Εδώ δεν ‘ναι σινεμά: Ο απόλυτος οδηγός για τις κινηματογραφικές και τηλεοπτικές αναφορές του ΛΕΞ

Από τον Scorsese και τους Sopranos μέχρι τον Οικονομίδη και τον Τζουμαρού

Μπορεί να μην φαίνεται, αλλά υπάρχει ένα νήμα που συνδέει το hip-hop με τον κινηματογράφο. Κι όχι, δεν εννοώ το νήμα μέσα στο κεφάλι μου που λέει ότι είναι τα δύο σημαντικότερα πράγματα που έχει δημιουργήσει η ανθρωπότητα. Υπάρχουν πράγματι κάποιες συνδέσεις της rap δημιουργίας και του σινεμά, οι οποίες λειτουργούν σε διάφορα επίπεδα. Ας πούμε, υπάρχουν φυσικά ήδη από τις αρχές του ’80 ένα μάτσο hip-hop ταινίες, τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας, που φέρνουν κοντά τις δύο μορφές τέχνης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, υπάρχουν πολλοί rappers που έγιναν ηθοποιοί και κάποιοι που έγιναν σκηνοθέτες (σαν τον Boots Riley των The Coup που γύρισε το Sorry to Bother You). Αντίστοιχα, υπάρχουν καταξιωμένοι σκηνοθέτες που δεν χρησιμοποιούν απλά το hip-hop σαν υλικό για soundtracks, αλλά έχουν μια βαθιά σχέση με το είδος, όπως ο Jim Jarmusch κι ο Quentin Tarantino. Εκτός αυτών, όμως, υπάρχει και κάτι βαθύτερο, ένα σημείο συνάντησης που αφορά την φιλοσοφία της σύνθεσης τόσο του rap όσο και του σινεμά.

Πίσω στην δεκαετία του ’20, ο σοβιετικός σκηνοθέτης Sergei Eisenstein πρότεινε το μοντάζ ως θεμελιώδη τρόπο κατανόησης και δημιουργίας της κινηματογραφικής τέχνης. Σύμφωνα με τον ίδιο και μια σειρά ακόμα σοβιετικών δημιουργών της εποχής, η παραγωγή νοήματος μέσα από την αλληλουχία εικόνων είναι το νεύρο του σινεμά, η αυθεντική γλώσσα του φιλμ. Έτσι, η αποκοπή, συγκόλληση και αναδιοργάνωση των στοιχείων δημιουργεί νέες ιδέες, νέα νοήματα, μέσα από μια διαλεκτική διαδικασία αντίθεσης και σύνθεσης. Τα στοιχεία αυτής της κινηματογραφικής γλώσσας δεν στήνονται το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά συναρμολογούνται το ένα πάνω στο άλλο για να αποκαλύψουν μια νέα, μεγαλύτερη εικόνα. Σαν κολάζ. Αυτή η αντίληψη για το μοντάζ, φυσικά, δεν περιορίστηκε στην Σοβιετική Ένωση. Η τεράστια έμφαση στο μοντάζ επιβίωσε έπειτα στον Alfred Hitchcock, τη Nouvelle Vague κι ένα πλήθος ακόμα σπουδαίων δημιουργών.

Σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες, όταν κατά τη δεκαετία του ’70 ξεκίνησε να γεννιέται το hip-hop στις φτωχές μαύρες γειτονιές της Νέας Υόρκης, ένα μάτσο νέα παιδιά χωρίς καμία επίσημη μουσική εκπαίδευση άρχιζαν σιγά σιγά να πειραματίζονται με τον ήχο και τον λόγο. Παίρνοντας σταδιακά τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, το rap χρησιμοποίησε την προϋπάρχουσα τεχνολογία και μουσική για να συναρμολογήσει μια νέα εκδοχή ήχου και λόγου, η οποία βασίζεται στην αποκοπή, την συγκόλληση και την αφήγηση. Το hip-hop άρχισε να φτιάχνει ηχητικά κολάζ μέσω του sampling, ενώνοντάς τα με ιστορίες που αφηγούνται την καθημερινή ζωή. Σ’ αυτήν την αφήγηση, το κολάζ ήχου δίνει τον ρυθμό κι η φωνή δίνει τις εικόνες. Όταν τελειώνει ένα τραγούδι, έχει αποτυπωθεί μέσα σου το στίγμα μιας ιστορίας – και πάντα η εικονογραφία των rap στίχων ήταν πιο έντονη, ζωντανή, βίαιη και χαοτική από αυτήν άλλων μουσικών ειδών. Ήταν πιο κινηματογραφική. Και σ’ αυτήν την εικονογραφία, πάντα ξεχώριζαν κάποιοι rappers που ήταν πιο κινηματογραφικοί. Κι αν μιλάμε για το ελληνικό rap, κανένας δεν είναι πιο κινηματογραφικός από τον ΛΕΞ.

ΟΚ, δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για τον ίδιο τον ΛΕΞ. Πρέπει κυριολεκτικά να ζεις κάτω από κάποια πέτρα προκειμένου να μην έχεις έρθει σε κάποιου είδους επαφή με τη μουσική του. Ο ΛΕΞ, λοιπόν, είναι ένας βαθιά κινηματογραφικός rapper – κι αυτό σημαίνει μια σειρά από πράγματα. Όπως σε κάθε τέτοιο rapper, τα κομμάτια του δημιουργούν έναν νέο κόσμο, αυτάρκη, με δική του μυθολογία και εικονογραφία. Αυτός ο κόσμος μπορεί να μοιάζει ακραία ρεαλιστικός και χειροπιαστός, αλλά δεν είναι απλή υπόθεση. Όπως γνωρίζουν καλά κι οι δημιουργοί του κινηματογραφικού ρεαλισμού, η ζωντανή αναπαράσταση της καθημερινότητας σε τέχνη είναι τρομακτικά απαιτητική υπόθεση. Ο ΛΕΞ τα καταφέρνει. Η ατμόσφαιρα των τραγουδιών του ζωντανεύει μια εκδοχή της ελληνικής κοινωνίας που είναι υπερβολικά πραγματική και φαντασιωτική ταυτόχρονα. Αφηγούμενος τα μπλουζ της κρίσης και της αλητείας, ο κινηματογραφικός/μουσικός κόσμος του ΛΕΞ είναι γεμάτος ιστορίες φαντασιώσεων και ματαιώσεων. Παντού υπάρχουν επιθυμίες φυγής και υπέρβασης, αλλά και σκληρές πραγματικότητες που τις καθηλώνουν στην γη. Ακόμα κι ο κόσμος που δεν είχε καμία σχέση με το rap, ξέρει πλέον απ’ έξω την πρόσφατη δισκογραφία του γιατί νιώθει ότι ο ΛΕΞ μιλάει για εμάς και τη ζωή μας, αλλά με μια γλώσσα που δεν μπορούμε να χειριστούμε οι ίδιοι. Παρόλα αυτά, μας αγγίζει. Τριαντάρηδες που δεν ξέρουν τι κάνουν και πού πάνε, πιτσιρίκια που μεγαλώνουν χωρίς μέλλον, μεσήλικες που έχουν παραιτηθεί απ’ τη ζωή. Οι φυλές της πόλης είναι όλες εδώ. Είναι λαϊκή τέχνη, ζωντανή και αντιφατική, τελεία.

Ο ΛΕΞ, λοιπόν, ραπάρει με κινηματογραφική γλώσσα. Ο τρόπος που αφηγείται τις ιστορίες, ο ρυθμός των εικόνων, η εναλλαγή των ιδεών – όλα αυτά είναι πράγματα εξόχως κινηματογραφικά. Στήνει κάδρα, αλλάζει πλάνα, κάνει cuts. Αγαπάει το σινεμά κι αναφέρεται σ’ αυτό, ήδη από την εποχή της Ασπρόμαυρης Ταινίας και του Film Noir. Στους δύο τελευταίους solo δίσκους, όμως, αυτή η σχέση με την κινηματογραφική γλώσσα γίνεται πολύ οργανική. Τα τραγούδια αποπνέουν μεγαλύτερη κινηματογραφική εσάνς, τόσο στην ατμόσφαιρα όσο και στις αναφορές τους. Άλλοτε του λένε πως δεν είναι ταινία, άλλοτε τους λέει αυτός πως εδώ δεν ‘ναι σινεμά. Συχνά, από κάτω κρύβεται μια ταινία, μια σειρά, μια ατάκα. Ως αισθητική έμπνευση αλλά και ως πραγματικός τρόπος που περνάμε τη μέρα μας. Κι ακόμα περισσότερο, ο ΛΕΞ κάνει βήματα που τον φέρνουν πιο κοντά στο καθαυτό κινηματογραφικό πεδίο. Το Vittorio έγινε ταινιάκι από την Ζακλίν Λέντζου, ενώ ο Γιάννης Οικονομίδης του δίνει όλο το ρισπέκτ του κόσμου.

Παίρνοντας όλα τα παραπάνω ως αφορμή, λοιπόν, βάλαμε κάτω όλα τα τραγούδια του ΛΕΞ από το 2014 μέχρι σήμερα και καταγράψαμε ή αποκρυπτογραφήσαμε όσες περισσότερες τηλεοπτικές και κινηματογραφικές αναφορές μπορέσαμε. Καθίστε αναπαυτικά και απολαύστε, ακόμα κι αν εδώ δε ‘ναι σινεμά.

Προσπαθώντας σαν τον Cash να περπατάω στη γραμμήΔεύτερο τραγούδι στο Ταπεινοί και Πεινασμένοι κι ήδη το πρώτο κουπλέ αποτίει φόρο τιμής στον Johnny Cash και το Walk the Line, το οποίο φυσικά είναι κι ο τίτλος της βιογραφικής ταινίας του James Mangold.

Άσε μας να διηγηθούμε ιστορίες απ’ την κρύπτη: Κι εδώ βέβαια μιλάμε για την 80s και 90s τηλεοπτική σειρά τρόμου που μας μεγάλωσε, βασιζόμενη στα ομώνυμα κόμιξ.

Θέλω ο γιος μου να γίνει κοινωνική απειλή: Πιθανότατη αναφορά στο Menace II Society, εμβληματική hood ταινία με κλασικό rap soundtrack.

Με την ψυχή στο στόμα σαν το έργο ζούμε το έργο μας: Ψυχή στο Στόμα και Γιάννης Οικονομίδης, φυσικά.

Ο δώσαν του δώσαντος σαν τον πληροφοριοδότη: Αναφορά στο The Departed του Martin Scorsese, σίγουρα όχι η τελευταία αναφορά στον σκηνοθέτη. Φυσικά, η εισαγωγή του Mean Streets εμφανίζεται επίσης στον solo δίσκο του ΤΖΑΜΑΛ ως sample.

1-3-1-2, όλοι οι μπάτσοι μπάσταρδοι: Από μόνο του δεν αποτελεί κινηματογραφική αναφορά, αλλά δεδομένης της προτίμησης του ΛΕΞ για ιταλικό σινεμά και τηλεόραση, σίγουρα κρύβει επίσης μια (συνειδητή ή όχι) σύνδεση με το ACAB – All Cops Are Bastards του Stefano Sollima.

Έχω όνειρα ταινίες που δεν έχουνε σύνορα / Δίχως δίπλωμα οδηγώ στο Mulholland μ’ ηλιοβασίλεμα: Αναφορά στο Mulholland Drive του David Lynch βέβαια, μια ούτως ή άλλως εξόχως ονειρική ταινία.

Μόνο ταινίες του Scorsese και γαμήσια μετά: Είπαμε, Martin Scorsese.

Warriors με ρόπαλα: Εδώ ο στίχος ανήκει στον Μικρό Κλέφτη κι όχι στον ΛΕΞ, αλλά τον καταγράφουμε γιατί η υπέροχη ταινία του Walter Hill θα επανέλθει αργότερα.

Και αμολύσανε τους ΔΙΑΣ την πιο γλυκιά συμμορία: Προφανής αναφορά στη Γλυκιά Συμμορία του Νίκου Νικολαΐδη.

Χάζευα τον Τζουμαρού και το βρακί της Τσαν Λι: Ο Τζουμαρού είναι βέβαια το ομώνυμο ρομπότ από το anime με τίτλο Plawres Sanshiro που έπαιζε στην ελληνική τηλεόραση στα 90s. Για την ιστορία, το intro της σειράς το είχαν σαμπλάρει και πολύ παλιότερα τα Βόρεια Αστέρια (και φυσικά ραπάρει κι ο ΛΕΞ μέσα στο κομμάτι). 

Στο τέλος του τραγουδιού (που σηματοδοτεί και το τέλος του δίσκου), ακούμε το In the City του Joe Walsh των Eagles, το οποίο εμφανίζεται επίσης στο προαναφερθέν Warriors. Ναι, φουλ κινηματογραφικό κλείσιμο.

Sex, ψέμματα και βιντεοπαιχνίδια: Παραλλαγή του τίτλου της ταινιάρας του Steven Soderbergh, δηλαδή του Sex, Lies, and Videotape.

Όχι μπαίνουμε, γαμάμε μια Τρίτη Ματωμένη: Ξανά Οικονομίδης, από το Μικρό Ψάρι αυτήν τη φορά.

Μία σειρά του HBO θέλω πριν κοιμηθώ: Ναι, είναι σαφής η αναφορά. 

Ούλτρα βία, μετά τη γαλατερία: Κι εδώ βέβαια αναφέρεται στο ιδιαίτερο lifestyle των νεαρών από το A Clockwork Orange του Stanley Kubrick.

Ντρόγκες, σηκώνονται οι νεκροί στα κοιμητήρια: Φυσικά, η εικόνα νεκρών που επιστρέφουν ως ζόμπι έρχεται από κλασικές ταινίες του είδους σαν το Dawn of the Dead και το The Return of the Living Dead.

Τα πάντα αμφισβητούμενα είναι φάντασμα στο κέλυφος: Σαφής αναφορά στο αριστουργηματικό anime Ghost in the Shell, το οποίο υπό προϋποθέσεις όντως μπορεί να σε κάνει να αμφισβητήσεις τα πάντα.

Σ’ ένα Z επάνω τα είκοσι-ένα της g: 21 Grams είναι βέβαια κι ο τίτλος της ταινίας του Alejandro González Iñárritu.

Αίμα στο κεφάλι μου, ξυράφι στο καπέλο μου: Αναφορά στην προσφιλή συνήθεια των Peaky Blinders να μετατρέπουν τα καπέλα τους σε φονικά όπλα.

Δεν άκουγα όταν μου έλεγαν τράβα να μάθεις γράμματα: Το Μάθε παιδί μου γράμματα είναι βέβαια ο τίτλος της κλασικής ταινίας του Θόδωρου Μαραγκού.

Ζώντας κάτω από το θόλο που όλα εκπέμπουνε φόβο: Αναφορά στο The Truman Show του Peter Weir, το οποίο περιγράφει μια ψεύτικη ζωή κάτω από έναν κυριολεκτικό θόλο.

Είναι μεταμεσονύκτιες ιστορίες παρακμής: Αναφέρεται στην ταινία Midnight Express του Alan Parker, απ’ το οποίο προέρχεται και το sample στην αρχή του κομματιού.

Με γυαλί Eazy-E και πιστόλι Sopranos / Σε scooter χωρίς κράνος, σαν Ναπολιτάνος: Προφανής αναφορά στο The Sopranos φυσικά, κι η αναφορά στη Νάπολη συνδέει την εικονογραφία του κομματιού με το ναπολιτάνικο Gomorrah του Roberto Saviano (που έγινε ταινία από τον Matteo Garrone και σειρά από τον προαναφερθέντα Sollima). Επίσης, ο ίδιος ο Tony Soprano έχει επισκεφθεί τη Νάπολη, μην το ξεχνάμε.

Ταινίες Tarantino και ταξίδια Βερολίνο: Σαφές, αν και λιγότερο καυλιάρικο από τον προηγούμενο στίχο με τις ταινίες Scorsese.

Μάλλον το τραγούδι του ΛΕΞ με την πιο πυκνή κινηματογραφική σημειολογία. Όπως έχει επισημανθεί ήδη, ο τίτλος κι η θεματολογία παραπέμπουν πιθανά στον Vittorio De Sica, πρωτοπόρο του ιταλικού νεορεαλισμού. Η πιο κλασική του ταινία είναι βέβαια το Bicycle Thieves, ενώ ο ΛΕΞ στους στίχους λέει «Παρ’ το ποδήλατο σου και κατέβα να σε δούμε».

Αν το πάμε κι άλλο πιο πέρα βέβαια, θα βρούμε ότι στην ταινία του De Sica τα νταραβέρια γίνονται στην Piazza Vittorio της Ρώμης, ενώ κι ο προαναφερθείς Tony Soprano πήγε στη Νάπολη για να συναντηθεί με τον αρχιμαφιόζο Don Vittorio. Για να μην παρανοήσουμε περισσότερο, σημειώνουμε απλά και τον στίχο «Ιταλικές σειρές και μια πίτσα στα δύο», θυμίζοντας ότι το κλιπ του κομματιού έχει γυρίσει η βραβευμένη στις Κάννες Ζακλίν Λέντζου.

Να ακούμε grime στις αυλές των σπιτιών: Πιθανή αναφορά στη σειρά Top Boy, στην οποία θα επανέλθουμε έτσι κι αλλιώς αργότερα. Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα παραπέμπει έντονα.

Οι γειτονιές μας στο προσκήνιο τσακάλια: Κι εδώ πιθανή αναφορά στην ταινία Τα Τσακάλια του Γιάννη Δαλιανίδη, έμβλημα των 80s.

Τ’ αφηνιασμένα zombie μες στα πολυκαταστήματα / Λέω ό,τι βλέπω κι όλοι με κοιτάνε ύποπτα: Ξανά εικονογραφία με ζόμπι. Η πρώτη εικόνα μοιάζει να παραπέμπει στο Dawn of the Dead του George Romero, ενώ η δεύτερη στο They Live του John Carpenter.

Μίσος σαν τα Γαλλικά προάστια: Ξεκάθαρη αναφορά στην ταινία La Haine, φυσικά.

Οι Samurai των δρόμων με σπαθί και με πτυσσόμενο: Η εικόνα, σε συνδυασμό με το rap φυσικά, παραπέμπει ίσως στο Ghost Dog του Jim Jarmusch, μια εξόχως hip-hop ταινία εξάλλου.

Μας χαζεύουν οι εξωγήινοι μέσα από το κουτί: Μιας και αναφέραμε πριν το They Live, κι εκεί οι εξωγήινοι έλεγχαν τον κόσμο μέσα από τα μίντια και τις τηλεοράσεις.

Εγώ δε θέλω μεροκάματο, εγώ θέλω να rapάρω: Πρόκειται βέβαια για αναφορά στο κλασικό τραγούδι από την 80s ταινία Όταν Οι Ρόδες Χορεύουν.

Σαν την Νancy και τον Sid μέσα στο βροχερό Λονδίνο: Εικόνα βγαλμένη κατευθείαν από το Sid & Nancy του λατρεμένου Alex Cox.

Το τραγούδι αναφέρει «Εξωγήινοι, διαστημόπλοια κι ουσίες» κι έπειτα λέει «Προσευχόμαστε γι’ αυτό σαν να πιστεύουμε», την ώρα που ένας τοίχος έχει αφίσα I Want to Believe. Χρειάζεται κάτι παραπάνω για να γίνει X-Files;

Κι ας είναι γκρίζο το μαλλί σαν του Tranks: Από το Dragonball φυσικά.

Top boy σαν τον Dushane και τον Sully: Η σειράρα Top Boy που λέγαμε προηγουμένως. Εδώ δεν χωράει παρεξήγηση.

Κατά τ’ άλλα, η ενασχόληση του κομματιού με τον θάνατο σε συνδυασμό με τον τίτλο μας κάνει να υποψιαζόμαστε μια παραπομπή στο Not Today του Game of Thrones. Κι αυτό σειρά HBO είναι εξάλλου.

Best of internet