Το Babyteeth δεν είναι άλλη μια teen cancer ταινία, κι η δημιουργός του μας εξήγησε πώς και γιατί

Η Shannon Murphy εξέπληξε τους πάντες στο Φεστιβάλ Βενετίας και σίγουρα θα μας απασχολεί για πολύ καιρό ακόμα

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

6 Σεπτεμβρίου 2019

Το Hollywood έχει πρόβλημα. Ναι, οκ, δεν μιλάμε μόνο για το γενικό, το μεγάλο πρόβλημα που έχει – δηλαδή για το ότι είναι μια παραφουσκωμένη βιομηχανία σε κρίση. Μιλάμε και για κάτι συγκεκριμένο: το Hollywood έχει πρόβλημα με το ότι δεν μπορεί να σταματήσει να φτιάχνει ταινίες για έφηβους με καρκίνο. Πραγματικά, η παραγόμενη ποσότητα τέτοιων ταινιών είναι εντυπωσιακά μεγάλη. Στο πιο mainstream άκρο έχει το The Fault in Our Stars και στο πιο quirky άκρο έχει το Me and Earl and the Dying Girl, κι ενδιάμεσα γίνεται ο κακός χαμός. Ρίχνοντας ένα μικρό διαδικτυακό ψάξιμο για το πόσες τέτοιες ταινίες έχουν βγει τα τελευταία χρόνια, μας έπιασε μια ζαλάδα. Είναι πολλές γαμώτο, πάρα πολλές.

Το πρόβλημα, φυσικά, δεν βρίσκεται στο θέμα. Βρίσκεται στο ύφος. Στο ότι η συντριπτική πλειονότητα αυτών των ταινιών είναι χειριστικές συναισθηματικά, exploitative στον πυρήνα τους, είναι tear-jerkers, είναι ανειλικρινείς, είναι teen cancer porn. Κι είναι κρίμα, γιατί το ίδιο το μοτίβο ενός εφήβου, ενός ανθρώπου πιο ζωντανού κι από την ίδια την ζωή, με μια σημαντική ή ανίατη ασθένεια προσφέρεται για μια αισθητική, θεματική και συναισθηματική επεξεργασία που μπορεί να φτάσει σε βάθος, μπορεί να φτάσει στα άκρα. Κι ευτυχώς υπάρχουν και τέτοιες ταινίες. Για την ακρίβεια, αυτές τις μέρες είδαμε μία τέτοια στο Φεστιβάλ Βενετίας. Είναι το Babyteeth, το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Shannon Murphy με την Eliza Scanlen που πέρσι μας εξέπληξε τρομερά στο Sharp Objects – κι είναι μια ταινία που χωρίς καμία αμφιβολία θα βραβευθεί, θα ακουστεί και θα συζητηθεί τον επόμενο καιρό.

Εδώ, η Murphy παίρνει το ομώνυμο θεατρικό έργο της Rita Kalnejais (έχοντας κι η ίδια πρωτίστως θεατρική σκηνοθετική εμπειρία στην Αυστραλία) και το μετατρέπει σε ένα παράξενο, τρυφερό, σκληρό, αστείο και σπαρακτικό φιλμ για την Milla, μια νεαρή έφηβη που υποφέρει από καρκίνο κι ερωτεύεται έναν πιτσιρικά ντίλερ, ρεμάλι, παρτάλι της κοινωνίας. Με αυτήν την παράδοξη να την τραβάει προς την ζωή και την ασθένειά της να την τραβάει προς το θάνατο, η Milla βρίσκεται χωμένη σε ένα χαοτικό σύμπλεγμα εμπειριών και συναισθημάτων, με τους γονείς της να προσπαθούν να καταλάβουν και να μοιραστούν την χαρά της και τον πόνο της.

Το αποτέλεσμα είναι κάπως αλλόκοτο. Το Babyteeth είναι πιο ελαφρύ κι από πούπουλο, πιο βαρύ κι απ’ τον θάνατο. Η επεισοδιακή δομή του κι η φανταχτερή, καλειδοσκοπική του οπτική γλώσσα το κάνει ανάλαφρο. Ο συναισθηματικός του πλούτος κι η θεματική επεξεργασία του το κάνει ασήκωτο, σε σφίγγει στο λαιμό. Είναι μια ιστορία για ένα άρρωστο κορίτσι με παράξενα μαλλιά, όπως ο έγραφε ο David Foster Wallace, που ερωτεύεται ένα manic pixie dream boy με μαγική, σαγηνευτική, θανατηφόρα αύρα γύρω του. Είναι σαν η Andrea Arnold να πήρε ένα κείμενο της Phoebe Waller-Bridge και να το έστησε πάνω στην Billie Eilish. Όλως τυχαίως, του χρόνου η Murphy θα σκηνοθετήσει την τρίτη σεζόν του Killing Eve. Εντυπωσιακό, δεν είναι;

Αυτές τις μέρες που βρισκόμαστε στην Βενετία, λοιπόν, είχαμε την τεράστια χαρά να συναντηθούμε με μια δημιουργό που σίγουρα θα μας απασχολήσει πολύ τα επόμενα χρόνια και να μιλήσουμε μαζί της για το Babyteeth, για την ασθένεια, για το γυναικείο βλέμμα στο σινεμά, για το μέλλον. Αυτά είναι όσα συζητήσαμε.

Πρώτα απ’ όλα, συγχαρητήρια για το Babyteeth, ήταν υπέροχο! Μιας κι αυτή η ταινία προτάθηκε σε σένα από τους παραγωγούς, γιατί πιστεύεις ότι σε διάλεξαν; 

Στ’ αλήθεια δεν έχω ιδέα! Μου το ρωτάνε συνεχώς αυτό αλλά δεν ξέρω, πραγματικά! Σίγουρα είμαι μια σκηνοθέτρια που εστιάζει στους ηθοποιούς. Κι όλη η δουλειά μου στο θέατρο ήταν πάντα πολύ επικεντρωμένη στις ερμηνείες. Λατρεύω τους ηθοποιούς και λατρεύω να συνεργάζομαι μαζί τους. Παράλληλα όμως τους πιέζω και θέλω να σκέφτονται πρωτότυπα. Θέλω να μην φοβούνται να κάνουν κάτι ακραίο ή γελοίο. Ακόμα κι αν δεν το χρησιμοποιήσουμε στο τέλος, θέλω να είναι πρόθυμοι να το δοκιμάσουν. Πιθανώς λοιπόν αυτά τα στοιχεία είδαν οι παραγωγοί, είτε στο θέατρο είστε στις ταινίες μικρού μήκους που έχω κάνει. Και πάλι όμως, ήταν μεγάλο το ρίσκο τους. [γέλια]

Υπάρχουν πολλές ταινίες για εφήβους με ανίατες ασθένειες κι οι περισσότερες είναι κάπως χειριστικές. Η δική σου ταινία αποπνέει μια ειλικρίνεια, αλλά με πολύ παράξενο τρόπο. Πώς προσέγγισες το θέμα του ύφους;

Το ύφος της ταινίας συνδέεται άρρηκτα με το παράξενο ύφος που έχει το κείμενο του σεναρίου, αλλά και το θεατρικό έργο στο οποίο βασίστηκε. Κι αυτή η παραξενιά είναι κάτι που μοιραζόμαστε η Rita κι εγώ ως άνθρωποι. Είναι κρίμα που δεν είναι εδώ να την γνωρίσετε, γιατί τότε θα καταλαβαίνατε αμέσως πως προέκυψε το ύφος του Babyteeth. Και στις δύο μας όμως αρέσει πολύ το σκοτεινό χιούμορ, το να ανατρέπουμε τις προσδοκίες, το να συναναστρεφόμαστε με ιδιαίτερους ανθρώπους στη ζωή μας. Έτσι, για μας αυτοί οι χαρακτήρες είχαν μια μεγάλη φυσικότητα. Ούτως ή άλλως, αυτό είναι και το ύφος των ταινιών που μ’ αρέσει να βλέπω ως θεατής. 

H ταινία καταπιάνεται με την ασθένεια και τον θάνατο, όχι με έναν μοχθηρό τρόπο αλλά εντελώς ανοικτά, απομυστικοποιώντας τα με έναν τρόπο. 

Όταν αντιμετωπίζεις μια υπαρξιακή κρίση (σωματική και μη), τότε κατά έναν τρόπο αρχίζεις να λειτουργείς σε μία άλλη συχνότητα. Τα πράγματα αποκτούν μια ένταση και μια ζωντάνια που δεν είχαν πριν. Παράλληλα, κάναμε πολλή έρευνα πριν γυρίσουμε την ταινία, μιλώντας συνεχώς με ψυχολόγους, με γιατρούς, με ιδρύματα για τον καρκίνο. Θέλαμε να διασφαλίσουμε ότι η αναπαράσταση της ασθένειας και του εθισμού θα ήταν όσο πιο ειλικρινής γίνεται.

Θα ήθελα να μας πεις μερικά πράγματα για το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου στην ταινία. Είναι συχνό, παίρνει διάφορες μορφές, αλλά είναι τρομερά διακριτικό και καλαίσθητο. Πώς το σκέφτηκες και πώς ήθελες να λειτουργήσει;

Ναι, το ήθελα πολύ. Το συζητήσαμε με την σεναριογράφο και της είπα ότι θέλω την Milla να γυρνάει ενίοτε στην κάμερα, ειδικά όταν είναι ενθουσιασμένη και θέλει να μοιραστεί κάτι. Κι αυτό το τρικ εξελίσσεται καθώς εξελίσσεται κι η συναισθηματική πορεία της Milla. Για μένα μια αντίστοιχη λειτουργία επιτελούν κι οι τίτλοι που παρεμβάλλονται μεταξύ πολλών σκηνών. Υπήρχαν στο θεατρικό έργο αλλά όχι στο σενάριο, κι εγώ τους ήθελα στην ταινία. Αντίστοιχα κι οι απότομες διακοπές στην μουσική ή τον ήχο, είναι κάτι παρόμοιο κατ’ εμέ. Ήθελα να πετύχω ένα αποτέλεσμα όπου η συναισθηματική ένταση κι ανταμοιβή παραμένει μεγάλη ακόμα κι αν σπάσεις τις παραδοσιακές συμβάσεις της αφήγησης και της ροής μιας ταινίας. 

Πώς ήταν η συνεργασία με τους ηθοποιούς; Δημιουργήθηκαν σχέσεις αγάπης κι οικειότητας μεταξύ σας; 

Δυστυχώς δεν είχαμε πολύ χρόνο, είχαμε περίπου μια βδομάδα. Αλλά λόγω του θεατρικού background μου, είμαι συνηθισμένη στο να δουλεύω με λίγο χρόνο στη διάθεσή μου. Έτσι, μ’ άρεσε ο γρήγορος ρυθμός του γυρίσματος. Περάσαμε όλον αυτόν τον χρόνο μαζί και δημιουργήσαμε μια οικογενειακή δυναμική μεταξύ μας. Γνώριζα όλο το καστ μέσα από την δουλειά τους, οπότε με έναν τρόπο γνώριζα και τι είδους performers είναι και ποιες μπορεί να είναι οι ανάγκες τους. Πρόκειται για πολύ διαφορετικούς ηθοποιούς βέβαια. Η Eliza είναι προσεκτική και λεπτομερής στην προετοιμασία της, ενώ ο Toby παίζει πολύ ενστικτώδικα. 

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που κινηματογραφείς τα σώματα, κι ειδικά εδώ της Milla που περνάει μια πολύ έντονη και δύσκολη (αλλά και συναρπαστική) εμπειρία.

Προσπαθώ να το βλέπω με ένα γυναικείο βλέμμα. Θέλω να εξερευνήσω και το σώμα του Moses με όποιον τρόπο μπορώ, γιατί είναι αυτό που κάνει κι η Milla, αυτό που την συναρπάζει. Ήταν κάτι που ο διευθυντής φωτογραφίας κι εγώ δεν συζητήσαμε καν, απλά μας βγήκε αυθόρμητα. Και βέβαια μ’ ενδιαφέρει πολύ η συζήτηση γύρω από το ίδιο το γυναικείο βλέμμα στο σινεμά. Έχω κουραστεί να απαντάω σε ερωτήσεις σχετικά με το γιατί είμαι η 1 από τις μόλις 2 γυναίκες των 21 ταινιών του διαγωνιστικού τμήματος, αλλά μ’ αρέσει πολύ να συζητάω για το γυναικείο βλέμμα. Θέλω να δω και τα ανδρικά σώματα να εξερευνούνται στην οθόνη, όπως έχω δει να συμβαίνει με τα γυναικεία ξανά και ξανά και ξανά. 

Νιώθεις ότι ως γυναίκα σκηνοθέτρια πρέπει να δικαιολογείς τις καλλιτεχνικές επιλογές σου περισσότερο απ’ ό,τι ένας άντρας; 

Σίγουρα, αλλά επίσης θέλοντας και μη πάντα καταλήγεις σε ένα έργο που αντανακλά την οπτική σου για τον κόσμο και τους ανθρώπους. Η ταινία μου βγήκε έτσι γιατί κι εγώ είμαι αυτή που είμαι. Δεν ξέρω λοιπόν τι ταινία θα περίμενε από μένα ο κόσμος, αλλά αυτό που λες αγγίζει πιο πολύ τις εμπειρίες μου στο θέατρο. Όταν ξεκίνησα να σκηνοθετώ, μου έλεγαν συνεχώς ότι αφού είμαι η “νεαρή γυναίκα σκηνοθέτρια” τότε θα πρέπει να διαλέγω τέτοιου είδους κείμενα, κι όχι τους μεγάλους κλασικούς. Υπονοώντας, φυσικά, ότι αυτοί είναι για τους άντρες σκηνοθέτες. Όλο αυτό γίνεται πολύ διακριτικά, δεν είναι φωναχτό. Αλλά στην πράξη σε μπλοκάρει από το να κάνεις αυτά που θα μπορούσες να κάνεις. Αντίστοιχα, οι άνδρες συνομήλικοί μου σκηνοθέτες αποκαλούνταν συνεχώς “ιδιοφυΐες” ή “τρομερά παιδιά”, ενώ εγώ κι οι άλλες γυναίκες αποκαλούμασταν πάντα οι “δουλευταρούδες”. Δεν θέλω να μας αποκαλούν ιδιοφυΐες, θέλω να να μην υπάρχει αυτή η διαφορά. Ευτυχώς, η κατάσταση αλλάζει σταδιακά κι είναι κάτι που θεωρώ ότι κάνει καλό και στις γυναίκες και στους άνδρες.

Τι κρατάς περισσότερο από αυτήν την κινηματογραφική εμπειρία;

Βασικά, κρατάω το ότι θέλω να είμαι σκηνοθέτρια και να γυρίζω ταινίες. Νομίζω ότι είναι κάτι που δεν το ξέρεις πραγματικά μέχρι να το κάνεις. Ουσιαστικά, το συνειδητοποίησα χτες το βράδυ στην πρεμιέρα της ταινίας. Καθώς έβλεπα την οθόνη και το κοινό, σκεφτόμουν: “θέλω να κάνω κι άλλη ταινία και θέλω να την κάνω τώρα!”

Best of internet