O John Waters θέλει να ξέρει ποιος μαλάκας ρουφιάνεψε τα παιδιά που έβλεπαν Joker

Γιατί είναι ο αντι-κανονικός μπαμπάς μας και τον αγαπάμε γι’ αυτό

Θυμάμαι τον John Waters σχεδόν από πάντα. Βασικά, απ’ όταν ήμουν 16 χρονών – αλλά αυτό είναι κάτι λιγότερο τραυματικό απ’ όσο ακούγεται. Πίσω στο 2004, όταν πήγαινα σχολείο ακόμα, μετά το σχόλασμα πηγαίναμε σχεδόν καθημερινά στο σπίτι ενός φίλου μου για να δούμε ταινίες τρόμου που μόλις είχαμε νοικιάσει από το βίντεο κλαμπ. Σχεδόν κάθε μέρα, για χρόνια. Κοιτώντας πίσω προς αυτήν τη μαλακία που λέγεται σχολείο, μερικές φορές νομίζω πως αυτή η τελετουργία είναι το μόνο πράγμα που μου λείπει, το μόνο πράγμα που νοσταλγώ πραγματικά. Τέλος πάντων, εκεί στο 2004 λοιπόν βγήκε το Τσάκι 5 – ή ο Γιος του Τσάκι, αν προτιμάτε. Προφανέστατα, ξέραμε ήδη απ’ έξω τα προηγούμενα τέσσερα κι είχαμε αγκαλιάσει πολύ πρόθυμα την στροφή προς την horror κωμωδία και το ανεξέλεγκτο campiness που είχε εγκαινιαστεί από το Τσάκι 4 – ή τη Νύφη του Τσάκι, αν προτιμάτε.

Σε μια φάση, αφού ο Τσάκι έχει ήδη σκοτώσει σε τροχαίο την Britney Spears, πηγαίνει σε έναν παράξενο φωτογράφο που νωρίτερα τον είχε απαθανατίσει να τον παίζει. Ο γιος του Τσάκι, o Glen που ζει στο ίδιο σώμα με την Glenda (σε έναν προφανή κι υπέροχο φόρο τιμής στον μεγάλο Ed Wood), προσπαθεί να σώσει τον φωτογράφο αλλά κατά λάθος προκαλεί ένα ατύχημα. Ένα δοχείο με οξύ πέφτει πάνω στον φωτογράφο, σκοτώνοντάς τον. Ο φωτογράφος, φυσικά, ήταν ο John Waters. Αργότερα, όταν ανακάλυπτα το έργο του, συνειδητοποίησα ότι αυτή η σκηνή ήταν επίσης ένας φόρος τιμής στο Female Trouble, την σπουδαία ταινία του Waters όπου μια επίθεση με οξύ (κλασική μισογύνικη εγκληματική πρακτική) στην μεγάλη drag queen Divine γίνεται η αφετηρία ενός βαθιά αλλόκοτου, ακραίου και περιέργως ευαίσθητου ταξιδιού. Έτσι είναι ο John Waters: αλλόκοτος, ακραίος και περιέργως ευαίσθητος.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Waters ήταν πλέον για μένα ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες που έχουν ζήσει ποτέ. Είδα ευλαβικά όλες τις ταινίες του κι ένιωσα απελευθερωμένος από την τέχνη του. Είναι ένας αληθινά cult σκηνοθέτης, ένας δημιουργός που προκαλεί την λατρεία ακριβώς επειδή δείχνει έναν απελευθερωμένο και απελευθερωτικό δρόμο. Το cult είναι ένας πολύ ταλαιπωρημένος όρος που έχει γνωρίσει την κατάχρηση όσο ελάχιστοι άλλοι, αλλά εδώ ταιριάζει πραγματικά. Είναι ένας τίτλος που δεν μπορείς να τον δώσεις εσύ στον εαυτό σου, πρέπει να στον αποδώσει η ιστορία – όπως ο τίτλος του ποιητή ή του φιλοσόφου. Κι ο Waters είναι ένας από τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν βαθύτατα τι εννοούμε ως cult, trash, camp στην κινηματογραφική τέχνη. Ήδη από τη νεότητά του βρίσκεται στο προσκήνιο της μεταμεσονύκτιας, queer, παραβατικής κινηματογραφικής έκφρασης μαζί με πλήθος άλλων δημιουργών. Κι αυτό ήταν κάτι βαθιά ριζοσπαστικό. Πριν από δυο χρόνια, με αφορμή το The Room, γράφαμε τα εξής γι’ αυτού του είδους την πλευρά του αμερικάνικου σινεμά:

«Κατά τα 60s και τα 70s, όταν σημειώθηκε η πρώτη μαζική άνθιση της cult απόλαυσης του σινεμά με την πληθώρα underground ταινιών και μεταμεσονύκτιων προβολών, αυτή η διαδικασία ανέδειξε παράλληλα και την εμφάνιση νέων ορισμών για το ωραίο και το άσχημο, το αποδεκτό και το απαράδεκτο, το κυρίαρχο και το περιθωριακό, δημιουργώντας παράλληλα τρόπους “διανομής” που βρίσκονταν εκτός της στενής οριοθέτησης της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Είτε επρόκειτο για προπολεμικά προπαγανδιστικά φιλμ, χολιγουντιανά b-movies και ιαπωνικά τέρατα, είτε για τις counter-culture ανατρεπτικές ταινίες και την εξειδικευμένη exploitation αγορά, αυτός ο τρόπος κινηματογραφικής απόλαυσης βάζει συνήθως στο επίκεντρο του το campiness, την ειρωνική και συνειδητή επιλογή της κακής αισθητικής. Βέβαια, όπως έχει γράψει η συγγραφέας Susan Sontag στο κλασικό της κείμενο Notes on “Camp”, απηχώντας τις παλιότερες αντιλήψεις του Jean Genet, το camp δεν είναι μια απέχθεια για το ωραίο. Για την ακρίβεια, υπάρχει ένα καλό γούστο του κακού γούστου – μια διαδικασία επιλογής – κι αυτή η θετική αισθητική του κακού γούστου έχει, για την Sontag, μια απελευθερωτική διάσταση».

O John Waters, λοιπόν, είναι πλέον παντού – από τα κυριλέ φεστιβάλ μέχρι την μαζική κουλτούρα των διαφημίσεων. Όπου τον συναντούσα έπειτα, αυτή η συνάντηση με γέμιζε χαρά, είτε επρόκειτο για την guest εμφάνιση στο Homicide του David Simon (βαθιά τέκνα της Βαλτιμόρης και οι δύο) είτε επρόκειτο για το κομμάτι των Lonely Island με τη Nicki Minaj. Ούτως ή άλλως, στην τέχνη του Waters το ασόβαρο και το σοβαρό, το arthouse και το pulp ενώνονται, γίνονται ένα. Όχι ως αποστασιοποιημένος πειραματισμός ή ως crossover, αλλά ως θέση αρχής: πρέπει να είναι ένα, οφείλουν να είναι ένα. Ο Waters αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, σε ένα κυριλέ φεστιβάλ, για να παρουσιάσει 10 όχι-και-τόσο κυριλέ ταινίες που αγαπάει αλλά και για να δώσει μια σίγουρα-καθόλου-κυριλέ παράσταση. Τι να κάνεις, οι επίσημοι καλλιτεχνικοί θεσμοί έχουν μια τρομερή δυνατότητα να ενσωματώνουν την αμφισβήτηση και την κριτική προς αυτούς. Πίσω στα 80s, ο Nick Zedd, το κατεξοχήν κινηματογραφικό παιδί του Waters που επινόησε τον όρο Cinema of Transgression, έγραφε στο μανιφέστο του ότι ανήκει στους δημιουργούς που, σαν τον Waters, παραβίασαν τους νόμους, τις εντολές και τα καθήκοντα του avant-garde. Και, προσθέτουμε επίσης, κατά έναν ειρωνικό τρόπο το επίσημο avant-garde τους επιβράβευσε γι’ αυτό. Κι ώρα είναι 8.30 και περιμένουμε τον John Waters να βγει στην σκηνή του Ολύμπιον για να παρουσιάσει τον Βρώμικο Κόσμο του.

Μου φάνηκε σαν ψέμα όταν τον είδα να βγαίνει στη σκηνή. Ήταν ένα παράξενο θέαμα – όχι επειδή ήταν ο John Waters, αλλά επειδή ήταν στην Θεσσαλονίκη, αυτήν την πόλη των φαντασμάτων που πασχίζουν να κάνουν ολόδική τους τα ζόμπι των μακεδονομάχων και των ρατσιστών. Ο Waters βρίσκεται στην απέναντι πλευρά, φυσικά. Με ασύγκριτα trashy elegance δίνει μια stand-up παράσταση, έναν προσωπικό μονόλογο όπου σχολιάζει το πολιτικό και πολιτισμικό κλίμα της σημερινής Αμερικής μέσα από την ανασκόπηση της δικής του προσωπικής πορείας εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Είναι τρομερά δραστήριος, διαυγής και σπιρτόζικος, κι είναι 73 χρονών ο καριόλης. Αναζητά το χιούμορ, αλλά το ψάχνει στις σκοτεινές γωνιές της ενδοσκόπησης και το σαμποτάζ του εαυτού. Κράζει τον Trump, αλλά με τρόπο σκατολογικό και αποσταθεροποιητικό, όχι με την νερόβραστη και αφοπλισμένη συγκατάβαση των liberals. Σατιρίζει αυτό που ονομάζουμε σήμερα «πολιτική ορθότητα» αλλά από την σκοπιά της πλήρους και ανένδοτης υπεράσπισης των ευάλωτων ταυτοτήτων. Ξέρει ότι το αληθινό edginess δεν πηγάζει από το punching-down των υστερικών ανδρών του δημόσιου διαλόγου που πανικοβάλλονται χάνοντας προνόμια αλλά από το punching-up εκείνων που ξέρουν ότι η ακρότητα βγαίνει μέσα από την ευαισθησία και την ειλικρίνεια.

Ο κόσμος είναι πολύ διαφορετικός απ’ όταν ξεκίνησε να κάνει σινεμά ο Waters. Κάποτε η τέχνη του θεωρούταν σκουπίδι, τώρα ονομάζεται Πάπας του Trash αλλά με την καλή έννοια. Χτες στο Ολύμπιον μια κοπέλα του χάρισε ένα αντίτυπο του διδακτορικού της πάνω στο σινεμά του, και η αίθουσα ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ο ίδιος βέβαια δεν μοιάζει καθόλου νοσταλγικός, συμμετέχει με τα μπούνια στο τώρα. Αν κοιτάξουμε τις 10 ταινίες που διάλεξε για το πρόγραμμα του φεστιβάλ, δεν θα βρούμε παρά μόνο ελάχιστες κλασικούρες. Βασικά, όχι, όλες εκτός από 1 προέρχονται από αυτήν εδώ την δεκαετία – κι ανάμεσά τους είναι σύγχρονες τρασίλες σαν το Mom and Dad, πανέμορφοι pop πειραματισμοί σαν το American Animals, υπέροχα ειλικρινή avant-garde φιλμ σαν το The Green Fog και πρόσφατες ταινίες που επίσης φλερτάρουν εξίσου γενναία με το αριστούργημα και το σκουπίδι σαν το Hors Satan. Κι αν ο μονόλογός του κοιτάει προς τα πίσω, καθώς αφηγείται μία-μία τις συνθήκες που γέννησαν κάθε ταινία ή βιβλίο του, έχεις την αίσθηση ότι δεν εκφράζει τόσο ένα αίτημα να τα ξαναζήσει όσο μια επιθυμία να κατανοήσει, να διαυγάσει κι ο ίδιος την σημερινή τους αξία, χρησιμότητα, ριζοσπαστικότητα.

Το This Filthy World είναι ουσιαστικά ένα έργο που βρίσκεται in progress εδώ και πολλά χρόνια, με τον Waters να περιοδεύει συνεχώς και τον λατρεία Jeff Garlin του Curb Your Enthusiasm και του Arrested Development να το έχει κινηματογραφήσει ήδη από το 2006. Το κείμενο λοιπόν βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με την εποχή και, κυρίως, με το κοινό. Έχει κάνει μια μικρή έρευνα για το ελληνικό context, αλλά τον βοηθάει και το κοινό στο Q&A που ακολουθεί. Ενημερώνεται για το ότι ένας τύπος σαν τον Σεφερλή ανεβάζει το Hairspray και λέει πως η lgbt κοινότητα θα πρέπει να αντιδράσει όσο πιο έντονα γίνεται όταν αδικείται. Σχολιάζει το γεγονός ότι οι Έλληνες μπάτσοι μπούκαραν στα σινεμά για να δέσουν τα παιδιά που έβλεπαν Joker, και γνωρίζοντας πολύ καλά τι σημαίνει λογοκρισία και καταπίεση της έκφρασης στον ντεμέκ πολιτισμένο δυτικό κόσμο, αναρωτιέται: τι είδους μαλάκας ήταν αυτός που ρουφιάνεψε τα παιδιά ώστε να έρθει η αστυνομία; Ερώτημα. Ανάμεσα στα υπόλοιπα, ρωτιέται για το αγαπημένο του βιβλίο και λέει ότι είναι το Δύο Σοβαρές Κυρίες της Jane Bowles (εξαιρετική επιλογή κύριε Waters). Κι επίσης θέλει να τον παίξει κάποια στιγμή ο Steve Buscemi, πράγμα αυτονόητο όσο και απαραίτητο.

Αυτό που μου καρφώθηκε περισσότερο όλη τη νύχτα μετά την παράσταση, ήταν μια φράση που είπε ο Waters: fail upwards, να αποτυγχάνεις προς τα πάνω. Όχι, δεν είναι δική του επινόηση. Είναι κάτι που το διαβάζεις μέχρι και σε ηλίθια άρθρα με συμβουλές καριέρας για επίδοξους εντερπρενέρ. Αλλά στο δικό του context αποκτά ένα άλλο νόημα, έναν άλλο πλούτο. Ο πρώτος συνειρμός που έκανα αφορούσε την διάσημη ατάκα του Samuel Beckett: “Fail again. Fail better.” Αλλά δεν είναι αυτό, είναι κάτι περισσότερο, κάτι πιο συγκεκριμένο – και γι’ αυτό πιο ισχυρό. Γρήγορα το μυαλό μου πήγε στον Jack Halbestram και την δική του Queer Art of Failure, ένα εξαιρετικό βιβλίο που προτείνει μια “χαμηλή θεωρία” εκκεντρικότητας και ανατρεπτικότητας, στοιχείων που θεωρεί ότι υπάρχουν στην λαϊκή κουλτούρα, την avant-garde performance και την queer τέχνη, και περιμένουν να εξερευνηθούν ή, ακόμα καλύτερα, να συναντηθούν. Όντας ο ίδιος ένα τεράστιο σύμβολο της αντι-κανονικής επιθυμίας και έκφρασης στην μαζική κουλτούρα, το fail upwards του Waters μοιάζει περισσότερο με ένα υπερβατικό κάλεσμα αγάπης για τα αντι-κανονικά παιδιά που συνεχώς περισσεύουν στο περιθώριο του έθνους, της γλώσσας, της οικογένειας, της σεξουαλικότητας, της κοινωνικής τάξης, της κανονικότητας.

Η κανονικότητα δεν είναι βιώσιμη. Οι άνθρωποι που δυσφορούν ή ασφυκτιούν μέσα σ’ αυτήν όσο πάει κι αυξάνονται. Αν δεν την τσακίσουμε, θα μας τσακίσει. Ας αποτύχουμε μαζί, αλλά προς τα πάνω. Ο John Waters μας ενθαρρύνει με τις τελευταίες λέξεις του μονολόγου του: «Είμαι μια κουράδα. Σας αγαπώ».

Best of internet