Ecstasy: Είδαμε την πρώτη ταινία που έδειξε ανθρώπους να πηδιούνται στο σινεμά, κι αναστατωθήκαμε λίγο

Ή πώς μια τσέχικη ταινία του 1933 προκάλεσε το πρώτο κινηματογραφικό-πολιτικό-σεξουαλικό σκάνδαλο

Βρισκόμαστε στη Βενετία, λοιπόν, και τα πράγματα που μπορείς να κάνεις εδώ κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ κινηματογράφου είναι πολλά. Να δεις μεγάλες οσκαρικές πρεμιέρες πριν τον υπόλοιπο πλανήτη; Ναι, καλό. Να κυνηγήσεις celebrities; Φυσικά, μια κακή και κουνημένη βιαστική φωτογραφία ενός σταρ είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος να σπας τον πάγο στα πάρτι του χειμώνα. Να ανακαλύψεις ανερχόμενα νέα ταλέντα του ευρωπαϊκού σινεμά που μόλις τώρα κάνουν τα πρώτα τους βήματα; Μα βέβαια, δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία. Ένα από τα πιο συναρπαστικά πράγματα του φεστιβάλ, όμως, είναι ταυτόχρονα και το πιο ξεχού. Πρόκειται για το τμήμα Venice Classics που αποκαθιστά παλιές ταινίες – και φέτος μας παρουσίασε την ταινία-σκάνδαλο Ecstasy, όπως την αποκατέστησε το Czech Film Archive.

Το Ecstasy είναι μια θρυλική ταινία, κι η παγκόσμια πρεμιέρα της αποκατεστημένης 4Κ εκδοχής της στη Βενετία είναι, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρουσα από ιστορική, πολιτική και καλλιτεχνική σκοπιά. Το φιλμ του Τσέχου σκηνοθέτη Gustav Machaty φτιάχτηκε το 1933 κι έμεινε στην κινηματογραφική ιστορία για μια σειρά από λόγους. Πρώτον, πρόκειται για έναν από τους πρώτους ρόλους της μεγάλης χολιγουντιανής σταρ της χρυσής εποχής Hedy Lamarr, όταν ακόμα εκείνη ήταν 18 χρονών και λεγόταν Hedy Kiesler. Κυρίως, όμως, το Ecstasy φημίζεται για το σκάνδαλο που προκάλεσε στο μόλις 2ο Φεστιβάλ Βενετίας το 1934, σε φασιστικό καθεστώς, όντας η (σύμφωνα με πλήθος πηγών) πρώτη mainstream ταινία που περιελάμβανε σεξ μεταξύ των πρωταγωνιστών και γυναικείο οργασμό. Παρά την θερμή υποδοχή του κοινού και της κριτικής, το Ecstasy καταδικάστηκε από το Βατικανό κι έπειτα λογοκρίθηκε από την ναζιστική Γερμανία και τις δημοκρατικές ΗΠΑ. Αυτή η ταινία, λοιπόν, παρουσιάζεται φέτος στην Βενετία αποκατεστημένη – και με τις δύο έννοιες. Τόσο ως τεχνική ανασύνθεση του φιλμ όπως προβλήθηκε στο φεστιβάλ το 1934, όσο και ως καλλιτεχνική δήλωση που ιστορικοποιείται, επαναδημοσιοποιείται, δικαιώνεται.

Πριν προχωρήσουμε στην ταινία, επιτρέψτε μας να κάνουμε μια παρένθεση. Αν κάποιος έχει μεγαλώσει καταναλώνοντας mainstream pop κουλτούρα, όπως όλοι μας δηλαδή, τότε λίγο-πολύ όλα μέσα σ’ αυτήν τον ωθούν στο να αποκτήσει μια πλήρως συμπλεγματική σχέση με την σεξουαλικότητα όπως αυτή αναπαρίσταται συνήθως στην οθόνη εδώ και πολλές δεκαετίες. Το Χόλιγουντ κι αμερικάνικη τηλεόραση πάντα πούλαγαν σεξ καταπιέζοντάς το. Όσο παραπάνω υπαινίσσονταν την σεξουαλικότητα, τοποθετώντας την διαρκώς στην επιφάνεια, άλλο τόσο την περιφρουρούσαν από το να απελευθερωθεί, να ξεφύγει από τον έλεγχο, να γίνει αληθινά δημόσια κι ανθρώπινη. Φυσικά, αυτή η εμπορευματοποιημένη περιφρούρηση της σεξουαλικότητας είχε πάντα δύο σταθερές παραμέτρους. Η πρώτη αφορούσε τον περιορισμό της σε ετεροκανονικά, straight πλαίσια. Η δεύτερη αφορούσε την αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος ως κάτι που βρίσκεται εκεί για να ικανοποιεί το ανδρικό βλέμμα.

Δεν προσποιούμαστε μ’ αυτά ότι ξεμπερδέψαμε με το ζήτημα, αλλά προς το παρόν απλά θέλαμε να σημειώσουμε μερικά προκαταρκτικά πράγματα όσον αφορά την σχέση της μαζικής κουλτούρας με την σεξουαλικότητα, όπως την βλέπουμε να εκφράζεται κατά κόρον στην mainstream τέχνη – κάτι που μπορεί κανείς να ερευνήσει περαιτέρω μέσα από τα πολύ αναλυτικά γραπτά ενός Michel Foucault, μιας Susan Sontag, ενός John Berger, μιας Laura Mulvey. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, όμως, είναι ότι αυτός ο αντιφατικός υπερ-σεξουαλικός πουριτανισμός της οθόνης είναι κι αυτός ένα ιστορικό προϊόν, όπως κάθε τι άλλο, και για την ακρίβεια έγινε κυρίαρχος όταν έγινε κυρίαρχο και το βιομηχανικό-πολιτισμικό παράδειγμα του Χόλιγουντ. Κι αυτό ακριβώς το πνεύμα ήταν που αποκρυσταλλώθηκε από τα 30s μέχρι τα 60s με τον κώδικα λογοκρισίας των στούντιο και την αυστηρότητα τελωνειακής υπηρεσίας των ΗΠΑ που συχνότατα απαγόρευε ή λογόκρινε ευρωπαϊκές ταινίες κατά το μοντέλο των φασιστικών καθεστώτων, από το Ossessione του Luchino Visconti μέχρι το La Ronde του Max Ophuls. Και βέβαια, το Ecstasy του Machaty.

Παρόλα αυτά, αν κοιτάξει κανείς το σινεμά του ’20 και του ’30, πριν το παραπάνω μοντέλο χολιγουντιανού πουριτανισμού ή αυταρχικής λογοκρισίας γίνει κυρίαρχο, τότε θα συναντήσει μεγάλη σεξουαλική ελευθεριότητα, η οποία συχνότητα συμβάδιζε με τον κινηματογραφικό πειραματισμό. Είτε πρόκειται για τον ευρωπαϊκό σουρεαλισμό και ποιητικό ρεαλισμό, είτε πρόκειται για το μοντερνιστικό σοβιετικό σινεμά, είτε πρόκειται για το πρώιμο αμερικάνικο avant-garde, η σεξουαλική ανατρεπτικότητα βρισκόταν πολύ συχνά στο προσκήνιο – πολλές φορές από gay ή γυναίκες δημιουργούς σαν τον Jean Cocteau, την Leontine Sagan ή την Germaine Dulac. Χοντρικά, όλα αυτά έρχονται κόντρα σε μια διαδεδομένη πεποίθηση που λέει ότι το παλιό είναι πάντα συντηρητικό και το νέο πάντα προοδευτικό. Όπως κι η ίδια η ιστορία είναι μια διαδικασία αντιθέσεων και συγκρούσεων με μπρος και πίσω, έτσι και το σινεμά – κι η σεξουαλικότητα εντός του.

Μέσα σ’ όλα αυτά, λοιπόν, τι ήταν και τι έκανε το Ecstasy; Η ταινία του Machaty περιγράφει την ιστορία μιας νεαρής γυναίκας που παντρεύεται έναν γηραιό και πλούσιο άνδρα. Έπειτα από έναν σύντομο γάμο χωρίς πάθος, ερωτεύεται έναν νεαρό εργάτη και γίνονται ζευγάρι. Τι υπήρχε μέσα σε αυτό το ποιητικό φιλμ πάνω στην δύναμη της εικόνας και την ζωώδη λιβιδινική ενέργεια του σινεμά που πόνεσε τόσο πολύ και προκάλεσε τέτοιο σκάνδαλο στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1934 κι έπειτα στις κινηματογραφικές αγορές που το λογόκριναν ή το απαγόρευσαν; Μπορεί η Lamarr κι ο Machaty να ακολούθησαν έπειτα αμφότεροι δύο πετυχημένες καριέρες στο Χόλιγουντ, αλλά το Ecstasy, η ταινία που έφτιαξαν μαζί, είχε κάτι το ασυγχώρητο.

Όπως είπαμε και πριν, η ταινία έγινε διάσημη για το γυμνό της. Σε μια σκηνή, παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια να κάνει μπάνιο γυμνή σε μια λίμνη. Έπειτα, κυνηγάει εξίσου γυμνή το άλογό της, σαν μια παραλλαγή πάνω στο σύμβολο της Lady Godiva. Σε μια άλλη σκηνή, παρακολουθούμε τους δύο εραστές να κάνουν σεξ μέσα από τα πρόσωπά τους, ίσως για πρώτη φορά σε μια μη-πορνογραφική ταινία μεγάλης παραγωγής. Κυρίως, βλέπουμε για πρώτη φορά να αναπαρίσταται ένας γυναικείος οργασμός, αυτοτελής, πλήρης, με τρόπο που να ανήκει παντελώς στην ίδια την γυναίκα. Ένας υπαινιγμός γυναικείας σεξουαλικής αυτονομίας, χειραφέτησης της γυναικείας επιθυμίας. Στο τέλος της ταινίας, δε, αποκαλύπτεται πλήρως το σοσιαλιστικό subtext της ιστορίας με μια έκρηξη εργατικής εικονογραφίας και σωματικής δύναμης, καθώς μια νέα ζωή γεννιέται μέσα από τον έρωτα.

Βγήκαμε από την προβολή του Ecstasy λίγο ζαβλακωμένοι, λίγο μαγεμένοι, λίγο προβληματισμένοι. Μεταξύ άλλων, σκεφτόμασταν το εξής: απ’ ό,τι φαίνεται, ο κομμουνισμός κι ο φεμινισμός είναι δύο πράγματα που πονάνε, δύο πράγματα που, ειδικά αν συνδυαστούν και μάλιστα στην πιο ειλικρινή μορφή τους, παραμένουν ασυγχώρητα για την κυρίαρχη κουλτούρα, τότε και σήμερα.

Best of internet