event. Προσοχή: όχι απλά σημαντικό κινηματογραφικό γεγονός. Μέγα συμβάν για τη μαζική κουλτούρα συνολικά.

Μπορεί όμως ο Nolan να σώσει το σινεμά αυτή τη στιγμή; Ή, έστω, να σώσει την παρτίδα του 2020; Αυτό είναι ένα ερώτημα με πολλές παραμέτρους και μάλλον είναι δύσκολο να το απαντήσουμε πριν δούμε το Tenet και πριν διαφανεί η πραγματική επιρροή του στο σημερινό κινηματογραφικό κλίμα. Μπορούμε, όμως, να αρχίζουμε να σκιαγραφούμε τις προαναφερθείσες παραμέτρους αυτού του ερωτήματος. Με άλλα λόγια, μπορούμε να ρωτήσουμε: τι είναι αυτό που κάνει τον Nolan να κατέχει αυτήν την ιδιαιτερότητα; Σίγουρα βοηθάει η σύμπτωση ότι αυτή τη στιγμή έχει μια ταινία έτοιμη, με αποτέλεσμα τα φώτα να είναι αντικειμενικά στραμμένα πάνω του, αλλά προφανώς δεν είναι μόνο αυτό. Σίγουρα ο συμβολισμός της επανεκκίνησης της κινηματογραφικής ομαλότητας με την κυκλοφορία του Tenet είναι κάτι που θέλει διακαώς ο ίδιος για λόγους πρεστίζ και υστεροφημίας, αλλά, είπαμε, δεν είναι μόνο αυτό. Η αλήθεια είναι πως ο Nolan αποτελεί έναν από τους ελάχιστους σκηνοθέτες αυτή τη στιγμή που έχουν αληθινή διαπραγματευτική δύναμη επί των στούντιο, την ώρα που ακόμα κι ονόματα όπως ο Steven Spielberg, o Quentin Tarantino κι ο Martin Scorsese ζορίζονται να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση για τα πρότζεκτ τους. Ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι ότι τα στούντιο δείχνουν καμία ιδιαίτερη προτίμηση προς την καλλιτεχνική γλώσσα του Nolan ως τέτοια. Αλίμονο, μιλάμε για γιγάντιους και απρόσωπους μηχανισμούς με βασικό γνώμονα το κέρδος, όχι για τίποτα ρομαντικούς κι ανιδιοτελείς μαικήνες των τεχνών. Η μοναδική θέση του Nolan στη σημερινή κινηματογραφική βιομηχανία εξασφαλίζεται απ’ το γεγονός ότι η αδιαμφισβήτητη προσωπική του καλλιτεχνική σφραγίδα συμβαδίζει με μια τεράστια εμπορική επιτυχία. Αυτό σημαίνει να αποτελεί μείζον πολιτιστικό event κάθε νέα σου ταινία.

Για να εκτιμήσουμε πιο σφαιρικά αυτήν την μοναδικότητα του Nolan σήμερα, θα πρέπει μάλλον να την τοποθετήσουμε μέσα στο πλαίσιο της σχέσης ανάμεσα στην εξουσία του δημιουργού και την εξουσία της βιομηχανίας. Προφανώς, αυτή είναι μια σχέση δυναμική και ιστορική, αποτελώντας ένα διαρκές πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στον χαρακτήρα του κινηματογράφου ως τέχνη και τον χαρακτήρα του ως εμπόρευμα. Κι ακόμα πιο προφανώς, αυτή η ανταγωνιστική σχέση έπαιρνε συχνότατα τον χαρακτήρα της διαπραγμάτευσης ανάμεσα στον σκηνοθέτη και το στούντιο, μια διαπραγμάτευση που έχει περάσει από πολλά κύματα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Για να μην πάμε πολύ πίσω, θα ορίσουμε ως σημείο καμπής για τη σημερινή μορφή του χολιγουντιανού σινεμά τα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν κατά γενική ομολογία αρχίζει να μπαίνει ένα τέλος στην σχεδόν δεκαετή πρωτοκαθεδρία των δημιουργών επί των στούντιο στην Αμερική. Χοντρικά, το ρεύμα των 60s που ονομάστηκε New Hollywood είδε το τέλος του να έρχεται με τη γέννηση του μοντέρνου χολιγουντιανού blockbuster. Η γιγάντια επιτυχία του Jaws το 1975 κι έπειτα του Star Wars το 1977, αμφότερες προερχόμενες από δύο τέκνα του New Hollywood σαν τον Steven Spielberg και τον George Lucas, οδήγησε σταδιακά σε μια νέα αλλαγή παραδείγματος. Τα στούντιο αρχίζουν να παίρνουν ξανά το απόλυτο πάνω χέρι στην δημιουργική διαδικασία, ενώ η μεγάλη επιρροή των νέων blockbusters σε όλο το φάσμα της μαζικής κουλτούρας ανοίγει έναν νέο σημαντικό κύκλο κερδοφορίας για τη βιομηχανία του σινεμά (η οποία είχε εν πολλοίς πληγωθεί από την μεταπολεμική επέκταση της τηλεόρασης στην αμερικάνικη ήπειρο).

Ουσιαστικά, και σε αδρές γραμμές πάντα, αυτή είναι η ιδρυτική πράξη του μαζικού σινεμά όπως το γνωρίζουμε σήμερα: οικονομία των blockbusters, κυριαρχία των franchises, διεθνοποίηση της pop κουλτούρας. Με τον Steven Spielberg ως μεταβατική φιγούρα και τον James Cameron ως πρώτο αυθεντικό παιδί αυτού του νέου κινηματογραφικού παραδείγματος, αναδύεται πλέον ένας blockbuster-auteur που είναι ταυτόχρονα και υπερ-παραγωγός. Το πρόβλημα, βέβαια, ότι αυτές οι θέσεις ήταν πάντα λίγες – άντε βάλε και κανέναν Ridley Scott ή κανέναν Ron Howard. Κι ενώ τα 90s έφεραν μια υπόσχεση νέας αλλαγής με τη mainstreamοποίηση του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά κατά την οποία μια νέα γενιά δημιουργών (αναφερόμαστε στα τρομερά παιδιά της εποχής όπως ο Paul Thomas Anderson, o Quentin Tarantino, ο Steven Soderbergh και άλλοι) πέρασε στο χολιγουντιανό προσκήνιο, η στροφή του millennium επιβεβαίωσε εκ νέου την κυριαρχία των blockbusters/franchises με μια σειρά από τίτλους που έστρεψαν το μαζικολαϊκό σινεμά οριστικά πλέον προς το πεδίο της nerd κουλτούρας, όπως το Lord of the Rings, το The Matrix και φυσικά όλο το υπερηρωικό σινεμά. Έτσι, το σινεμά που δεν υποσχόταν υπερκέρδη άρχισε να τείνει όλο και παραπάνω προς την συρρίκνωση (σε βαθμό που πλέον διακυβεύεται ξεκάθαρα η βιωσιμότητά του), ενώ σαφέστατα η δημιουργική φιγούρα που κατεξοχήν αντιστοιχεί σε αυτό το στυλ κινηματογραφικής παραγωγής είναι ο σκηνοθέτης-υπάλληλος των στούντιο, ο οποίος βλέπει την καλλιτεχνική του ελευθερία να καναλιζάρεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τα μακρόπνοα επιχειρηματικά στρατηγικά σχέδια των executives. Γενικά, το να κάνεις σινεμά γίνεται όλο και πιο δύσκολο, ως γνωστόν. Συνεχίζουν να βγαίνουν ταινιάρες, προφανώς, αλλά η μεγάλη εικόνα παραμένει ζοφερή.

Μ’ αυτήν την έννοια, όταν λέμε ότι ο Nolan είναι πλέον μια μοναδική περίπτωση, το λέμε με μια δόση μελαγχολίας και θλίψης. Είναι μοναδικός, λοιπόν, με την έννοια ότι στο σημερινό περιβάλλον της βιομηχανίας του σινεμά είναι ένας από τους ελάχιστους πια που έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει τους δικούς του όρους πάνω στην πολιτική των στούντιο. Για να το κάνει αυτό, φυσικά, έπρεπε να αποδείξει ότι μπορεί να αλλάξει τους κανόνες του μαζικού σινεμά, τους ίδιους τους κανόνες του παιχνιδιού. Και το έκανε, ως γνωστόν. Η ιστορία είναι χιλιοτραγουδισμένη, ακριβώς επειδή είναι αρχετυπικά εμβληματική. Έχουμε έναν νεαρό δημιουργό που κάνει αίσθηση στα φεστιβάλ με μια ταινία που μετατρέπεται σε εμπορική επιτυχία από το πουθενά, δηλαδή Memento. Μετά του παραδίδονται τα κλειδιά ενός εμβληματικού χαρακτήρα της μαζικής κουλτούρας και φτιάχνει μια ταινία-ορόσημο για το mainstream σινεμά, δηλαδή The Dark Knight. Από εκεί και μετά, κάνει ό,τι θέλει, έχοντας εξασφαλίσει την παρουσία του στα ανώτερα κλιμάκια της pop κινηματογραφίας και καλλιεργώντας με όλο και πιο φιλόδοξο τρόπο το προσωπικό του ύφος. Έφτιαξε το μεγάλο action film του με το Inception (που παρεμπιπτόντως κυκλοφόρησε στα σινεμά σε επανέκδοση αυτή τη βδομάδα). Έφτιαξε το μεγάλο φιλοσοφικό του sci-fi με το Interstellar. Έφτιαξε το μεγάλο πολεμικό του έπος με το Dunkirk. Και τώρα; Τώρα θέλει να σώσει το σινεμά με το Tenet. Ακόμα πιο φιλόδοξο, άρα ακόμα πιο συνεπές.

Κάπου εδώ, για χάρη της ειλικρίνειας, θα ήταν μια καλή στιγμή να σημειώσω ότι προσωπικά δεν τρελαίνομαι για το σινεμά του Nolan. Δεν είμαι fan. Αναγνωρίζω, φυσικά, ότι είναι de facto ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 21ου αιώνα, αλλά δεν θα έλεγα ότι μου μιλάει ιδιαίτερα το έργο του, τουλάχιστον σε ένα σημαντικό μέρος του. Συχνά έχω περάσει καλά με το σινεμά του, κάποιες ταινίες του μάλιστα τις θεωρώ πολύ καλές (ας πούμε το The Dark Knight είναι αυταπόδεικτα επικό ενώ το The Prestige είναι η πιο υποτιμημένη, ανθρώπινη, υπέροχη στιγμή του), αλλά η πυρήνας της κινηματογραφικής του φιλοσοφίας με αφήνει μάλλον αδιάφορο – αν δεν με ενοχλεί κιόλας. Αποτιμώντας το Dunkirk, το οποίο μου άρεσε παρεμπιπτόντως πάρα πολύ, έλεγα ότι ο Nolan είναι ένας αντι-ανθρωπιστής που έχει την απόσταση ως σημαία του κινηματογράφου του. Αυτό που κάνει είναι να δημιουργεί συστήματα, όχι ανθρώπους. Τις περισσότερες φορές με ξενερώνει ο επιστημολογικός θετικισμός κι ο μεταφυσικός αντι-ανθρωπισμός του και συνήθως βαριέμαι τις ταινίες που αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους σαν παζλ-πρόκληση προς επίλυση, αξιοποιώντας απανωτά κάθε φτηνό ή ακριβό τρικ που βρίσκεται στη διάθεσή τους. Επιπλέον, η αντίληψη των ιστοριών ως κλειστά συστήματα-λούπες κι η προσέγγιση του ανθρώπινου δράματος με μαθηματικοποιημένους όρους μου δίνει την εντύπωση μιας ψυχρής και κυνικής κινηματογραφικής έκφρασης, ειδικά όταν αντιμετωπίζει με τόσο χειριστικό τρόπο την ταυτότητα και τη μνήμη. Υπάρχει φαντασία, υπάρχει μεγαλοπρέπεια, αλλά από ψυχή δεν βρίσκω και τόσα πολλά. Εν τέλει, μου φαίνεται ότι ο Nolan είναι ταγμένος σε μια κινηματογραφική ευφυΐα αυτοαναφορική, κλειστή στον εαυτό της, η οποία τις περισσότερες φορές αποτελεί απλώς μεταφορά για την σκληρότητα κι όταν προσπαθεί να προσεγγίσει το συναίσθημα το κάνει μέσα από κλισεδιάρικο μελόδραμα (ακούς Interstellar;). Ελπίζω να με συγχωρέσουν οι fans του, οι οποίοι βέβαια δεν φημίζονται για την ψυχραιμία τους, αλλά όφειλα να πω την αλήθεια.

Όλα αυτά, βέβαια, ελάχιστα επηρεάζουν στην πράξη αυτό που προσπαθώ να πω εδώ. Δεν είμαι κομπλεξικός (κλασικό πράμα που λένε όλοι οι κομπλεξικοί), θέλω ειλικρινώς να σκίσει το Tenet. Να βγει στις αίθουσες με τους καλύτερους δυνατούς όρους, να σαρώσει στα εισιτήρια, να λατρευτεί από κοινό και κριτική. Μακάρι να αποτελέσει το εγκεφαλικό/σκεπτόμενο blockbuster (χειρότερος όρος ever, για την ιστορία) που θέλουν οι Nolans fans και μακάρι να αποτελέσει το διασκεδαστικό/ουσιαστικό action film που θέλουμε οι υπόλοιποι, ακόμα κι αν από τα μέχρι στιγμής trailers μοιάζει ταινία Nolan φτιαγμένη από generator που έβαλε στο μπλέντερ ό,τι έχει γυρίσει ο σκηνοθέτης μέχρι τώρα. Αλλά, είπαμε, χαλάλι, μακάρι να πάει τέλεια. Είναι σημαντικό για το σινεμά αυτή τη στιγμή. Όχι για το σινεμά που γουστάρω εγώ ή για το σινεμά που γουστάρεις εσύ, αλλά για το σινεμά ως κοινωνική πρακτική, ως διαδικασία καλλιτεχνικής παραγωγής κι ως μαζική εμπειρία ψυχαγωγίας. Αυτή είναι η αλήθεια. Όχι λοιπόν, δεν θα κριθούν όλα από το πώς θα πάει το Tenet. Αλλά θα είναι ένας δείκτης. Δυστυχώς, για να επιστρέψουμε στον διπλό χαρακτήρα του σινεμά ως τέχνη και ως εμπόρευμα που αναφέραμε προηγουμένως, εμείς που αγαπάμε τον κινηματογράφο είμαστε εγκλωβισμένοι σε μια διαρκή αντίφαση. Ως κατεξοχήν λαϊκή τέχνη του ανεπτυγμένου καπιταλισμού και της μαζικής κουλτούρας, η ανάπτυξη της καλλιτεχνικής του γλώσσας προς όλες τις περιπετειώδεις κατευθύνσεις που μας χάρισε ο 20ός αιώνας ήταν στενά δεμένη με την ίδια του την συνολική εμπορική βιωσιμότητα ως τομέας της πολιτιστικής παραγωγής. Με άλλα λόγια, για να μπορέσει το σινεμά να επιβιώσει ως τέχνη, θα πρέπει να μπορέσει να επιβιώσει και ως εμπόρευμα. Αν είναι να το κάνει ο Nolan, ας το κάνει ο Nolan.

Best of internet