Το Cats είναι το πρώτο cult διαμάντι της νέας δεκαετίας, άθελά του

Νιώθουμε κάπως, εχμ, μπερδεμένοι

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

24 Ιανουαρίου 2020

Αν υπάρχει ένα πράγμα που βαριέμαι περισσότερο στο σινεμά, αυτό είναι οι «απλά καλές» ταινίες. Μιλάω για εκείνες τις ταινίες που είναι ΟΚ, που είναι «ενδιαφέρουσες», που είναι μη-επιθετικά μέτριες, που παίρνουν 2μιση αστεράκια, που έχουν 6.3 στο IMDb, που σου λένε «δεν αξίζει για σινεμά, δες το στο σπίτι». Αυτή η κατηγορία ταινιών, βέβαια, δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο στυλ και ύφος. Μπορεί να είναι μια μέτρια χολιγουντιανή ταινία, μια αδιάφορη arthouse φεστιβαλιά, ένα horror που δεν παίρνει ούτε πολύ σοβαρά ούτε πολύ ασόβαρα τον εαυτό του, μια κυριλέ νερόβραστη βιογραφία, οτιδήποτε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι μετά από δύο μέρες δεν θα θυμάσαι τίποτα απολύτως. Ούτε το δράμα των χαρακτήρων, ούτε την αισθητική του σκηνοθέτη, ούτε τα συναισθήματα που σου γέννησε. Στην θέση της ανάμνησης όλων αυτών υπάρχει απλά μια γκρίζα θολούρα που κρύβει πίσω της μια αχνογραμμένη επιγραφή. Αν πλησιάσεις αρκετά κοντά, τότε μπορείς να την διαβάσεις. Η επιγραφή λέει: «νταξ καλή ταινιούλα είναι».

Εφιάλτης, όνειδος, πόνος, έρεβος, σκατά. Χίλιες φορές μια αληθινά παθιασμένη αποτυχία από εκατό αδιάφορες επιτυχίες μαζί. Χίλιες φορές ένας χρυσελεφάντινος πύργος που καταρρέει μεγαλοπρεπώς από ένα μίζερο δυαράκι στο Νέο Κόσμο. Χίλιες φορ- ΟΚ, το πιάσατε, δεν χρειάζονται άλλες υπερβολές. Πραγματικά, όμως, ερωτώ: βλέπεις μια ταινία με βαθμολογία 6.3 και μια άλλη βαθμολογία με 2.8, την ώρα μάλιστα που η δεύτερη έχει μπάτζετ σχεδόν 100 εκ. δολάρια, ένα τεράστιο στούντιο από πίσω και μια σειρά από πρωτοκλασάτους σελέμπριτιζ να πρωταγωνιστούν. Ποια από τις δύο θα διαλέξεις; Θα αρκεστείς στην απατηλή ασφάλεια της μετριότητας που σε σκοτώνει αργά ή θα κάνεις το άλμα πίστεως ώστε να βρεθείς σε ένα ανώτερο επίπεδο συνείδησης πέραν του καλού και του κακού που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την γενναία κατανάλωση του μεγαλύτερου σκουπιδιού καθώς κοιτάς κατάματα την οπλισμένη κάννη της ακούσιας αυτο-παρωδίας;

Για να μην κοροϊδευόμαστε, ναι, το κινηματογραφικό Cats που έκανε πρεμιέρα αυτήν την βδομάδα είναι μια κακή ταινία – μια αληθινά κακή ταινία. Μια βόλτα στις βαθμολογίες κοινού και κριτικών για την ταινία του Tom Hooper είναι ικανή να βυθίσει σε θλίψη ακόμα και τους πιο ευδιάθετους από εμάς. Μ’ αυτήν την έννοια, όχι, δεν θα προτείναμε σε κανέναν άνθρωπο να δώσει σχεδόν μισό μεροκάματο βασικού μισθού (μαζί με ποπκόρν και κοκακόλες και τέτοια) προκειμένου να το δει στα σινεμά – παρόλο που μια κανιβαλιστική midnight προβολή θα ήταν ιδανική. Όχι μόνο γιατί τα λεφτά που βγάζουμε με τον ιδρώτα μας είναι πολύτιμα, αλλά κι επίσης γιατί η ιδανική απόλαυση μιας ταινίας σαν το Cats χρειάζεται μερικές ενισχύσεις: μεγάλη παρέα, περασμένη ώρα, κάμποσο αλκοόλ, άφθονα ναρκωτικά. Πράγματι, το Cats είναι άξιο να λάβει την κατωτάτη των ποινών. Είναι μια ταινία cult κατά λάθος, εξαίρετο παράδειγμα μιας so-bad-it’s-good ταινίας που γίνεται απολαυστικό ακριβώς επειδή τα πάντα εκτροχιάζονται, πηγαίνουν στραβά, ξεφεύγουν από τον έλεγχο των δημιουργών τους.

Όπως πιθανώς έχετε καταλάβει ήδη από το trailer του Cats που έγινε viral μέσω των αμέτρητων memes που γέννησε, η ταινία αποτελεί μια κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου μιούζικαλ του Andrew Lloyd Webber, το οποίο με τη σειρά του βασίστηκε στην τσαχπινογαργαλιάρικη συλλογή ποιημάτων για γάτες του κατά τ’ άλλα ιδιαιτέρως σφιχτοκώλη μοντερνιστή ποιητή T.S. Eliot. Βλέποντας το trailer, λοιπόν, καταλαβαίνει κανείς πως υπάρχει κάτι τρομερά αμήχανο στο Cats: η φουλ αλλόκοτα βδελυγματική πρόσμιξη ανθρώπου και γάτας που προέκυψε από την εισαγωγή ψηφιακής γούνας σε κάθε σημείο του σώματος των ηθοποιών (ναι, και στο πρόσωπο). Έχουμε δει ολογράμματα να ραπάρουν, έχουμε δει νεκρούς ηθοποιούς να ζωντανεύουν, έχουμε δει 75χρονους να γίνονται 40ρηδες, έχουμε δει πολλά πράγματα – αλλά τίποτα σαν αυτό. Ακόμα κι οι πιο σκληροί furry fetishists πρέπει να μπουρδουκλώθηκαν τα μάλα βλέποντας τις γάτες να έχουν ανθρώπινο πρόσωπο και κορμό σα να είναι το πραγματικό τους σώμα αλλά ταυτόχρονα να μην έχουν καθόλου γεννητικά όργανα σα να πρόκειται για τριχωτές crash test dummies. Πραγματικά, είναι σαν οι δημιουργοί αυτών των πλασμάτων να μην έχουν δει ποτέ ούτε άνθρωπο ούτε γάτα, αλλά την ίδια ώρα να είχαν υπερβολικά σαφείς και λεπτομερείς οδηγίες για το πώς να τους φτιάξουν. Είναι ένα weird θέαμα, αλλά είναι επίσης παράδοξα σαγηνευτικό, μεθυστικό και παραισθησιογόνο. Αρκεί, φυσικά, να αρχίσεις να χαλαρώνεις και να αφήνεσαι στην ταινία εγκαταλείποντας την ψευδαίσθηση του ελέγχου…

Ουσιαστικά, το Cats σε βάζει σε ένα παράξενο τριπ ήδη με την δομή του. Ή, βασικά, με την απουσία δομής του. Η ταινία ξεκινάει με τις γάτες να συστήνονται μέσα από μουσικοχορευτικά νούμερα. Έπειτα, συνεχίζουν να συστήνονται μέσα από μουσικοχορευτικά νούμερα. Μετά, κάνουν μερικές ακόμα συστάσεις, οι οποίες βέβαια πραγματοποιούνται με τη μορφή μουσικοχορευτικών νούμερων. Στη συνέχεια, η δράση κορυφώνεται σε κάτι που κανείς δεν καταλαβαίνει τι είναι. Και μετά η ταινία τελειώνει. Ναι, είναι σαν μια διαρκής λούπα με ατελείωτο foreplay που καταλήγει απότομα σε πρόωρη εκσπερμάτιση. Συγχωρέστε μας την έντονη σεξουαλική γλώσσα, αλλά πραγματικά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Γιατί, αν υπάρχει ένα συναρπαστικό πράγμα σε αυτήν την ταινία, είναι η λιβιδινική ενέργεια και η weird σεξουαλικότητά της. Κι αυτό είναι κάτι παράξενα ευπρόσδεκτο σε μια ταινία σαν αυτήν, αφού η μαζική κουλτούρα πάντα είχε μια πλήρως συμπλεγματική σχέση με την σεξουαλικότητα. Το Χόλιγουντ κι αμερικάνικη τηλεόραση πάντα πούλαγαν σεξ καταπιέζοντάς το. Όσο παραπάνω υπαινίσσονταν την σεξουαλικότητα, τοποθετώντας την διαρκώς στην επιφάνεια, άλλο τόσο την περιφρουρούσαν από το να απελευθερωθεί, να ξεφύγει από τον έλεγχο, να γίνει αληθινά δημόσια κι ανθρώπινη. Ε, στο Cats αυτή η σεξουαλικότητα απελευθερώνεται, αλλά μάλλον δεν ήταν αυτός ακριβώς ο σκοπός των δημιουργών της.

Παρόλο που το κείμενο του Cats είναι μνημειωδώς ξενέρωτο και έμμετρα άκαμπτο, οι φιγούρες των γατανθρώπων είναι τρομερά αισθησιακές στην όψη και στην κίνηση. Ουσιαστικά, βλέπουμε ενήλικες ανθρώπους (από τον Idris Elba και την Judi Dench μέχρι την Taylor Swift και τον James Corden – και τον Ian McKellen!) να κάνουν ένα hi-tech γατο-cosplay καθώς αλληλοτρίβονται και αυτογλείφονται σε ένα πλουσιοπάροχο CGI μπουρλέσκ σκηνικό. Το γίγνεσθαι-ζώο του Cats δεν έχει κανένα μυθικό βάρος, κανένα φιλοσοφικό βάθος, κανένα αφηγηματικό κέντρο. Απλά συμβαίνει επειδή μάλλον κάποιος το είχε για φετίχ. Βλέποντάς το να ξεδιπλώνεται μπροστά σου, η αντίδρασή σου ξεκινάει από το cringe, πηγαίνει προς την ετεροντροπή, περνάει από το confusion, κάνει το άλμα προς την αποδοχή κι από εκεί ανοίγεται στην εκτροχιασμένη απόλαυση. Υπάρχει βέβαια μεγάλη παράδοση σε «καλές κακές» ταινίες στην ιστορία του σινεμά. Για την ακρίβεια, υπάρχει ένα καλό γούστο του κακού γούστου – μια διαδικασία επιλογής – κι αυτή η θετική αισθητική του κακού γούστου έχει μια απελευθερωτική διάσταση. Είναι απελευθερωτικό να βλέπεις τις ταινίες του Ed Wood ή το The Room, γιατί ουσιαστικά αποτελούν έναν πετυχημένο ύμνο στην αποτυχία και θολώνουν την διάκριση ανάμεσα στο trash και την μεγαλοφυΐα. Η απόλαυση αυτών των έργων αναδεικνύει πολλές φορές μια μορφή παρα-κινηματογράφου που, σ’ έναν βαθμό, ανοίγει ρωγμές στην συντηρητική διάκριση μεταξύ υψηλής και χαμηλής κουλτούρας. Η μεγάλη camp παράδοση, βέβαια, είχε πάντα κι ένα στοιχείο outsider απόκλισης και παράβασης. Ήταν μια μορφή transgressive κινηματογράφου που ήθελε να αποσταθεροποιήσει το «κανονικό» σινεμά, όπως μας έχει μάθει κι ο μεγάλος δάσκαλος John Waters.

Εδώ, στο Cats, έχουμε αντίθετα μια τιτάνια αμπαλίαση του Hollywood που δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα παρά μόνο αν η ταινία φτιάχτηκε υπό την συνεχή επίδραση LSD. Σε τελική ανάλυση, η γάτα είναι ένα τόσο χαοτικό ζώο που μάλλον μόνο κάπως έτσι θα μπορούσε να μοιάζει η εωσφορική πανηδονιστική απάντηση του γατίσιου σινεμά στο μπουνταλάδικο Isle of Dogs. Το πρόβλημα βέβαια είναι πως, αν έχεις γάτα κι εσύ ο ίδιος, τότε μετά θα είναι δύσκολο να την δεις με τα ίδια μάτια – για κάποιο καιρό τουλάχιστον. Γιατί, όταν έρθει επιτέλους η γλυκιά λύτρωση των τίτλων τέλος, μόνο μια φράση θα ακούγεται πια λογική στα ανθρώπινα (;) αυτιά σου:

Best of internet