Jojo Rabbit: Τρόμος και Γελοιότητα του Τρίτου Ράιχ

Να σατιρίζει κανείς ναζί ή να μην;

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

27 Ιανουαρίου 2020

Όταν ο Μπερτολντ Μπρεχτ στα μέσα της δεκαετία του ’30 έγραφε τα κείμενα που μετέπειτα θα αποτελούσαν το σπουδαίο έργο του Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ, ακόμα δεν είχε ξεδιπλωθεί όλη η φρίκη του ναζισμού. Το Ολοκαύτωμα, το έγκλημα των εγκλημάτων, η συστηματική εξόντωση 6 εκατομμυρίων Εβραίων από τους ναζί και τους συνεργάτες τους, αποκαλύφθηκε ως πεμπτουσία του ναζιστικού καθεστώτος το 1941 με την αρχή των μαζικών δολοφονιών. Ήδη από το 1933 όμως, λίγο μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, είχε ξεκινήσει ο εγκλεισμός των «ανεπιθύμητων» σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το πρώτο ανοιχτά αντι-ναζιστικό έργο του Μπρεχτ λοιπόν, κάνοντας πρεμιέρα το 1938 στο Παρίσι, δεν μπορούσε να προβλέψει το μέγεθος του εγκλήματος που επρόκειτο να ακολουθήσει τόσο σύντομα. Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, γράφοντάς έναν επίλογο για το Τρόμος και Αθλιότητα, ο Μπρεχτ προσπαθεί να συλλάβει ποιητικά την γελοιότητα και την φρίκη του ναζισμού: «Θα γελάγαμε μέχρι δακρύων / αν δεν είχαν πεθάνει τόσα αδέρφια μας / για να τους νικήσουμε». Πριν από λίγες μέρες, κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το Jojo Rabbit του Taika Waititi, μια ταινία που (με εντελώς διαφορετικά μέσα και ύφος) θέλει να αποτελέσει αιχμηρή αντιναζιστική σάτιρα. Όλως τυχαίως σήμερα, 27 Ιανουαρίου, είναι η Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος. Ήταν η μέρα που ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε το Άουσβιτς.

Το Jojo Rabbit, λοιπόν, είναι μια περίεργη περίπτωση, η οποία περιτριγυρίζεται από μια ιδιαίτερα έντονη συζήτηση. Πρόκειται πράγματι για μια σάτιρα που τοποθετείται στη ναζιστική Γερμανία κοντά στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα δεκάχρονο παιδί, φανατικό μέλος της χιτλερικής νεολαίας, το οποίο έχει για φανταστικό του φίλο μια καρτουνίστικη εκδοχή του Χίτλερ (τον οποίο υποδύεται ο Waititi, Πολυνήσιος Εβραίος ο ίδιος). Η βεβαιότητα του μικρού αγοριού για τον κόσμο και τον ναζισμό θα αρχίσει να κλονίζεται όταν θα ανακαλύψει πως η μητέρα του, μέλος της αντίστασης, κρύβει μέσα στο σπίτι μία έφηβη Εβραία κοπέλα. Και μπορεί η ταινία να έφτασε αυτές τις μέρες στα ελληνικά σινεμά, έχοντας κάνει πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το Νοέμβριο, αλλά ήδη έχει μεγάλη ιστορία από πίσω του. Η ταινία του Waititi (δημιουργού του κινηματογραφικού και τηλεοπτικού What We Do in the Shadows, του μαρβελικού Thor: Ragnarok και του υπέροχου Hunt for the Wilderpeople μεταξύ άλλων) πήρε το περιζήτητο βραβείο κοινού στο φεστιβάλ του Τορόντο και μάζεψε έξι υποψηφιότητες για τα επερχόμενα Όσκαρ. Ταυτόχρονα όμως δίχασε κοινό και κριτική (και ιστορικούς του Ολοκαυτώματος), με μέρος τους να κατηγορεί τον Waititi για ανεύθυνη μεταχείριση του θέματος ή αποτυχημένη σάτιρα, έως και ακούσιο ξέπλυμα των ναζί. Όπως καταλαβαίνει ο καθένας, υπάρχουν εδώ διάφορα ζητήματα προς συζήτηση αν σε ενδιαφέρει το σινεμά ως κάτι παραπάνω από ψυχαγωγία. Ή, ακόμα περισσότερο, αν σε ενδιαφέρει συνολικότερα η σχέση της τέχνης με την ιστορία.

Το καυτό ερώτημα , βέβαια, είναι σαφές: πώς κάνεις κωμωδία με τους ναζί και πώς κάνεις χιούμορ γύρω από το Ολοκαύτωμα; Πρόκειται φυσικά για ένα ερώτημα με πολύ μακρά ιστορία πίσω του, αφού υπάρχει τεράστια παράδοση στην κωμωδία που περιστρέφεται γύρω από το ναζισμό ήδη από την εποχή του Β’ΠΠ μέχρι και σήμερα. Το φάσμα αυτού του χιούμορ περιλαμβάνει πολλά πράγματα που συχνά βρίσκονται σε ένταση ή αντίθεση μεταξύ τους, από τον Charlie Chaplin του The Great Dictator και το εμβληματικό The Producers του Mel Brooks μέχρι το nazisploitation των 70s (που αναβίωσε εν μέρει ο Quentin Tarantino), την ειρωνική οικειοποίηση της ναζιστικής εικονογραφίας εκ μέρους πολλών punks και πάμπολους edgy stand-up κωμικούς που έχουν επιχειρήσει holocaust jokes. Όλη αυτή η εμπειρία των αναπαραστάσεων του ναζισμού και του Ολοκαυτώματος με τα μέσα της κωμωδίας αναδεικνύει εδώ και πολλές δεκαετίες τα ερωτήματα αισθητικής και ηθικής τάξεως που συνοδεύουν αυτές τις αναπαραστάσεις – είτε το καταλαβαίνουν οι ίδιες είτε όχι. Μια εξαιρετική σύνοψη αυτής της προβληματικής, του πώς δηλαδή αναπαράστησε τους ναζί η μαζική κουλτούρα, προσφέρει ένα video essay της (αγαπημένης) Lindsay Ellis από το 2017 που εκ των πραγμάτων έγινε ξανά επίκαιρο μετά την κυκλοφορία του Jojo Rabbit και την συζήτηση που ακολούθησε.

Αν υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους προβληματισμούς της Ellis σχετικά με το «πώς σατιρίζεις ναζί» είναι το ίδιο το γεγονός ότι η φασιστική απειλή είναι ακόμα παρούσα. Όσο υπάρχει ευθύνη απέναντι στην ιστορική μνήμη, λοιπόν, άλλο τόσο υπάρχει και ευθύνη απέναντι στο σημερινό κοινωνικο-ιστορικό περιβάλλον που αναδεικνύει τον εθνικισμό και τον αυταρχισμό σε σημαντική παγκόσμια πολιτική δυναμική. Με λίγα λόγια, το πρόβλημα της αντιναζιστικής σάτιρας περιλαμβάνει ταυτόχρονα την αναμέτρηση με το παρελθόν και το παρόν. Αφετηρία γι’ αυτόν τον προβληματισμό είναι η γραμμή σκέψης που βλέπει μια ενότητα ανάμεσα στην ιδεολογία και την αισθητική του ναζισμού, μιας και ο ναζιστικός ολοκληρωτισμός θεμελιώθηκε πάνω στην κατασκευή μιας αυτο-εικόνας δύναμης και ανωτερότητας, αισθητικοποιώντας την ίδια την πολιτική (σύμφωνα με την κλασική ανάλυση του Βάλτερ Μπένγιαμιν) και μετατρέποντάς την σε λατρεία της ψευδαισθησης. Η ορθολογικά οργανωμένη βαρβαρότητα του ναζισμού συνοδευόταν από μια παρανοϊκή θεατρικότητα λατρείας της ισχύος και του θανάτου. Η φουλ κοκαρισμένη δήλωση του David Bowie από τα 70s ότι ο Χίτλερ ένας από τους πρώτους rock stars μοιάζει ημίτρελη αλλά έχει μεγάλες δόσης αλήθειας.

Σήμερα, το σύγχρονο μεταμοντέρνο pop περιβάλλον έχει δώσει στους σημερινούς alt-right νεοναζί κι όλα εκείνα τα ειρωνικά εργαλεία που τους επιτρέπουν να εισχωρούν ευκολότερα σε διάφορες υποκουλτούρες με όπλο την αμφισημία και την ασάφεια. Η αισθητική του ναζισμού όμως μένει εν πολλοίς σταθερή. Στο κλασικό δοκίμιο με τον τίτλο Fascinating Fascism, η Σούζαν Σόνταγκ σημειώνει ότι η φασιστική αισθητική βρίσκει την ομορφιά μέσα από καταστάσεις πλήρους ελέγχου, μεγαλομανίας και υποδούλωσης. Η πομπώδης ψευδαίσθηση δύναμης παραμένει σταθερή και, σύμφωνα με την Ellis, η αποτελεσματική σάτιρα διαλύει αυτήν την ψευδαίσθηση μέσα από την γελοιοποίηση. Αυτό, βέβαια, δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Ας θυμηθούμε τι έλεγε ο Woody Allen του Manhattan προτείνοντας ξύλο στους ναζί αντί για σάτιρα: It’s hard to satirize a guy with shiny boots.

Η ύπαρξη αυτής της στενής σχέσης ανάμεσα στην αισθητική και την ιδεολογία του ναζισμού επιτάσσει αναμφίβολα μεγάλη προσοχή όσον αφορά την αναπαράσταση του ίδιου του ναζιστικού φαινομένου στην οθόνη. Ειδικά όταν σε ένα οπτικό μέσο όπως το σινεμά ενδέχεται να υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στο κείμενο και το framing μιας ταινίας. Με άλλα λόγια, μπορεί το κείμενο μιας ταινίας, αυτά που συμβαίνουν ως γεγονότα, η λογική της ιστορίας, να πηγαίνουν προς μια κατεύθυνση αλλά το  framing της ταινίας, η αισθητική της γλώσσα, αυτά που ασκούν γοητεία και σαγήνη και πειθώ να πηγαίνουν προς μια άλλη κατεύθυνση. Το video essay της Ellis δίνει δυο εξαιρετικά παραδείγματα. Υπάρχουν ταινίες σαν το American History X και το The Believer που έχουν μετατραπεί σε νεοναζιστικά icons παρά τις προθέσεις των δημιουργών τους (και το κείμενο της ταινίας), ακριβώς επειδή η αισθητική του μίσους εκδηλώνεται με υπερ-κουλ κινηματογραφικό τρόπο. Στο Jojo Rabbit, από την άλλη (όπως και στο The Producers του Brooks που χρησιμοποιεί σαν αντιπαράδειγμα η Ellis) δεν υπάρχει τίποτα κουλ στους ναζί. Για την ακρίβεια, είναι γελοίοι – εντελώς γελοίοι. Ο Waititi στοχεύει στην βαθιά γελοιοποίηση των ναζί του κινηματογραφικού του κόσμο, αποστερώντας τους από κάθε είδους ψευδαίσθηση δύναμης αλλά αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την δυνατότητά τους να διαπράξουν το χειρότερο έγκλημα της ιστορίας.

Μ’ αυτήν την έννοια, το Jojo Rabbit μοιάζει λιγότερο με την κωμωδία του Chaplin ή του Brooks και περισσότερο με αυτήν του Ernst Lubitch, ο οποίος το 1942 (μέσα στον πόλεμο) έφτιαξε με το To Be or Not to Be μια αντιναζιστική σάτιρα με φαινομενικά ανάλαφρο ύφος αλλά μεγάλο κινηματογραφικό βάθος, η οποία στην εποχή της αντιμετωπίστηκε περίπου όπως κι η ταινία του Waititi σήμερα. Άλλοι την θεώρησαν ανεύθυνη κι άλλοι πανέξυπνη, με τον ίδιο τον Lubitsch να ξεκαθαρίζει πως στόχος της σάτιράς του ήταν η γελοία ιδεολογία του ναζισμού. Θα ήταν τεράστια υπερβολή να πούμε ότι ο Waititi είναι εξίσου σπουδαίος κινηματογραφιστής με τον Lubitsch, αλλά διάλεξε έναν αντίστοιχα δύσκολο κι απαιτητικό δρόμο, βάζοντας ένα ζόρικο στοίχημα με τον εαυτό του. Από τη μία, θέλει να κάνει μια quirky σάτιρα γελοιοποίησης. Από την άλλη, θέλει να καταδείξει το βάρος της ναζιστικής θηριωδίας, προσθέτοντας τον θάνατο μέσα στο γέλιο. Οι ναζί είναι ηλίθια καρτούν που την ίδια ώρα διαπράττουν το έγκλημα των εγκλημάτων. Κι η αλήθεια είναι ότι ο θάνατος υπάρχει παντού μέσα στο Jojo Rabbit. Οι ήρωες αναγκάζονται να ζήσουν μαζί του, να τον κοιτάξουν κατάματα, να τον δουν να έρχεται για τους δικούς τους ανθρώπους. Το Ολοκαύτωμα (και η αντίσταση σε αυτό) είναι εκεί, δίπλα στην σαχλότητα. Δύσκολο πράγμα. Δύσκολο.

Όπως καταλαβαίνει κανείς εύκολα, η μεγαλύτερη πρόκληση εδώ είναι ο τόνος, το ύφος. Για μένα, ο Waititi κατάφερε να βγει κερδισμένος από αυτό το στοίχημα. Η διαχείριση του τόνου της ταινίας γίνεται πάνω σε τεντωμένο σκοινί: σε καλεί να γελάσεις με την γελοιότητα και σε καλεί να αναλάβεις την ευθύνη για την βαρβαρότητα. Ο βαθύς ειρωνικός τρόμος της αναμέτρησης με την ιστορική εμπειρία ξεδιπλώνεται με τα πιο φαινομενικά αφελή και σαχλά μέσα. Κυρίως, όμως, ξεδιπλώνεται με απλότητα. Το Jojo Rabbit έχει πολύ σφιχτό γράψιμο, γεμάτο παραδοσιακές συμβάσεις αλλά και έντονη εσωτερική συνοχή. Μέσα από συνεχείς μεταβάσεις ανάμεσα στην χαλαρότητα και την ένταση, ο Waititi δίνει μια μεγάλη γκάμα από ιντριγκαδόρικα setups που καταλήγουν όλα ανεξαιρέτως σε ικανοποιητικά (εικαστικά, θεματικά και αφηγηματικά) payoffs. Τίποτα από όλα αυτά δεν ανοίγει νέους δρόμους για το σινεμά, αλλά η ταινία παίρνει το playbook του Καλού Χόλιγουντ και εφαρμόζει τους ουσιαστικότερους κανόνες του με ειλικρίνεια, ευαισθησία και χιούμορ. Προσωπικά, αν με ρωτάτε, βρίσκω αυτήν την μεταχείριση πιο έντιμη κι εν τέλει προτιμότερη από το χειριστικό, μελό, tear-jerking, νερόβραστο, εκμεταλλευτικό κι εν τέλει συγκαλυμμένα κυνικό ύφος ενός Η Ζωή Είναι Ωραία ή ενός Σίντλερ.

Είπαμε, βέβαια: η ταινία περπατάει σε τεντωμένο σκοινί. Όντας ένα συνεχές rollercoaster συναισθημάτων και ιδεών, σε καλεί να πάρεις την ευθύνη για τα συναισθήματα και να επεξεργαστείς τις συνέπειες των ιδεών. Ανάμεσα σ’ αυτές τις ιδέες, ανακύπτει και το ακανθώδες ζήτημα για το οποίο κατηγορήθηκε η ταινία. Ξεπλένει άραγε τους ναζί το Jojo Rabbit; Μας λέει μήπως ότι υπάρχουν και καλοί ναζί; Στα δικά μου μάτια, ο Waititi επιχειρεί μια απο-τερατοποίηση των ναζί, κι επιλέγει να το κάνει μέσω της γελοιοποίησης. Η ίδια η ιδέα βέβαια ότι οι ναζί δεν είναι τέρατα είναι πολύ παλιά μέσα στην πολιτική και φιλοσοφική σκέψη. Παρακολουθώντας την δίκη του Άιχμαν, ενός από τους αρχιτέκτονες του Ολοκαυτώματος, η Χάνα Άρεντ διατυπώνει την ιδέα της κοινοτοπίας του κακού προκειμένου καταδείξει το ότι ο ναζισμός μπορεί να προέρχεται κι από μια μουντή, καθημερινή, ηλίθια κανονικότητα. Πολύ νωρίτερα, ήδη από το 1933, ο Βίλχελμ Ράιχ έγραφε για την μαζική ψυχοπαθολογία του φασισμού, για το ότι η επιθυμία για έλεγχο και επιβολή πηγάζουν από τον φόβο της εξέγερσης, της επιθυμίας, της σεξουαλικότητας.

Πιο συγκεκριμένα, για τον Ράιχ η απαρχή της μοριακής δομής του φασισμού είναι η οικογένεια, αποτελώντας το πρώτο κύτταρο της φασιστικής κοινωνίας – κι εδώ το Jojo Rabbit παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Ο μικρός Jojo έχει δύο οικογένειες: την οικογένεια του φασισμού και την οικογένεια της αντίστασης. Επιλέγοντας την πρώτη και καταπιέζοντας το συναίσθημα και την επιθυμία, θέλει να απομακρυνθεί από την δεύτερη υπό την καθοδήγηση του φανταστικού του φίλου, του Χίτλερ, ο οποίος λειτουργεί ως ένα καρτουνίστικο Υπερεγώ. Ταυτόχρονα όμως το συναίσθημα και η επιθυμία επανέρχονται μέσα από την επαφή με την Εβραία έφηβη που κρύβεται στο σπίτι, η οποία λειτουργεί ως το Ασυνείδητο του Jojo. Η μία σχέση λειτουργεί ως ενόρμηση θανάτου κι η άλλη ως ενόρμηση ζωής, κάνοντας το character arc του Jojo πρωτίστως ψυχολογικό. Από το Othering, την καταπίεση του Άλλου και του Εαυτού, περνάει στην επαφή με τον Άλλο που αλλοιώνει θετικά τον Εαυτό – κι έτσι έρχεται το άνοιγμα, η απελευθέρωση. Αυτό το σχήμα που ακολουθεί την διανοητική, συναισθηματική και αφηγηματική εξέλιξη της ταινίας -παρότι ουσιαστικά απλούστατο- δίνει κατ’ εμέ ένα απροσδόκητα ανθρώπινο βάθος στην ταινία του Waititi το οποίο θα ζήλευαν πολύ οι βλοσυρές και σοβαροφανείς αντίστοιχες χολιγουντιανές παραγωγές που αισθητικοποιούν την κυριολεξία του πόνου για να κρύψουν την φτώχεια των ιδεών και των συναισθημάτων.

Όλα τα παραπάνω, βέβαια, δεν σημαίνουν ότι το Jojo Rabbit είναι τέλειο. Όχι, δεν είναι τέλειο. Για την ακρίβεια, παρά τις πολλές αρετές του, είναι υπερβολικά σχηματικό σε κάμποσα πράγματα. Για παράδειγμα, η κινηματογραφική ιστορική σκέψη του Waititi είναι εν τέλει αρκετά φτωχή, αδυνατώντας προφανώς να σταθεί αξιοπρεπώς δίπλα στα σπουδαία φιλμ που επιδεικνύουν γιγάντιο πλούτο ως ιστορικο-πολιτικά έργα τέχνης, όπως το Shoah του Claude Lanzmann ή το Son of Saul του Laszlo Nemes (δεν μιλάμε καν για την σπουδαιότητα της γραφής που δημιούργησαν επιζήσαντες σαν τον Πρίμο Λέβι ή τον Ζαν Αμερί). Κι ενώ η απελευθέρωση του Jojo μέσα από την επαφή με τον Άλλο είναι δραματουργικά πειστική, δε μπορούμε να πούμε το ίδιο για την καταληκτική εικόνα του κόσμου ολόκληρου να απελευθερώνεται από τους Αμερικάνους. Επίσης, προκειμένου να λειτουργήσει ικανοποιητικά το arc του Jojo, η χαρακτήρες της μητέρας και του κοριτσιού αναγκάζονται να παραμείνουν αρκετά σχηματικοί. Παρόλο που έχουν υπέροχες εκλάμψεις μέσα στην ταινία, εν τέλει δυσκολεύονται να ζωντανέψουν ως κάτι παραπάνω από αφηγηματικά εργαλεία ώστε να βρει ο πρωταγωνιστής τον εαυτό του.

To μεγαλύτερό μου παράπονο, όμως, είναι ότι δεν κατάφερε να κάνει πιο μαύρο το χιούμορ της και πιο μαύρο τον θάνατό της. Ήθελα παραπάνω ένταση, περισσότερο σκοτάδι, περισσότερη κωμωδία – με τρόπο που να συνυπάρχουν μέσα στο γέλιο. Ένα γέλιο που δεν έρχεται για να διαλύσει ή να διασκεδάσει το σκοτάδι, αλλά έρχεται από το ίδιο το σκοτάδι. Το Jojo Rabbit δεν καταφέρνει να γίνει τόσο βαθύ. Είναι όμως πολύ, πολύ πιο βαθύ απ’ όσο του καταλογίζεται ή απ’ όσο φαίνεται επιφανειακά. Και, κυρίως, έχει την καρδιά του στο σωστό μέρος: ξύλο στους ναζί, χιούμορ στη ζωή, αγάπη στους ανθρώπους.

Best of internet