Φέρνοντας τον πόλεμο σπίτι: Η μεγάλη κινηματογραφική περιπέτεια του πολέμου στο Βιετνάμ

Τώρα που το Da 5 Bloods του Spike Lee άνοιξε ξανά τον φακό της ιστορίας

Έτσι όπως τα έχει φέρει η ζωή η οθόνη, δεν έχουμε σταματήσει να μιλάμε για πολέμους. Με αφορμή το 1917, λέγαμε για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με αφορμή το The Plot Against America, λέγαμε για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με αφορμή το Chernobyl, λέγαμε για τον Ψυχρό Πόλεμο. Και τώρα, με αφορμή το φρέσκο Da 5 Bloods του Spike Lee, ήρθε η ώρα να τα πούμε για τον Πόλεμο του Βιετνάμ. Όλοι τους αιματηροί και δολοφονικοί, όλοι τους παραδοσιακά κινηματογραφικοί δεδομένης της μεγάλης παράδοσης και πολυπλοκότητας που έχει η αναπαράστασή τους στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη. Σε σύγκριση με τον Α’ΠΠ και τον Β’ΠΠ, βέβαια, το Βιετνάμ έχει δύο σημαντικές διαφορές όσον αφορά την κινηματογραφική του αναπαράσταση. Πρώτον, βρήκε το ίδιο το σινεμά σε μια εξαιρετικά ανεπτυγμένη φάση μαζικής κουλτούρας και θεαματικής βιομηχανίας κατά τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Δεύτερον, συνάντησε πολύ ισχυρή αντίσταση στο εσωτερικό των ΗΠΑ, συσπειρώνοντας πολλές αντιπολεμικές φωνές εντός της κατεξοχήν πολεμικής υπερδύναμης, οι οποίες βέβαια εκφράστηκαν και με πολύ έντονο κινηματογραφικό τρόπο.

Κατά μία έννοια, ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν ένας τρομερός πυκνωτής του μεταπολεμικού κόσμου. Αποτελώντας ουσιαστικά ένα ψυχροπολεμικό proxy war μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού μπλοκ, επρόκειτο για έναν πόλεμο που ήταν τοπικός όσον αφορά τα πεδία των μαχών αλλά και παγκόσμιος όσον αφορά τις συνέπειες και το ενδιαφέρον. Κράτησε συνολικά σχεδόν 20 χρόνια, με την Αμερική να αποτελεί τον βασικό πολεμικό παίκτη για τα μισά από αυτά, από την φουλ-ον εμπλοκή που αποφάσισαν οι Δημοκρατικοί πρόεδροι John F. Kennedy και Lyndon Johnson το 1963-1964 μέχρι την απόσυρση των αμερικάνικων στρατευμάτων και την κατάργηση της επιστράτευσης που αναγκάστηκε να αποφασίσει ο Ρεπουμπλικάνος Richard Nixon το 1973. Μέσα σε αυτήν την δεκαετία, κι ειδικά από το 1967 κι έπειτα, ο πόλεμος έφτασε εξαιρετικά κοντά στην ίδια την αμερικάνικη κοινωνία. Οι ΗΠΑ, έχοντας ήδη περάσει σε φάση αυτοκρατορίας, διχάζονται εσωτερικά και γνωρίζουν την πρώτη τους μεγάλη μεταπολεμική πολιτική και στρατιωτική ήττα τόσο εντός της αμερικάνικης ηπείρου όσο και στην άλλη πλευρά του πλανήτη. Την ίδια ώρα, η ιλιγγιώδης ανάπτυξη του μαζικής κουλτούρας μετά τον Β’ΠΠ έφερε τις αιματηρές κινούμενες εικόνες του πολέμου του Βιετνάμ μέσα σε κάθε σπίτι μέσω της τηλεόρασης. Όπως και σε όλον τον ώριμο 20ό αιώνα, ο πόλεμος και το θέαμά του βρίσκονταν σε πολύ στενή σχέση μεταξύ τους – κι αυτό αποτελούσε φυσικά μια μεγάλη πρόκληση για το παγκόσμιο σινεμά.

Όπως είπαμε και πριν, η ίδια η προνομιακή θέση του σινεμά στην μεταπολεμική πολιτιστική βιομηχανία το έφερε σχεδόν από την αρχή αντιμέτωπο με την αναπαράσταση του πολέμου στο Βιετνάμ. Η πρώτη μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή τέτοιου είδους ήταν το The Green Berets του καουμπόη John Wayne, το οποίο από το 1968 έθεσε τον τόνο για την θεαματική δοξολογία την δοξολογία της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής και στρατιωτικής ισχύος που είδαμε κι αργότερα σε άλλες διασκεδαστικές πλην στρατόκαυλες ταινίες όπως το Uncommon Valor ή το Rambo II. Ταυτόχρονα, υπήρξαν ήδη από νωρίς cult/exploitation ταινίες που αφορούσαν είτε την ίδια την αμερικάνικη εισβολή (όπως το The Losers του 1970) είτε την επιστροφή των βετεράνων στις ΗΠΑ (όπως το θρυλικό Motorpsycho του 1965). Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη της αμερικάνικης αντικουλτούρας ανέδειξε ένα πλούσιο αντιπολεμικό σινεμά που επικοινωνούσε με το κίνημα ενάντια στον πόλεμο, εστιάζοντας κυρίαρχα στο επίπεδο του ντοκιμαντέρ (με πρώιμες σημαντικές ταινίες πράγματα όπως το In the Year of the Pig και το Street Scenes).

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 κι έπειτα όμως, όταν ο πόλεμος είχε πια τελειώσει ως προς το στρατιωτικό σκέλος του, το αμερικάνικο σινεμά στράφηκε προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μία, είχαμε τις μεγαλεπήβολες επικές ταινίες για τον πόλεμο του Βιετνάμ ως ιστορική-εθνική τραγωδία, αρχής γενομένης με το The Deer Hunter και το Apocalypse Now το 1978 και το 1979 αντίστοιχα, την ώρα που η Αμερική διάβαζε τις συγκλονιστικές δημοσιογραφικές και στρατιωτικές διηγήσεις του Michael Herr και του Gustav Hasford, με το Dispatches και το Short-Timers να παραμένουν αξεπέραστα έργα πάνω στο θέμα. Από την άλλη, είχαμε τον κινηματογράφο που αφορούσε την επιστροφή των βετεράνων στην αμερικάνικη κοινωνία, δηλαδή την κυριολεκτική επιστροφή του πολέμου στο σπίτι, όπως έλεγε το κλασικό αντιπολεμικό σύνθημα της εποχής. Εκεί, συνυπάρχουν εξαρχής κι αντιφατικά τα προοδευτικά κοινωνικά δράματα σαν το Coming Home με τις βιτζιλάντικες φαντασιώσεις αυτοδικίας όπως το Rolling Thunder, την ώρα που ταινίες σαν το Taxi Driver διερευνούσαν τον χώρο ανάμεσα στα δύο. Κι αυτή η δυναμική λίγο-πολύ συνεχίστηκε με όλο και μεγαλύτερες παραγωγές σε όλη την δεκαετία του ’80, δεκαετία εξαιρετικά ζουμερή ως προς την κινηματογραφική αναπαράσταση του Βιετνάμ.

Βέβαια, παρά την πλούσια και πολύπλοκη κινηματογραφική παράδοση που σκιαγραφήσαμε στα γρήγορα παραπάνω, η αλήθεια είναι πως το μαζικό σινεμά έδωσε ελάχιστα παραδείγματα που αφορούσαν τις μη-λευκές οπτικές πάνω στον πόλεμο του Βιετνάμ. Ενώ το βιετναμέζικο σινεμά παρήγαγε ταινίες πάνω στην εμπειρία του πολέμου κι από τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος, με γνωστότερα παραδείγματα μάλλον το Girl from Hanoi και το When the Tenth Month Comes, οι χολιγουντιανές παραγωγές συνήθως έτειναν να εστιάζουν είτε στην συγκεκριμένα ατομική-ηρωική είτε στην αφηρημένα συλλογική-τραγική εμπειρία. Κατά έναν τρόπο, γι’ αυτό ακριβώς μοιάζει και τόσο αναζωογονητική η νέα ταινία του Spike Lee, παρά τις αδυναμίες της φυσικά. Επειδή αναδεικνύει την αντιφατικότητα και τις διαιρέσεις εντός της ίδιας της εθνικής πολεμικής αφήγησης. Με άλλα λόγια, ότι ο πόλεμος δεν ήταν το ίδιο για όλους, ούτε στην μία ούτε στην άλλη πλευρά της ασιατικής ζούγκλας ή της αμερικάνικης πόλης. Ακόμα κι εκεί, βέβαια, παραμένει ελλειμματική η βιετναμέζικη οπτική γωνία, αλλά τι να κάνουμε, δε μπορούσαν όλοι να είναι τόσο σκληροί καριόληδες όσο ο Διονύσης Σαββόπουλος του 1966:

Αν μη τι άλλο, πάντως, με το Da 5 Bloods ο Lee προσφέρει μια ευκαιρία να επισκεφτούμε ξανά την κινηματογραφική κληρονομιά του Βιετνάμ, αφού κι ο ίδιος εξάλλου συνομιλεί διαρκώς με αυτήν, κρατώντας τα στοιχεία που θεωρεί πιο γόνιμα, αποτίοντας φόρους τιμής, αναθεωρώντας ιστορικές βεβαιότητες, ανοίγοντας μια ιστορική γραμμή με το σήμερα. Όπως είπαμε και πριν, αυτή η παράδοση είναι τεράστια και αντιφατική, κι είναι σίγουρα μια πρόκληση να προσπαθήσουμε να πλοηγηθούμε εντός της με σύγχρονα εργαλεία και μάτια. Καθ’ όλη την διάρκεια των 70s και των 80s, το αμερικάνικο σινεμά επεξεργαζόταν διαρκώς την εμπειρία και τη μνήμη του πολέμου, άλλοτε με λεπτότητα και γενναιότητα, άλλοτε με πετσόκομμα και στερεότυπα. Κάποιες ταινίες μπορεί να μας έμοιαζαν ριζοσπαστικές και ρηξικέλευθες, αλλά με μια προσεκτικότερη ανάγνωση να ευθυγραμμίζονταν με την κυρίαρχη σκέψη ιδεολογία για τον πόλεμο, όπως για παράδειγμα το The Deer Hunter του Michael Cimino. Άλλες ταινίες μπορεί να είχαν την καρδιά τους στην σωστή θέση, αλλά να την βροντοφώναζαν περισσότερο σαν ιεροκήρυκες παρά σαν κινηματογραφιστές, όπως ο Oliver Stone στο Born on the Fourth of July. Τέλος, μπορεί να υπήρχαν και ταινίες σαν το Good Morning Vietnam και το Forrest Gump που αποτελούν feel-good ορόσημα και αναδεικνύουν τα τεράστια ταλέντα των πρωταγωνιστών τους, αλλά δεν ξεφεύγουν ποτέ από μια αφελή ή συγκαταβατική αφήγηση γύρω από το Βιετνάμ.

Έτσι, για να μην τα πολυλογούμε περισσότερο, προχωράμε σε μια κινηματογραφική ανασκόπηση του πολέμου μέσα από τις 15 ταινίες για το Βιετνάμ που αγαπάμε κι εκτιμούμε περισσότερο, 5 εκ των οποίων τεκμηρίωσης και 10 μυθοπλασίας. Είναι αυτό που ακολουθεί η απόλυτη λίστα των καλύτερων ταινιών για το Βιετνάμ; Όχι, δεν είναι. Είναι αντίθετα μια υποκειμενική καταγραφή των έργων που κατ’ εμέ αναπαριστούν καλύτερα και πληρέστερα τις διάφορες πτυχές του πολέμου και τις πολύπλοκες συνέπειές του. Πάμε, λοιπόν, στην λίστα – δίνοντας το εναρκτήριο λάκτισμα με τη βοήθεια του Βιετνάμ που μας μεγάλωσε:

Τα Ντοκιμαντέρ

Far from Vietnam (Συλλογικό, 1967)

Μια σπουδαία κινηματογραφική συνάντηση Ευρωπαίων δημιουργών που ένωσαν τις ριζοσπαστικές φωνές τους εναντίον της Αμερικανικής (και Γαλλικής) στρατιωτικής μηχανής. Έχουμε Jean-Luc Godard, έχουμε Alain Resnais, έχουμε Agnes Varda, έχουμε Chris Marker, έχουμε William Klein. Αληθινό all-star game πολιτικού σινεμά των 60s.

In the Year of the Pig (Emile de Antonio, 1968)

Η πρώτη μείζονα αμερικάνικη ταινία με ρητή θέση κατά της εμπλοκής στον πόλεμο του Βιετνάμ δια χειρός ενός από τους σημαντικότερους πολιτικούς ντοκιμαντερίστες στην ιστορία των ΗΠΑ. Αν σας θυμίζει κάτι η κλασική φωτογραφία του φαντάρου με το κράνος που λέει Make War Not Love, είναι η ίδια που βρίσκεται στο εξώφυλλο του Meat is Murder των The Smiths.

Hearts and Minds (Peter Davis, 1974)

Το κατεξοχήν ντοκιμαντέρ για τον πόλεμο του Βιετνάμ, εξίσου σαφές στην πολιτική του θέση με το παραπάνω κι ακόμα πιο ευθύ στην αναπαράσταση της αμερικάνικης στρατιωτικής φρικαλεότητας. Προκάλεσε αντιδράσεις, κέρδισε Όσκαρ, οδήγησε τον Michael Moore στο να γίνει ντοκιμαντερίστας. Θρυλικό.

Little Dieter Needs to Fly (Werner Herzog, 1997)

Είναι Werner Herzog, είναι εγγύηση. Η εμπειρία του Αμερικανο-Γερμανού πιλότου και βετεράνου Dieter Dengler ως αιχμάλωτος πολέμου στο Λάος και το Βιετνάμ μέσα από τα μάτια του τεράστιου κινηματογραφιστή. Ότι του λείπει σε ιστορική και πολιτική ευθύτητα, το κερδίζει σε ανθρώπινη υπερβατική ποιητικότητα. Κλασικά, Herzog.

The Fog of War (Errol Morris, 2003)

Εδώ, αντίθετα, έχουμε μια ιστορικό-κινηματογραφική λεπτοβελονιά από τον καλύτερο δημιουργό του είδους. Ο Errol Morris ανακρίνει διακριτικά αλλά περίτεχνα τον τότε υπουργό άμυνας των ΗΠΑ, Robert S. McNamara, σε ένα ντοκιμαντέρ που δε σ’ αφήνει να ανασάνεις μέσα από μια σχεδόν δίωρη συνέντευξη προς την κάμερα. Αυτό σημαίνει μαστοριά. Επίσης, η μουσική του Philip Glass.

Οι Μυθοπλασίες

Targets (Peter Bogdanovich, 1968)

Μια από τις πρώτες ταινίες για την επιστροφή των βετεράνων από το Βιετνάμ στις ΗΠΑ – και μια από τις καλύτερες του είδους. Σε παραγωγή του cult άρχοντα Roger Corman και σκηνοθεσία του πρωτοεμφανιζόμενου New Hollywood μάστορα Peter Bogdanovich, το Targets πέτυχε διάνα από νωρίς τόσο στην neo-noir δράση του όσο και στην θεματική επεξεργασία του. Για μια ακόμα δυνατή πρώιμη ταινία είδους με επιστροφή βετεράνου, τσεκάρετε το υπέροχο Deathdream του Bob Clark από το 1974.

Punishment Park (Peter Watkins, 1971)

Κάπου ανάμεσα στην μυθοπλασία και την τεκμηρίωση, αυτό το πολιτικό thriller σε μορφή ψευδο-ντοκιμαντέρ από τον μεγάλο Peter Watkins αποτελεί ιδανικό δείγμα του τρόπου που το ριζοσπαστικό σινεμά της εποχής έφερε πραγματικά τον πόλεμο πίσω στο σπίτι, μέσα στην αμερικάνικη κοινωνία. Δυστοπικά πάντα.

Taxi Driver (Martin Scorsese, 1976)

Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούμε να πούμε για το Taxi Driver, αλλά δεν θα το κάνουμε τώρα. Σίγουρα αξίζει μια προσεκτικότερη επανεξέταση στην μετα-Joker εποχή, αλλά επίσης παραμένει ένα αξεπέραστο ορόσημο των αντιφάσεων και των αμφισημιών του New Hollywood απέναντι στην εμπειρία του πολέμου και σωθικά της αμερικάνικης κοινωνίας. Για την ιστορία, ο Martin Scorsese είχε γυρίσει ήδη το ντοκιμαντέρ Street Scenes πάνω στο αντιπολεμικό κίνημα κι ο σεναριογράφος Paul Schrader την επόμενη χρονιά έγραψε το συναρπαστικό πλην αντιδραστικό (κι οριακά exploitation film) Rolling Thunder.

Coming Home (Hal Ashby, 1978)

Καθόλου λεπτεπίλεπτο όσον αφορά την επεξεργασία του θέματός του κι υπερβολικά δακρύβρεχτο ανά φάσεις, παρόλα αυτά το κλασικό Coming Home του Hal Ashby παραμένει το καλύτερο κοινωνικό μελόδραμα πάνω στην επιστροφή των βετεράνων του Βιετνάμ. Επίσης, ΟΚ, τέτοιες ερμηνείες σαν της Jane Fonda και του Jon Voight ξεχώριζαν ακόμα και τότε στο Hollywood.

Apocalypse Now (Francis Ford Coppola, 1979)

Τα έχουμε πει ήδη πολύ αναλυτικά γι’ αυτήν την ταινία, οπότε δεν θα κουράσουμε περισσότερο εδώ. Εξάλλου, σίγουρα το έχετε δει. Πιθανώς αρκετές φορές μάλιστα. Αν θέλετε περισσότερο Francis Forda Coppola και Βιετνάμ, τσεκάρετε φυσικά το απίστευτο Hearts of Darkness και το μέτριο αλλά ενδιαφέρον Garden of Stones.

Hair (Milos Forman, 1979)

Χίπικο μιούζικαλ για το Βιετνάμ; Ναι, χίπικο μιούζικαλ για το Βιετνάμ. Ακόμα κι αν δεν είστε fans του είδους, η κλασική ταινία του Milos Forman αποτελεί ένα από τα εμβληματικότερα δείγματα της αναπαράστασης της αντιπολεμικής αντικουλτούρας των 60s μέσα από το πρίσμα του mainstream Hollywood της εποχής. Και ναι, ΟΚ, έχει μουσικάρες.

Streamers (Robert Altman, 1983)

Ακόμα μια μεταφορά από το θεατρικό σανίδι στην σκοτεινή αίθουσα, αυτήν την φορά δια χειρός ενός από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία του αμερικάνικου σινεμά. Ο Robert Altman είναι προσωπική αδυναμία κι εδώ φτιάχνει ένα από τα πιο υποτιμημένα και καλογραμμένα πολεμικά δράματα ever. Επίσης, ίσως η ταινία που επικοινωνεί περισσότερο απ’ όλες με το Da 5 Bloods.

Platoon (Oliver Stone, 1986)

Μπορεί να έχει τα κλασικά προβλήματα που έχουν οι ταινίες του Oliver Stone, όπως ο ενίοτε αφόρητος διδακτισμός κι η μανιχαϊστική αντίληψη για το καλό και το κακό, αλλά το Platoon παραμένει μια ταινία-ορόσημο και μια εξαιρετικά έντονη κινηματογραφική εμπειρία. Όλα εδώ είναι στο μάξιμουμ, βαράνε τσίτες, ενίοτε με την κακή έννοια αλλά και συχνά με την καλή. Σε έναν πιο προσωπικό τόνο, την είδα σε ευαίσθητη ηλικία και με σημάδεψε.

Full Metal Jacket (Stanley Kubrick, 1987)

Ως ταινία Stanley Kubrick, μοιάζει κάπως παράξενη. Ως ταινία για το Βιετνάμ, το ίδιο. Η ακροβασία ανάμεσα στην κωμικά γκροτέσκα αναπαράσταση της μιλιταριστικής κουλτούρας και το μηδενιστικό αμοραλιστικό χάος του πολέμου καθιστούν το Full Metal Jacket ένα πραγματικό κινηματογραφικό rollercoaster. Εν τέλει, κατά έναν κλασικό κιουμπρικικό τρόπο, η ταινία καταλήγει να είναι αντιπολεμική και αντιανθρώπινη μαζί.

Hamburger Hill (John Irvin, 1987)

Στον αντίποδα, εδώ έχουμε μια εξαιρετικά σκληρή αλλά και πολύ πιο ανθρώπινη αναπαράσταση της στρατιωτικής θηριωδίας. Περιορισμένο στην οπτική του γωνία αλλά απρόσμενα γενναιόδωρο στην ανθρωπιά του, το Hamburger Hill είναι μια από τις πιο υποτιμημένες ταινίες για το Βιετνάμ. Κι αν έχει μια σημαντική αρετή πέρα από την περίτεχνη πολεμική δράση που είναι άξια θαυμασμού, είναι ότι λέγοντας ελάχιστα καταλήγει να λέει πολλά. Πράγμα πάντα καλό.

Best of internet