Αυτό ήταν, ξεκίνησε κι επίσημα η κυνηγετική περίοδος της 90s νοσταλγίας

Ετοιμαστείτε για μια ακόμα δεκαετία σκληρού ξεθαψίματος και ξεζουμίσματος

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

17 Ιανουαρίου 2020

Οι πιο παρατηρητικοί από τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες μας, μια κοινωνική ομάδα που πάντα μας γεμίζει περηφάνια, θα έχουν ήδη παρατηρήσει ότι πλέον έχουμε 2020. Πράγματι, η χρονιά άλλαξε, η δεκαετία άλλαξε, η ζωή έμεινε ίδια. Όσοι κι όσες γεννήθηκαν το 1990 είναι πια 30 χρονών, ενώ το επάρατο 1999 απέχει πλέον 21 χρόνια από το παρόν. Ξέρετε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό, έτσι; Ναι, σημαίνει ότι μπήκαμε στην δεκαετία όπου η αυτοαναφορική ρετρομανία της pop κουλτούρας θα πάρει τη μορφή της 90s νοσταλγίας. Πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, ο μεγάλος Prince προφήτευε μελλοντολογικά ένα ηδονιστικό 1999. Πρόπερσι, λίγο πριν την εκπνοή της δεκαετίας, η κατεξοχήν millennial pop-star Charli XCX νοσταλγούσε ένα ασφαλές, οικείο, ζεστό, καλοήθες 1999 μέσα σε έναν όλο και πιο πολύπλοκο και αφόρητο κόσμο:

Μάλιστα, λοιπόν: οι millennials είναι πλέον εν πολλοίς 30φεύγα χρονών άνθρωποι. Εδώ και δεκαετίες, η πολιτισμική θεωρία έχει τονίσει τους κύκλους που κάνει η pop κουλτούρα, δίνοντας έμφαση στο 30-year-cycle, στο γεγονός δηλαδή πως κάθε 30 χρόνια περίπου εμφανίζεται ένα σημαντικό και συνεκτικό κύμα νοσταλγίας για το παρελθόν. Τα πράγματα είναι σχετικά απλά εδώ. Υπάρχει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων που έζησαν την pop κουλτούρα της παιδικής τους ηλικίας, και τώρα την παράγουν ή την καταναλώνουν εκ νέου ως δημιουργοί: σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, παραγωγοί κλπ. Το ίδιο συνέβαινε και στα 80s με την δεκαετία του ‘50 στις ΗΠΑ, το ίδιο συνέβαινε και μέχρι πρότινος που η νοσταλγία της δεκαετίας του ’80 ήταν κυρίαρχη στη μαζική κουλτούρα. Αν σας κούρασε το γεγονός ότι για κάμποσα χρόνια τα 80s βρίσκονταν παντού, έχουμε ευχάριστα ή/και δυσάρεστα (ανάλογα πώς το βλέπει ο καθένας) νέα: τώρα ήρθε η σειρά των 90s. Φυσικά, κάτω απ’ όλα αυτά, υπάρχει συνήθως μια αόρατη διαδικασία με την οποία η συλλογική μας μνήμη αναπαριστά, ιεραρχεί και αποτιμά το παρελθόν μέσα από την κατανάλωση και το μοίρασμα της σύγχρονης λαϊκής κουλτούρας. Κατ’ επέκταση, θα έχουμε κάμποσα χρόνια μπροστά μας που θα ερχόμαστε ξανά και ξανά αντιμέτωποι με τα πράγματα μαζί με τα οποία μεγαλώσαμε. Και, βέβαια, θα καλούμαστε να σχετιστούμε ξανά μαζί τους, να τα αναλύσουμε κριτικά, χωρίς να προδίδουμε τα βιώματά μας. Μια βρώμικη δουλειά, που κάποιος πρέπει να την κάνει.

Γιατί μας ήρθε τώρα να τα γράψουμε όλα αυτά; Να η ερώτηση που δεν ακούσαμε κανέναν απολύτως να ρωτάει. Η αφορμή γι’ αυτό το άρθρο, φίλες και φίλοι, ήταν το γεγονός ότι χτες κυκλοφόρησε στα σινεμά το Bad Boys For Life, δηλαδή το δεύτερο sequel του franchise του Michael Bay από τα 90s, το οποίο επέστρεψε φέτος μετά από 17 χρόνια απουσίας – κλασικά, με τον Will Smith και τον Martin Lawrence στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Για τους ηλικιωμένους και τα μικρά παιδιά που μας βλέπουν, ας σημειώσουμε πως το Bad Boys ήταν μια κλασική μπατσοκωμωδία δράσης τίγκα στη ματσίλα, τα μπινελίκια, τα πιστολίδια και τις εκρήξεις – η ιδανική ταινία για Σάββατο βράδυ στο Star, αν θέλετε. Σε περίπτωση που αναρωτιόσασταν αν τυχόν βλέπεται η ταινία, σας ενημερώνουμε πως, όχι, δεν βλέπεται. Είναι μια αναβίωση του Bad Boys εν έτει 2020. Πόσο θα μπορούσε να βλέπεται; Το θέμα μας, όμως, δεν είναι αυτό. Το θέμα μας είναι ότι η αναβίωση του Bad Boys είναι η πρώτη αναβίωση ενός μεγάλου franchise των 90s στη νέα δεκαετία που μόλις υποδεχτήκαμε. Μ’ αυτήν την έννοια, ναι, πρόκειται για ένα κινηματογραφικό συμβάν σημαδιακό, ακόμα κι αν η ίδια η ταινία είναι φόλα. Με όλα αυτά, βέβαια, δεν προσπαθούμε να πούμε ότι το νέο Bad Boys αποτελεί την αφετηρία αυτού του νέου κύκλου νοσταλγίας που θα έχει πλέον στο επίκεντρό του τα 90s. Ούτως ή άλλως, στην κοινωνία και την ιστορία τα πράγματα δε λειτουργούν με μαθηματική ή χρονολογική ακρίβεια, οπότε αυτή η τάση είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται νωρίτερα. Για την ακρίβεια, το πράγμα μαγειρεύεται ήδη εδώ και 2-3 χρόνια.

Λοιπόν, ας τα πιάσουμε με τη σειρά. Πράγματι, την τελευταία διετία-τριετία έχουμε δει κάμποσα πράγματα που επιχειρούν να αναβιώσουν το πνεύμα, την αισθητική, τη σημειολογία και τη μυθολογία της δεκαετίας του ’90. Ήδη πέρσι είχαμε δύο μείζονες superhero ταινίες, το Captain Marvel και το Dark Phoenix που διαδραματίζονται στα 90s. Στα animation πράγματα, από το 2017 κι έπειτα η Disney επιχειρεί να ξαναζωντανέψει την 90s αναγέννησή της, φτιάχνοντας live-action εκδοχές για το Beauty & the Beast, το Aladdin και το Lion King, ενώ το Mulan περιμένει στη γωνία. Ταυτόχρονα, το Toy Story 4 πέρσι χτύπησε κατευθείαν στις millennial καρδιές με την ώριμη αφήγησή του για το πώς νιώθουν πλέον στα 30 τους τα παιδιά του ’90. Αντίστοιχα, παρόμοια ώριμη, ειλικρινή, προσωπική κι ευαίσθητη στάση απέναντι στην παιδική ηλικία των 90s kids έδειξαν το Lady Bird της Greta Gerwig και το Mid90s του Jonah Hill – την ώρα που στον αντίποδα το Ready Player One πούλαγε εύκολο, κυνικό κι αδιαφοροποίητο nostalgia-exploitation. Στα τηλεοπτικά πράγματα, από την άλλη, ενδεικτική ήταν η απόπειρα του Netflix για ένα Stranger Things των 90s με το Everything Sucks!, κάτι που σίγουρα πέτυχε καλύτερα με το Chilling Adventures of Sabrina (κι είχαμε και μια αναβίωση του Beverly Hills που σχεδόν κανένας δεν κατάλαβε τι ήθελε να κάνει ακριβώς). Ακόμα και στην ελληνική μαζική κουλτούρα να κοιτάξουμε, θα βρούμε αφενός ένα αναβιωμένο Λόγω Τιμής κι αφετέρου μια αναβίωση του όλου πεδίου των reality και talent shows που ξεπήδησαν στις αρχές του 2000 στην Ελλάδα (πάντα με μια καθυστέρηση απ’ έξω φυσικά).

Αν στρέψουμε, δε, το βλέμμα μας προς το μέλλον και τις σειρές ή τις ταινίες που ετοιμάζονται για τα επόμενα χρόνια, τότε θα συναντήσουμε αμέτρητα πράγματα που θα επιχειρήσουν να κεφαλαιοποιήσουν αυτήν την αναδυόμενη 90s νοσταλγία. Στην πρωτοπορία, φυσικά, βρίσκεται η Disney που θέλει live-actions remakes περίπου για όλον τον κλασικό 90s κατάλογό της, από το τη Μικρή Γοργόνα και τον Ηρακλή μέχρι την Παναγία των Παρισίων. Και μην ξεχνάμε, βέβαια, ότι ετοιμάζεται αναβίωση του Matrix, του Bill and Ted, του Clueless, του Witches, του Powerpuff Girls, της Daria, των Gargoyles, του Space Jam και κάμποσων ακόμα πραγμάτων που δεν θα απαριθμήσουμε για να μην σας κάνουμε να νιώσετε ακόμα πιο γέροι απ’ όσο νιώθετε ήδη. Χοντρικά, όμως, αυτό που αξίζει να κρατήσουμε είναι το εξής: κατά έναν τρόπο, οι κυρίαρχες τάσεις της σημερινής βιομηχανίας του θεάματος μοιάζουν να αντανακλούν την ίδια την αλλαγή του κινηματογραφικού πεδίου στα 90s. Ουσιαστικά, αν προσπαθούσαμε να συνοψίζουμε σε 3-4 πράγματα την κατάσταση των 90s, θα βλέπαμε ότι κυριάρχησαν οι μεγάλες macho ταινίες δράσης, τα τηλεοπτικά teen dramas, η μεγάλη άνθιση των sitcoms που γίνονταν παγκόσμια φαινόμενα pop κουλτούρας, το Disney Renaissance και η mainstream-οποίηση του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά καθώς μια νέα γενιά auteurs (όπως ο Paul Thomas Anderson, o Quentin Tarantino, ο Steven Soderbergh και άλλοι) πέρασαν στο χολιγουντιανό προσκήνιο. Αν πιάσουμε κάθε μια από αυτές τις δυναμικές του ’90 χωριστά, τότε θα δούμε ότι κάλλιστα αντιστοιχούν σε εξελίξεις που παρακολουθούμε ξανά σήμερα σε πραγματικό χρόνο.

Δεν θα πούμε ψέματα: όλα αυτά μοιάζουν να προμηνύουν κάτι ταυτόχρονα καθησυχαστικό και ανησυχητικό. Από τη μία πλευρά, η επιθυμία επιστροφής σε μια ξέγνοιαστη και ασφαλή διανοητική και συναισθηματική κατάσταση είναι μια απόλυτη κατανοητή και ευγενής επιθυμία. Δεν είναι μόνο ότι η ζωή είναι δύσκολη, αλλά είναι επίσης κι ότι το κυνικό, τοξικό και μηδενιστικό πολιτισμικό περιβάλλον του σύγχρονου καπιταλισμού γίνεται αφόρητο, αληθινά αφόρητο μερικές φορές. Ταυτόχρονα, όμως, η νοσταλγική επιστροφή σε ένα φαντασιωτικό παρελθόν κάνει στην πραγματικότητα κακό τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν. Η ανάμνηση κι ο αναστοχασμός γίνεται τουρισμός στο παρελθόν, ενώ το παρόν φτωχαίνει όλο και περισσότερο σε πρωτοτυπία και φαντασία. Είναι σκληρό, αλλά η νοσταλγία είναι μια αγορά, κι άρα τα πράγματα που αγαπήσαμε ήταν εμπορεύματα που καταναλώσαμε για πρώτη φορά τότε και τώρα ετοιμάζονται να μας τα ξαναπακετάρουν για να τα αγοράσουμε ξανά. Ναι, δεν λέμε κάτι καινούριο, πρόκειται για μια μορφή καθήλωσης που ενίοτε μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά συντηρητική και προβληματική. Ούτως ή άλλως, η βιομηχανία του θεάματος αδυνατεί να παράγει νέες ιδέες, οδηγούμενη έτσι σε όλο και πιο ασφαλείς αναβιώσεις με όσο το δυνατόν μικρότερο ρίσκο.

Αν, εν τέλει, είναι να κρατήσουμε κάτι προς το παρόν, ας είναι το εξής. Η μαζική κουλτούρα βρίσκεται σε μια ώριμη μεταμοντέρνα φάση πολλά χρόνια τώρα, με αποτέλεσμα να μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα meta φίδι που τρώει την ουρά του και αυτο-εγκλωβίζεται σε μια διαρκή λούπα εναλλαγών διαφοράς και επανάληψης. Σιγά σιγά, όμως, θα τελειώσουν τα πράγματα προς ανακύκλωση. Ήδη, μιας και φτάσαμε στην σειρά των 90s, αξίζει να σημειώσουμε ότι ήταν μάλλον η τελευταία δεκαετία που σε έναν βαθμό κατάφερε να παράξει μια δική της κουλτούρα (άσχετα άμα ήταν καλή ή όχι). Από τα 00s κι έπειτα, η αναβίωση και το revival γίνονται ο απόλυτος κανόνας της pop κουλτούρας, με τα νέα και πρωτότυπα πράγματα να προέρχονται ουσιαστικά από τις διάφορες μορφές underground και να έρπονται σιγά-σιγά μέχρι την επιφάνεια μέσω από τις διόδους του μαζικού ίντερνετ και των social media. Με άλλα λόγια, ρωτάμε: Τι θα βρούνε να νοσταλγήσουν οι άνθρωποι σε 10 χρόνια από τώρα; Τι πράγματα θα αναπολεί η γενιά που μεγάλωσε μέσα στην εποχή του no future; Αν πιστέψουμε τον εκλιπόντα θεωρητικό Mark Fisher ότι η σύγχρονη κουλτούρα στοιχειώνεται από τα “χαμένα μέλλοντα” που ακυρώθηκαν, μήπως τότε οι επόμενες γενιές θα στοιχειώνονται κι από τα “χαμένα παρελθόντα” που δεν βιώθηκαν παρά μόνο σαν αναβίωση μιας αναβίωσης; Ερώτημα. Γαμημένο ερώτημα.

Best of internet