Ως πότε θα ταυτιζόμαστε με ταινίες Toy Story κοτζάμ μαντράχαλοι;

Ώσπου να σταματήσει να κάνει καλές ταινίες η Pixar, μάλλον

Ήταν περίεργο: μπήκα με κακή διάθεση στο Toy Story 4. Όχι με κακή διάθεση γενικά, αλλά με κακή διάθεση συγκεκριμένα απέναντι στο Toy Story 4. Μαλακία; Ψιλομαλακία, ναι, γιατί τι σου φταίει τώρα μια ταινία για παιδάκια στην τελική. Από την άλλη, βέβαια, όταν βγάζεις Toy Story 4 εν έτει 2019 τότε σε ποια παιδιά απευθύνεσαι περισσότερο; Στα παιδιά του 2019; Στα παιδιά του 1995; Στα παιδιά του 1995 που έκαναν δικά τους παιδιά και στο 2019 τα πηγαίνουν να δουν κι αυτά Toy Story; Πολλά κι αμείλικτα τα ερωτήματα, γι’ αυτό κι εμείς θα αναγκαστούμε να παραθέσουμε τον ποιητή: καλή τύχη στα παιδιά που γεννάνε παιδιά.

Η αλήθεια είναι πως η καχυποψία απέναντι στο Toy Story 4 προερχόταν κυρίως από τον προβληματισμό για τα ζητήματα που αφορούν τη σύγχρονη βιομηχανία της διασκέδασης (άρα και του σινεμά και των παιχνιδιών) ως βιομηχανία νοσταλγίας, ως φάμπρικα τουρισμού στο παρελθόν – πράγμα που έχουμε φροντίσει να θίξουμε ουκ ολίγες φορές από τις ψηφιακές σελίδες αυτού εδώ του ιστότοπου. Γι’ αυτό, λοιπόν, προκειμένου να μιλήσουμε για το Toy Story που μόλις βγήκε στις αίθουσες θα πρέπει να γυρίσουμε αρκετά πιο πίσω και να ξεκινήσουμε να μιλάμε για το Toy Story που βγήκε στις αίθουσες το 1995, μιλώντας ουσιαστικά για την ίδια την αλλαγή του πεδίου του παιδικού σινεμά. Κακά τα ψέματα, πολλά πράγματα άλλαξαν με την κυκλοφορία του πρώτου Toy Story στο σινεμά εκεί στα μέσα των 90s και την απαρχή της κινηματογραφικής Pixar. Η αναγέννηση της Disney που ξεκίνησε με την Μικρή Γοργόνα το 1989 και συνεχίστηκε με τα Πεντάμορφη & το Τέρας και Αλαντίν είχε ήδη φτάσει στο απόγειό της με το Βασιλιά των Λιονταριών το 1995, ενώ από εκεί και μετά άρχισε πάλι μια καθοδική πορεία. Ακόμα και πριν αρχίσει να στερεύει ξανά στα τέλη των 90s όμως, η Disney φαινόταν να αδυνατεί να μιλήσει πραγματικά την συγκεκριμένη γλώσσα των παιδιών του ’90, ακόμα κι αν τους έδινε ιστορίες ιδιαίτερα καλοφτιαγμένες και συναισθηματικά καθοριστικές. Ακόμα δηλαδή κι αν θα κρατάμε μέσα μας αυτές τις ιστορίες της Disney για πάντα, καμιά τους δεν είχε αυτό που είχε το Toy Story: την αναγνώριση του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά του ύστερου καπιταλισμού διαμορφώνουν την σχέση με τον εαυτό τους, την οικογένειά τους και τους φίλους τους μέσα από την απόκτηση παιχνιδιών και την επαφή με την μαζική κουλτούρα και τις νέες τεχνολογίες που φέρνει μαζί της.

Ουσιαστικά, αυτό έκανε το Toy Story του 1995. Απελευθέρωσε τον συναισθηματικό κόσμο που κατοικεί μέσα στη σχέση ανάμεσα στα παιδιά και τα παιχνίδια τους, αναπαριστώντας την με όρους ταυτόχρονα αφοπλιστικά ειλικρινείς αλλά και επιχειρηματικά κυνικούς. Έδειχνε μεγάλη ωριμότητα στην διερεύνηση αυτού του συναισθηματικού κόσμου, αλλά παράλληλα απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι οποιαδήποτε κριτική στην ίδια την βιομηχανία της παιδικής διασκέδασης. Μιλούσε στην ψυχή μας τρόπο που έδειχνε ότι η ουσία είναι στα συναισθήματα κι όχι στα ίδια τα παιχνίδια, αλλά ταυτόχρονα μας πουλούσε ακόμα περισσότερα παιχνίδια, τα ίδια παιχνίδια απ’ τα οποία εν πολλοίς εξαρτιόταν με θλιβερό τρόπο η κοινωνική μας θέση κι η συναισθηματική μας ανάπτυξη. Βέβαια, χτύπαγε διάνα σε κάτι πολύ καίριο: στο ότι τα εμπορεύματα δεν είναι ποτέ μόνο αντικείμενα. Ότι περιέχουν τα ίδια μια δικιά τους κουλτούρα και μεσολαβούν τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και με τους άλλους. Έτσι, με έναν αναγκαστικά αλλοτριωμένο τρόπο ως μέρος μιας βιομηχανίας, το Toy Story εν πολλοίς κατάφερε μέσα από την ιστορία του να απελευθερώσει ένα μέρος της ζωής των πραγμάτων κι ένα μέρος της ζωής μέσα από τα πράγματα. Καθόλου μικρό πράγμα, καθόλου μικρό. Επίσης, μας έκανε τότε να κλαίμε σαν μικρά παιδ- oh wait.

Φυσικά, από τότε έχουν περάσει 24 χρόνια κι εμείς με πρόχειρους υπολογισμούς είμαστε, εεε, κάπως μεγαλύτεροι. Η Pixar συνέχισε να κάνει ταινίες Toy Story, αλλά κι εν γένει συνέχισε να κάνει ταινίες για παιδιά που έδειχναν μια κινηματογραφική ωριμότητα σπάνια για το μαζικό σινεμά, από το Finding Nemo μέχρι το Inside Out κι από το Incredibles μέχρι το (καλύτερο όλων) WALL-E, το οποίο δυσκολευόμαστε ακόμα και να πληκτρολογήσουμε χωρίς να μας πιάσει μια μικρή συγκίνηση. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, η Pixar ήταν ένα στούντιο που αποδείκνυε ότι το να φτιάχνεις ώριμες ταινίες για παιδιά είναι ένα από τα πιο δύσκολα αλλά και πιο ικανοποιητικά πράγματα που μπορούν να σου τύχουν σ’ αυτήν την βιομηχανία. Η Pixar του 2019 όμως δεν είναι η Pixar του 1995, δηλαδή μια disruptive εταιρία με ηγέτη τον Steve Jobs σε ένα κινηματογραφικό περιβάλλον που άλλαζε άρδην, προερχόμενη κι η ίδια από μια απόσχιση από την Lucasfilm μια δεκαετία νωρίτερα. Αντίθετα, είναι η Pixar που εξαγοράστηκε από τη Disney το 2006, ενισχύοντας τις μονοπωλιακές τάσεις της αυτοκρατορίας του μικιμάου κι υπακούοντας πλέον αναγκαστικά στους μεγα-κύκλους συσσώρευσης κεφαλαίου και τις μεγα-πολιτικές διαμόρφωσης της μαζικής κουλτούρας. Αυτό σημαίνει μήπως ότι από τότε κι έπειτα δεν κάνει καλές ταινίες η Pixar; Όχι, ούτε καν. Αλλά το παρελθόν και το παρόν της ίδιας της εταιρίας μας βοηθάει να δούμε το πόσο ταιριαστός είναι ο φαινομενικά αντιφατικός χαρακτήρας των ταινιών της: από τη μία πλευρά υπερσυναισθηματισμός στην αφήγηση κι από την άλλη πλευρά υπερκυνισμός στην επιχειρηματικότητα. Μαζί αυτά τα δύο στοιχεία συνθέτουν μια από τις πιο καλογυαλισμένες και καλοκουρδισμένες μηχανές του Χόλιγουντ.

Λόγω της ίδιας της ιστορίας που αφηγούταν αλλά και λόγω του αφηγηματικού σύμπαντος στο οποίο εντάσσεται, κάθε νέα ταινία Toy Story ποντάρει πολύ πετυχημένα στην ίδια την βιομηχανία της νοσταλγίας. Σ’ έναν βαθμό, τα παιδάκια δημοτικού του 1995 ήταν σχεδόν έφηβοι το 1999, ήταν πια φοιτητές το 2010, κι είναι… βασικά ποιος ξέρει καν τι είναι το 2019. Είναι απλά 30ρηδες που προσπαθούν να την παλέψουν. Ενώ λοιπόν οι πρώτες δύο ταινίες μας έβρισκαν (αφηγηματικά αλλά κι ως αντανάκλαση του κοινού τους) σε δύο διαφορετικές εκδοχές της παιδικότητας, έπειτα η τρίτη ταινία μας έβρισκε στην φάση φυγής από το πατρικό σπίτι, κι η τέταρτη ταινία μας βρίσκει στην φάση των τριαντατόσο που συνοδεύεται από μια νοσταλγία του παιδικού παρελθόντος σε έναν κόσμο όλο και πιο ζόρικο, πολύπλοκο, τρομακτικό. Φυσικά, η νοσταλγική αναβίωση του παρελθόντος κάνει κύκλους, κι όπως ήταν λογικό μετά τo 80s revival της περασμένης δεκαετίας τώρα έχουν σειρά τα 90s. Μ’ αυτήν την έννοια, έχουμε ήδη δει σημάδια αυτής της στροφής προς τα πίσω, είτε με τη μορφή ενός κενού τουρισμού στο παρελθόν (όπως στα Ready Player One και Everything Sucks) είτε με τη μορφή ενός προσωπικού αναστοχασμού (όπως στο Lady Bird ή το Mid90s). Παρόλα αυτά, το κεντρικό ερώτημα για την οπτική γωνία απ’ την οποία βλέπει κάποιος μαντράχαλος το Toy Story 4 το 2019 είναι: τι ανάγκες έχουμε ως μεγάλα παιδιά σήμερα; Έχουμε ανάγκη για πραγματική ενηλικίωση, να αντισταθούμε στην καθήλωση στο παρελθόν, να διεκδικήσουμε την ωριμότητα. Τι θα ήθελε όμως, θεωρητικά, να μας πουλήσει μια ταινία της Disney-Pixar; Τις ίδιες ιστορίες, την ίδια δυναμική, το ίδιο παρελθόν, ξανά και ξανά. Να είμαστε δηλαδή πελάτες που ζουν στο αιώνιο παρόν της pop κουλτούρας όπου όλα είναι νοσταλγικά κουτάκια προς τικάρισμα κι αδιαφοροποίητα σημεία αναφοράς σε έναν meta χυλό αναμνήσεων και εμπορευμάτων.

Εν τέλει, αυτή ήταν η πηγή της καχυποψίας για την 4η ταινία Toy Story. Από την άλλη όμως, καθώς περνούσε η ώρα, συνειδητοποιούσα πως η ταινία άρχισε να με κερδίζει με έναν πολύ ύπουλο και απροσδόκητο τρόπο. Εκεί που η ιστορία έμοιαζε απλά να διαγράφει γνώριμους κύκλους με μικρές διαφοροποιήσεις, σαν να πρόκειται για ψιλοαδιάφορες παραλλαγές σε ένα γνωστό αλλά κουρασμένο θέμα, η γοητεία της ταινίας άρχιζε να ξεφεύγει απλώς από τις ευχάριστες νότες των υπαρξιακών meltdown του Forky και των εκρήξεων γέλιου των Bunny και Ducky. Αντίθετα, η στιγμή της συνάντησης μεταξύ Woody και Bo Peep, η οποία έλειπε από την προηγούμενη ταινία, γίνεται καταλύτης για μια νέα τροχιά που δεν έχει ξαναδιαγράψει ταινία Toy Story. Ξεκινάει έτσι μια στροφή προς την αυθεντική ωριμότητα με τρόπο όχι τόσο αιφνιδιαστικό αλλά ανεπαίσθητο, ο οποίος τελικά εκρήγνυται στο φινάλε και παραμένει απροσδόκητα μαζί σου για πολλές μέρες μετά το τέλος της προβολής.

Σχεδόν από το πουθενά, κι αποφεύγοντας ακόμα επιμελώς οποιοδήποτε spoiler, το Toy Story 4 γίνεται μια ταινία για την εμμονή και την θνητότητα, για το συντηρητικό ένστικτο να κρατηθείς από κάτι γνώριμο και την τρομακτική επιθυμία να ανοιχτείς σε κάτι άγνωστο, για την απελευθερωτική δύναμη του να αφήνεις κάτι πίσω κρατώντας το μέσα σου για πάντα. Ξαφνικά, η εσωτερικές φωνές των ηρώων γίνονται πιο δυνατές από τις επιταγές της συνήθειας και μετατρέπονται από στερεοτυπικό εργαλείο που πυροδοτεί το ταξίδι του ήρωα για γνώριμα μονοπάτια σε δύναμη συμφιλίωσης και ξεπεράσματος του παρελθόντος. Όλη αυτή η δυναμική πουθενά δεν ενσαρκώνεται καλύτερα απ’ ό,τι στον περιφερειακό χαρακτήρα του Duke Caboom, ο οποίος παρότι κομπάρσος μετατρέπεται στο πιο ισχυρό σύμβολο της αφήγησης κατά τον προσφιλή σαιξπηρικό τρόπο. Ο Duke Caboom λοιπόν, μια καναδέζικη κόπια του Evel Knievel με την φωνή του αγαπημένου μας Keanu Reeves, συνειδητοποιεί ότι είναι ανίκανος να επιτελέσει τις λειτουργίες για τις οποίες σχεδιάστηκε, αλλά ότι είναι ικανός να γίνει κάτι άλλο, κάτι καλύτερο – σχετιζόμενος διαφορετικά με τους γύρω του.

Μπήκα στο Toy Story 4 αρκετά καχύποπτος, βγήκα συγκρατημένα ικανοποιημένος και μια βδομάδα μετά νιώθω συγκινημένος από την ιστορία που είπε. Όπως έχουνε γράψει κι άλλοι, πιο έξυπνοι από μας, πάντα ζούμε σαν χαμένα παιδιά τις ανολοκλήρωτες περιπέτειές μας – και σ’ αυτές κουβαλάμε συχνά μαζί παιχνίδια που τα χάνουμε, τα ξαναβρίσκουμε και τα ξαναχάνουμε, που μας τα πήραν δώρο άνθρωποι που μόχθησαν γι’ αυτά ή προσπάθησαν έτσι να αναπληρώσουν την αγάπη που δε μας έδωσαν, κι εμείς τα μοιραστήκαμε με αδέρφια και φίλους ή γεμίσαμε μ’ αυτά το μεγάλο κενό της μοναξιάς μας, φτιάχνοντας κάθε φορά κόσμους από τα πιο πλαστικά και ψεύτικα υλικά. Πρέπει κι εμείς να μεγαλώσουμε, να ωριμάσουμε, να τα αφήσουμε πίσω χωρίς να τα προδώσουμε. Είπαμε: καλή τύχη στα παιδιά που γεννάνε παιδιά.

Best of internet