Το 1917 θέλει να επινοήσει ξανά το πολεμικό έπος

Αλλά αυτό δεν είναι καθόλου, καθόλου εύκολο

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

14 Ιανουαρίου 2020

«Κανείς δεν θέλει να φτιάξει μια ταινία υπέρ του πολέμου. Όλοι θέλουν να κάνουν αντι-πολεμικές ταινίες. Αλλά μια αντι-πολεμική ταινία θα έπρεπε να είναι γεμάτη ειρήνη και ηρεμία και χαρά, όχι να περιλαμβάνει σκηνές βίες που οδηγούν σε πόθο για βία. Το Apocalypse Now έχει σκηνές με ελικόπτερα που επιτίθενται σε αθώους ανθρώπους. Αυτό δεν είναι αντι-πολεμικό. […] Πάντα σκεφτόμουν ότι η ιδανική αντι-πολεμική ταινία θα αφορούσε την ιστορία μας οικογένειας στο Ιράκ που ετοιμάζεται για τον γάμο της κόρης της. Θα υπήρχαν κίνδυνοι λόγω του πολέμου, αλλά κανείς δεν θα πέθαινε. Ο γάμος θα γινόταν κι οι άνθρωποι θα χόρευαν. Αυτό, ναι, θα ήταν μια αντι-πολεμική ταινία. Γιατί δεν είναι δυνατόν μια αντι-πολεμική ταινία να εκθειάζει με την κινηματογραφική της γλώσσα τον πόλεμο».

Αυτά εδώ, όπως θα κατάλαβαν οι πιο παρατηρητικοί αναγνώστες από την χρήση των εισαγωγικών, δεν τα λέμε εμείς. Αυτά τα λέει ο Francis Ford Coppola, ο άνθρωπος που έφτιαξε το Apocalypse Now κι ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά για τι πράγμα μιλάει. Κι επίσης, σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη, γνωρίζει κάτι ακόμα. Την τελευταία φορά που γράφαμε γι’ αυτήν την ταινία και τον αντιφατικό της πολεμικό/αντι-πολεμικό χαρακτήρα, λέγαμε το εξής: “μια τόσο εφιαλτική ταινία δε μπορεί να είναι αντι-πολεμική, γιατί ένα κινηματογραφικό έργο τέχνης δεν είναι το «μήνυμά» του, δεν είναι ένα κομμάτι κείμενο ούτε μια πολιτική πρόταση. Είναι το σύνολο των αισθητικών μέσων που χρησιμοποιεί κι είναι και κάτι που τα υπερβαίνει: η αύρα του. Στο Apocalypse Now η παραλυτικά εφιαλτική κινηματογραφική γλώσσα του πολέμου συναρπάζει, καθηλώνει, ενθουσιάζει με έναν υπερβατικό τρόπο και τρόμο.”

Κι όμως, παρά το pitch του Coppola, οι αντι-πολεμικές ταινίες του Hollywood δεν μοιάζουν καθόλου με την ιδεατή ιστορία που πρότεινε στη συνέντευξή του. Αντίθετα, τα χολιγουντιανά αντι-πολεμικά έπη είναι πανάκριβα, εντυπωσιακά, σαγηνευτικά, υπερ-θεαματικά. Γιατί, θέλοντας και μη, άσχετα με τις προθέσεις τους, μετατρέπουν τον πόλεμο σε θέαμα. Κι η αλήθεια είναι πως το μεγάλο selling point των ταινιών αυτών συνήθως δεν είναι το ιστορικό βάθος, ο σκληρός ρεαλισμός ή το δράμα χαρακτήρων αλλά το ίδιο το μεγαλειώδες θέαμα της καταστροφής, του κινδύνου και του θανάτου. Πολύ πριν από τις δηλώσεις του ίδιου του Coppola, υπήρξαν στοχαστές που επεσήμαναν αυτόν τον εκ των πραγμάτων ιδεολογικό ρόλο του πολεμικού σινεμά. Κι αν για τον Ζαν Μποντριγιάρ το Apocalypse Now είναι μια τεχνολογική και ψυχεδελική φαντασίωση ωμής δύναμης, ο Πωλ Βιρίλιο έφτανε ακόμα πιο μακριά: το ίδιο το πολεμικό θέαμα του σινεμά έφτασε να επηρεάζει το πώς διεξάγονται οι πόλεμοι. Και τώρα, αυτήν τη βδομάδα, βλέπουμε στα σινεμά το επιβλητικότερο πολεμικό έπος εδώ και κάμποσα χρόνια: το 1917 του Sam Mendes που πήρε αποθεωτικές κριτικές, κυριάρχησε στις Χρυσές Σφαίρες και τώρα πηγαίνει ντουγρού για τα Όσκαρ.

Βρισκόμαστε πλέον στο 2020, λοιπόν, κι ο κόσμος του 21ου αιώνα δεν ευνοεί ακριβώς το παραδοσιακό χολιγουντιανό πολεμικό έπος όπως το ξέραμε. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου και το Ιράκ, ο πλανήτης μοιάζει να βρίσκεται σε μια συνεχή κρίση, σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου και έκτακτης ανάγκης που συνορεύει με μια μεγάλη παγκόσμια σύρραξη αλλά δεν την φτάνει ποτέ. Μαζί με την ιστορία, αλλάζει κι ο ίδιος ο πόλεμος, γίνεται πιο διάχυτος και hi-tech, το στρατο-βιομηχανικό σύμπλεγμα επεκτείνεται πιο υπόγεια, η αντι-τρομοκρατία γίνεται το κατεξοχήν πολεμικό καύσιμο, τα proxy wars αυξάνονται, ο εσωτερικός εχθρός κατασκευάζεται κατά το δοκούν από τις κυβερνήσεις, οι στρατιωτικές συγκρούσεις δημιουργούν έναν όλο και μεγαλύτερο προσφυγικό πληθυσμό. Υπάρχει άραγε μέσα σε όλο αυτό χώρος για τον αφελή ηρωικό ανθρωπισμό του αντι-πολεμικού Hollywood; Δύσκολα, δύσκολα. Όλως τυχαίως, η πλειοψηφία των μεγάλων χολιγουντιανών παραγωγών που έχουμε δει για τους post-9/11 πολέμους είναι εν πολλοίς ιδεολογική δικαίωση της αμερικάνικης πολεμικής μηχανής, από το The Hurt Locker και το Zero Dark Thirty μέχρι το American Sniper και το Last Flag Flying (με κάμποσες πιο κακοφτιαγμένες στάσεις στο ενδιάμεσο). Ευτυχώς, τουλάχιστον, είχαμε κι ένα Generation Kill από τον David Simon ή ένα Four Lions από τον Chris Morris.

Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι το Hollywood συνεχίζει να επιστρέφει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για τον ανθρωπιστικό πολεμικό ηρωισμό του. Παρά την περιστασιακή αποδόμηση τύπου Thin Red Line, Dunkirk ή Inglourious Basterds, ο σύγχρονος χολιγουντιανός κανόνας συνεχίζει να περιλαμβάνει καλογυαλισμένα κι αποστειρωμένα έπη που ξεκινάνε από το Saving Private Ryan, συνεχίζουν μέσω Pearl Harbor, περνάνε στο Flags of Our Fathers και καταλήγουν στα Fury, Hacksaw Ridge και Midway. Ναι, δεν θα ήταν και μεγάλη υπερβολή αν λέγαμε ότι το Hollywood ξεζουμίζει τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά και ξανά. Όσο να πεις, το γεγονός της ύπαρξης ενός ξεκάθαρου εχθρού (οι γαμημένοι οι ναζί) κι η επιβίωση της μυθολογία των «σωτήριων ΗΠΑ» που έσωσαν των πλανήτη προσφέρονται τα μάλα για το ξεπέταγμα του ενός «έπους» μετά το άλλο. Τι γίνεται όμως με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Εδώ τα πράγματα είναι κάπως πιο περίπλοκα – κι ίσως γι’ αυτό η τελευταία φορά που είδαμε μια επική χολιγουντιανή ταινία για τον Α’ ΠΠ πριν το 1917 ήταν το War Horse. Και πριν απ’ αυτό, όμως, τα χολιγουντιανά έπη για τον Α’ ΠΠ ήταν πολύ αραιά για αρκετές δεκαετίες. Τι θα είχε να μας πει εξάλλου το Hollywood; Δεν θα επιχειρήσουμε εδώ να πιάσουμε το ζήτημα αναλυτικά αλλά, όντας τοποθετημένος ανάμεσα στην εποχή των αυτοκρατοριών και την εποχή του μοντέρνου έθνους-κράτους, ο Α’ ΠΠ ήταν ο κατεξοχήν άδικος, άσκοπος, θανατηφόρος και καταστρεπτικός ιμπεριαλιστικός πόλεμος που ενέπλεξε όλον τον πλανήτη σε μια εφιαλτική τετραετία καπιταλιστικού συμφέροντος και ανθρώπινου χαμού που οδήγησε σε πολλά εκατομμύρια θανάτους. Πώς μοιάζουν λοιπόν οι ηρωικές ιστορίες σε έναν τέτοιο πόλεμο;

O Sam Mendes έχει μια ιδέα γι’ αυτό. 20 χρόνια μετά το ντεμπούτο του με το American Beauty, 15 χρόνια μετά το προηγούμενό του πολεμικό φιλμ με το Jarhead και 5 χρόνια μετά την τελευταία του James Bond ταινία, ο Βρετανός σκηνοθέτης εμπνέεται από μια ιστορία του παππού του και αφηγείται την περιπέτεια δύο στρατιωτών του Α’ ΠΠ που αναλαμβάνουν την αποστολή να μεταφέρουν ένα σημαντικό μήνυμα μέσα από τις γραμμές του εχθρού ώστε να σταματήσουν έγκαιρα μια επίθεση που θα οδηγούσε σε θανατηφόρα παγίδα. Επιστρατεύοντας τον σπουδαίο διευθυντή φωτογραφίας Roger Deakins, το 1917 συντίθεται από μια σειρά long takes που προσομοιάζουν την αίσθηση ενός συνεχούς δίωρου μονόπλανου. Ουσιαστικά, παρακολουθούμε σε πραγματικό χρόνο δύο ώρες από την ζωή μέσα στον πόλεμο. Όπως και στο Dunkirk, λοιπόν, ο χρόνος είναι κυρίαρχος – όχι όμως ως κλειστό σύστημα ούτε σαν ολοκληρωμένη γραμμική εξέλιξη. Εδώ, λειτουργεί σαν χρόνος-σοκ. Είναι σαν να σε πέταξε ξαφνικά κάποιος εκεί πέρα μέσα σε ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Ο σκηνοθέτης σε ρίχνει μέσα στον εικονικό πόλεμο, όπως ακριβώς η εξουσία έριξε εκείνους τους ανθρώπους στον πραγματικό. Πολλά χρόνια νωρίτερα, ο φιλόσοφος Theodor W. Adorno έβλεπε τα πολεμικά newsreels του Β’ ΠΠ κι έγραφε πως “οι άνθρωποι υποβιβάζονται σε ηθοποιούς ενός τερατώδους ντοκιμαντέρ που δεν γνωρίζει πια θεατές αφού και ο τελευταίος πρέπει να συμπράττει στην οθόνη”. Μια τέτοια προσέγγιση μοιραία θα έπρεπε να οδηγεί στην απόλυτη δυσφορία και την απόλυτη αλλοτρίωση, εκεί όπου ο άνθρωπος δεν έχει πια καμία εξουσία πάνω στον εαυτό του και στέκεται στην μάχη σαν γυμνή ζωή, με μοναδικό ορίζοντα την εκτέλεση του καθήκοντος και τον θάνατο χωρίς νόημα. Εκεί, δεν υπάρχει πια τίποτα πιο ευγενές από την άρνηση, από την λιποταξία. Όπως έλεγε σε ένα αντι-πολεμικό τραγούδι του ο Elvis Costello: “and I would rather be anywhere else but here today”.

O Mendes, όμως, αναζητάει το νόημα και την θετικότητα. Ακολουθώντας πιστά μια κλασικού τύπου ενότητα δράσης, χρόνου και χώρου, το 1917 είναι πολύ σφιχτά γραμμένο και δεμένο. Κάθε set-up οδηγεί σε pay-off και κάθε εμπόδιο οδηγεί σε μια υπέρβαση που μας οδηγεί στο επόμενο επίπεδο. Μ’ αυτήν την έννοια, η ταινία μοιάζει εν πολλοίς με ένα virtual reality video game, κάπου ανάμεσα στο τσιτωμένο gameplay και τα υπέροχα φωτογραφημένα cutscenes. Ναι, όπως λέγαμε και στην αρχή του κειμένου, οι διαστάσεις είναι επικές και το θέαμα είναι μαγευτικό. Πού βρίσκεται όμως το νόημα κι η θετικότητα που αναζητάει ο δημιουργός ώστε να μην εκπέσει απλά σε μια τεχνικά άρτια φετιχοποίηση του πολεμικού θεάματος; Καθώς το προσωπικό δράμα είναι αρκετά επιφανειακό, οι αφηγηματικές κορυφώσεις είναι σχηματικές κι οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι πλήρως εξομαλυμένες, ο Sam Mendes καταλήγει να επιβεβαιώνει ανεπεξέργαστα το καθήκον, την πατρίδα, την οικογένεια, την ιεραρχία και την πίστη στον ανώτερο σκοπό. Κι αν αυτό αποτελεί μια αρκούντως αποτελεσματική βάση ώστε να ξεδιπλωθεί η πλούσια κι εντυπωσιακή δράση της ταινίας, το 1917 καταλήγει αρκετά φτωχό σε ανθρώπινο περιεχόμενο: δηλαδή σε ιδέες και συναισθήματα.

Ξανά, όπως και στο Dunkirk, το επίδικο εδώ είναι ουσιαστικά η διάσωση, η επιβίωση. Εκεί έπαιρνε την μορφή μιας απο-ηθικοποιημένης επιχειρησιακής αποστολής, εδώ παίρνει την μορφή ενός ανθρωπιστικού καλέσματος ως στρατιωτικό καθήκον. Ουσιαστικά, το Dunkirk δεν ήταν ένα αντι-πολεμικό έπος. Ήταν ένα πολεμικό αντι-έπος. Στο 1917, από την άλλη, βλέπουμε έναν αμυντικό ηρωισμό διάσωσης. Κι αν το Dunkirk κατηγορήθηκε για το ότι δεν δίνει αρκετά θετικό ηθικο-ιδεολογικό πρόσημο στην μάχη κατά των Ναζί, το 1917 μάλλον δίνει υπερβολικά θετικό ηθικο-ιδεολογικό πρόσημο στην πλευρά των συμμαχικών δυνάμεων και της βρετανικής αυτοκρατορίας. Χοντρικά, οι Γερμανοί είναι κακοί, οι Βρετανοί είναι καλοί, τέλος. Έτσι, αναγκαστικά, κάτι λείπει. Αυτό που λείπει, βέβαια, είναι η σκιά της επανάστασης – του αληθινού νεκροθάφτη του Α’ ΠΠ. Όχι, μ’ αυτό δεν εννοούμε ότι το 1917 θα έπρεπε να αναφέρεται στην Οκτωβριανή Επανάσταση (παρόλο που ο τίτλος είναι ήδη έτοιμος εδώ που τα λέμε). Εννοούμε ότι λείπει από την αφήγηση της ταινίας η (μεταφορική ή κυριολεκτική) έκφραση του βαθιά λαϊκού και μαζικού αντιπολεμικού-διεθνιστικού αισθήματος που γέννησε το ίδιο το ανθρώπινο μαρτύριο του Α’ ΠΠ. Όλα τα σπουδαία πολεμικά δράματα του μακρινού παρελθόντος για τον Α’ ΠΠ, από το All Quiet on the Western Front και το A Farewell to Arms μέχρι το Paths of Glory και το Grand Illusion, στοιχειώνονται στον έναν ή τον άλλο βαθμό από αυτό το φάντασμα. Σ’ αυτό το τελευταίο, το αριστούργημα του Jean Renoir, ακούμε τον Υπολοχαγό Ρόζενταλ να λέει: “Τα σύνορα δεν είναι παρά μια επινόηση των ανθρώπων. Η φύση δε νοιάζεται καθόλου.”

Παρόλο που η ταινία είναι καλοφτιαγμένη και εντυπωσιακή σε κάθε της δευτερόλεπτο, η σχηματικότητα της γραφής και της αφήγησης μπάζει ήδη στην ίδια της την βασική φιλοδοξία: την χρήση του προσωπικού δράματος προκειμένου να φυσικοποιηθεί ο ίδιος ο πόλεμος σαν μεταφορά για τον αγώνα υπεράσπισης της κοινότητας, της οικογένειας, της πατρίδας. Ευτυχώς, όμως, έρχεται σε κρίσιμες στιγμές η ίδια η συναρπαστική κινηματογραφική γλώσσα του 1917 και ανοίγει βαθιά ρήγματα απελευθερώνοντας αόρατες δυνάμεις που πηγαίνουν πέρα από τις (πολιτικά και καλλιτεχνικά) συντηρητικές φιλοδοξίες του σεναρίου. Ας επισημάνουμε τρεις στάσεις-ορόσημα. Πρώτον, βλέπουμε μια συγκλονιστική σκηνή νυχτερινής κατάβασης στην πυρακτωμένη κόλαση μέσα από τα ερείπια της ανθρώπινης ιστορίας. Δεύτερον, υπάρχει η απίστευτη στιγμή όπου, καθώς το στράτευμα τρέχει προς τα μπρος για να πετσοκόψει τον εχθρό, ο ήρωας το τέμνει κάθετα τρέχοντας άοπλος ανάμεσα από τις γραμμές των συντρόφων του προκειμένου να σταματήσει τον θάνατο – σαν την πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, για να παραθέσουμε τον γερο-Κάρολο.

Στην τρίτη, τελευταία και πιο διακριτική τέτοια περίπτωση, όμως, βλέπουμε το εξής. Στην αρχή της ταινίας, ο ήρωας βγαίνει από το συμμαχικό χαράκωμα και κατευθύνεται προς τη γραμμή του εχθρού. Στο no man’s land βλέπει ένα νεκρό άλογο σε αποσύνθεση. Καθώς το προσπερνάει, συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί παρά να γυρίσει και να κοιτάξει. Το θέαμα είναι απόκοσμο, αλλά μια δύναμη τον οδηγεί στο να κοιτάξει. Είναι δύσκολο να αντισταθείς. Μπορεί να είσαι αηδιασμένος, αλλά το αίμα χτυπάει δυνατά στις φλέβες. Σύμφωνα με τον Walter Benjamin, η απόλυτη αλλοτρίωση οδηγεί την ανθρωπότητα στο να βιώνει την ίδια της την καταστροφή σαν αισθητηριακή απόλαυση πρώτου μεγέθους. Αυτή η επική επιστροφή έναν αιώνα πίσω, στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα από τον ξεφτισμένο χολιγουντιανό ηρωισμό είναι ξεπερασμένη, αλλά το 1917 του Sam Mendes είναι αισθητηριακή απόλαυση πρώτου μεγέθους.

Best of internet