Είναι αδύνατον να παραμείνεις νηφάλιος βλέποντας το Beach Bum

Ο Harmony Korine συνεχίζει να φτιάχνει ταινίες για τα παρτάλια αυτού του κόσμου

Ξεκινάω με μια μεγάλη παραδοχή μιας εξίσου μεγάλης αδυναμίας: ο Harmony Korine είναι ο αγαπημένος μου ενεργός σκηνοθέτης στον κόσμο – μαζί με 2-3 ακόμα ανθρώπους, όχι περισσότερους. Τι σημαίνει αυτό; Σίγουρα όχι ότι θα έπρεπε να σας ενδιαφέρει, φίλες και φίλοι, αλλά ότι μάλλον θα έπρεπε να λάβετε το κείμενο που ακολουθεί περισσότερο σαν εξομολόγηση της αγάπης μου για το παρτάλικο σινεμά του Korine παρά ως οτιδήποτε άλλο – πόσο μάλλον, θεός φυλάξοι, ως κριτική ταινίας. Τι να πω, κατά μία έννοια αντλώ ικανοποίηση και μόνο από το γεγονός πως μερικές από τις πιο αυθεντικά ενδιαφέρουσες ταινίες των τελευταίων δεκαετιών τις έχει γυρίσει ένας τυπάκος που ξεκίνησε να χωθεί στον κόσμο του σινεμά όντας ένας εικοσάχρονος βλάχος Αμερικάνος εβραϊκής καταγωγής από το Τένεσι με φιλοδοξία να πάρει όσα περισσότερα ναρκωτικά είναι ανθρωπίνως δυνατόν και να γίνει επαγγελματίας σκεϊτάς. Επαγγελματίας σκεϊτάς.

Από το σενάριο του Kids που τον έκανε διάσημο μέχρι την χιλιοτραγουδισμένη από τα ψαγμένα παιδάκια σαπίλα του Gummo, από την καλύτερη ταινία του Dogme 95 (το Julien Donkey-Boy φυσικά, fight me) μέχρι τον θλιμμένο λυρισμό του Mister Lonely, κι από τον ανείπωτο τρόμο του Trash Humpers μέχρι τον υστερικό και πυρετώδη pop πειραματισμό του Spring Breakers, o Korine έχει καταφέρει στα 46 του χρόνια να φτιάξει μια φιλμογραφία σχεδόν εξίσου παράξενη και περιπετειώδη με τις ιστορίες των ταινιών του – αυτές τις ιστορίες white trash ποίησης που αποπνέουν ένα transgressive πνεύμα το οποίο εν πολλοίς μοιάζει εξαφανισμένο από την σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή που καταφέρνει να φτάσει στις αίθουσες (και πόσο μάλλον τις ελληνικές). Το σινεμά του Korine είναι ένα τεράστιο παλίμψηστο, ένα μουτζουρωμένο χαρτί υψηλής και χαμηλής κουλτούρας, underground και pop καλλιτεχνικής έκφρασης, με ιστορίες βγαλμένες από το στομάχι του σύγχρονου πολιτισμού, αντλημένες από το καταραμένο απόθεμα της μαζικής κουλτούρας. Βασικά, ο Harmony Korine κάνει τέχνη στα άκρα, ακραία τέχνη σε/για ακραίους καιρούς. Και στο κέντρο της υπάρχει ένας ισχυρός συναισθηματικός πυρήνας, με τον Korine να αιχμαλωτίζει ένα ανθρώπινο συναίσθημα, όπως έλεγε ο John Cassavetes – και κατά μία έννοια ο Korine είναι ένας Cassavetes για χαμένα κορμιά.

Αν κάτι κάνει ακαταμάχητο (και εύλογα αντιπαθές για κάποιους βέβαια) το σινεμά του είναι ότι έχει μια τόσο ζωντανή και παιδική αίσθηση πειραματισμού, τον οποίο μοιάζει να αντιλαμβάνεται ως γενναίο και θρασύ παιχνίδι με τα όρια του μέσου που χρησιμοποιεί και της εποχής που το περιβάλλει. Κι όσο να πεις, αυτό είναι μια ευπρόσδεκτη ανάσα δροσιάς σε σύγκριση με τον συχνά βαρετό και ψόφιο πειραματισμό που πακετάρεται ώστε να είναι ευπώλητος στην φεστιβαλική αγορά. Αντίθετα, ο πειραματισμός του Korine μοιάζει να συνδέεται ακόμα με το πνεύμα του αμερικάνικου underground πειραματικού σινεμά των 70s και των 80s που είχε την αίσθηση του χειροποίητου, του παραβατικού, του αληθινά ριζοσπαστικού. Αυτή η κληρονομιά, την οποία ο Harmony αξιοποίησε από κοινού μαζί με ένα μάτσο ακόμα δημιουργούς του αμερικάνικου indie σινεμά των 90s, είναι που τον έφερε στη μοναδική θέση να μετατρέπει αυθόρμητα σε έργο τέχνης ακόμα και τις βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις του, είτε πρόκειται για τις συνομιλίες με τον θρύλο του queer σινεμά Bruce LaBruce είτε πρόκειται για τις επισκέψεις στο late night show του David Letterman που του χάρισαν ένα εφ’ όρου ζωής ban από την εκπομπή.

Περιβεβλημένος από την (κουραστική, είναι η αλήθεια) μυθολογία του «τρομερού παιδιού» στα διεθνή φεστιβάλ κατά την δεκαετία του ’90 και απολαμβάνοντας την λατρεία των γηραιότερων σπουδαίων σκηνοθετών που χαιρέτιζαν την καινοτόμα τέχνη του, ο Korine με το πέρασμα των χρόνων άρχισε να καθιστά σαφές πως η μοναδικότητά του ως καλλιτέχνη έγκειται στο γεγονός πως θα είναι για πάντα ένα αιώνιο κινηματογραφικό παρτάλι – χάνοντας σταδιακά όλο και περισσότερο απ’ το παιχνίδι τόσο της mainstream όσο και της arthouse αποδοχής. Παρόλα αυτά, πάντα κάτι μένει. Η τελευταία ταινία του, το Spring Breakers, είναι μάλλον το κινηματογραφικό έργο που δίχασε περισσότερο την κριτική ανάμεσα στο αριστούργημα και το σκουπίδι κατά την τρέχουσα δεκαετία – με κάποιους να το θεωρούν αληθινό αριστούργημα και κάποιους να το θεωρούν αληθινό σκουπίδι. Αν τυχόν σας έκαιγε να μάθετε, εμείς ανήκουμε στην πρώτη κατηγορία, αφού αυτό το υπερ-πραγματικό και υπερ-ποιητικό υγρό όνειρο (όπως το έχει περιγράψει ο ίδιος) είναι μια απ’ αυτές τις σπάνιες ταινίες της εποχής που επιχειρούν να εντοπίσουν τις υπαρκτές τάσεις συγκρότησης της πραγματικότητας κι έπειτα να βάλουν τον ενισχυτή στο τέρμα, να δοκιμάσουν τις αντοχές τόσο του μέσου και του θεατή, όσο και του ίδιου του δημιουργού. Όπως λέγαμε κι όλως τυχαίως πέρσι στη συνέντευξή μας με τον Romain Gavras, είναι μοναδικές εκείνες οι εμπειρίες όπου μια ταινία καταφέρνει να απελευθερώσει το χαοτικό, ασυνείδητο, παρανοϊκο υπέδαφος της μαζικής κουλτούρας και να το μετατρέψει σε τέτοια extravaganza επίθεσης σε όλες τις αισθήσεις.

Μ’ αυτά και με κείνα, λοιπόν, το The Beach Bum, η νέα δουλειά του Harmony Korine που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες με τον υπέροχα καλτ τίτλο Ο Παραλίας, ήταν μάλλον η ταινία που περίμενα περισσότερο να δω μέσα στο 2019 – ΟΚ, μαζί με το Endgame, για να είμαστε ειλικρινείς. Στα χαρτιά, το The Beach Bum είναι μια πολύχρωμη ιστορία με πολύχρωμους χαρακτήρες, η οποία έχει στο κέντρο της ένα ηδονιστικό παρτάλι που παριστάνει τον ποιητή στις νότιες ακτές της Φλόριντα. Δεν χρειάζεται να ξέρετε περισσότερα για την πλοκή του Beach Bum, γιατί μάλλον δεν υπάρχουν και περισσότερα να μάθετε. Αυτό είναι όλο. Είναι ο Moondog που τον υποδύεται ο Matthew McConaughey (στον πιο κλασμένο ρόλο της ιδιαίτερα κλασμένης καριέρας του) και μπλέκεται με τους Snoop Dogg, Isla Fisher, Zac Efron, Jonah Hill, Jimmy Buffett και Martin Lawrence σε ένα μπαράζ stunt-casting που θα ζήλευαν ακόμα κι οι αδερφοί Coen. Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες, με τον τρόπο τους, προέρχονται από το περιθώριο. Όχι το περιθώριο όπως το φαντάζεται συνήθως με την μελό ή νατουραλιστική ματιά του το «μαζικό» και το «καλλιτεχνικό» σινεμά αντίστοιχα, αλλά το περιθώριο με την έννοια του πολύχρωμου, φαντασμαγορικού, απρόβλεπτου αποθέματος χαρακτήρων που συνήθως αποτελούν πλεονάζοντα πληθυσμό για τις συμβατικές κινηματογραφικές αφηγήσεις.

Η αλήθεια είναι πως είναι μάλλον πολύ εύκολο να σε κλωτσήσει αυτή η ταινία. Η σημειολογία της είναι τόσο πυκνή κι η αφήγησή της τόσο θραυσματική που μοιάζει να μην έχει απολύτως κανένα κέντρο βάρους να εξισορροπήσει τα πράγματα. Όλα φαίνονται να συμβαίνουν με ένα χαοτικό, random τρόπο που θέλει να αποσταθεροποιεί συνεχώς τις αισθήσεις και την αντίληψη του θεατή. Είναι μια σκαλωμένη και σκαλωτική ταινία, οπότε αν δεν σας αρέσει να σκαλώνετε, είναι πολύ πιθανό πως δεν θα την απολαύσετε σε κανένα επίπεδο. Παρόλα αυτά, υπάρχει μέσα στο Beach Bum ένας υπερβατικός πυρήνας που ξεπερνάει τα σημεία αναφοράς και την ανεκδοτολογική αφήγηση. Με μια πρώτη ματιά, δεν μοιάζει καθόλου δύσκολο να αποκρυπτογραφήσεις τον Moondog σαν χαρακτήρα-σύμβολο. Είναι βγαλμένος μέσα από τις υποκριτικές ιδιοτροπίες του McConaughey, από το Fear and Loathing in Las Vegas του Hunter S. Thompson, από το Big Lebowski των αδερφών Coen, από τα στερεότυπα για τον καμένο πληθυσμό του Μαϊάμι, από ένα υγρό όνειρο του N.O.E. Παράλληλα, όμως, υπάρχει και μια θεματική γραμμή που συνδέει τον Moondog με τον θρυλικό τυφλό συνονόματό του μουσικό, ποιητή, εφευρέτη και βίκινγκ των νεοϋορκέζικων δρόμων. Είναι η ίδια γραμμή που τον συνδέει με την αλχημική κι ασταθή αντίληψη της μοντέρνας πραγματικότητας στα μυθιστορήματα του Thomas Pynchon αλλά και με τους προβληματισμούς της ρομαντικής ποίησης του 19ου αιώνα για μια υπερβατική μορφή έκφρασης που θα ενώνει την τέχνη και την ζωή.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι το Beach Bum είναι μια ταινία που φοράει αυτές τις αναφορές της σαν παράσημο υψηλής κουλτούρας; Όχι, σε καμία περίπτωση, ευτυχώς. Το Beach Bum, όπως και το υπόλοιπο έργο του Korine, κυριεύεται από μια ακραία σαχλαμάρα αλλά κι από μια σκληρότητα, βαναυσότητα, αποκρουστικότητα. Επειδή όμως ο Korine, παρά τα φαινόμενα, δεν είναι ένας κυνικός, νιχιλιστικός σαδιστής (όπως κάμποσοι άλλοι που αρέσκονται στο σινεμά της σκληρότητας), επιλέγει να ψάξει την δραματική ένταση των φαινομενικά δραματουργικά αδιάφορων ταινιών του στην ασυμφωνία, στη δυσαρμονία. Έτσι, ραντίζει την βίαιη ηλιθιότητα των ταινιών του με απροσδόκητα μεγάλες δόσεις ειλικρίνειας, ευαισθησίας και λυρισμού χρησιμοποιώντας κάθε μέσο στη διάθεσή του ώστε να παράγει συναισθηματική ένταση και να εμπλουτίζει ακόμα περισσότερο το subtext του έργου του με συνεχείς επιθέσεις ασυναρτησίας στο text. Για παράδειγμα, είναι σχεδόν αδύνατον να μην νιώσεις κάτι βαθύ με τον συνδυασμό του τυρένιου Higher των Creed με έναν ευφορικό κατήφορο έπειτα από την απόπειρα απεξάρτησης ή με τον συνδυασμό της μουσικής των The Cure με μερικές από τις πιο ηδονιστικές στιγμές της ταινίας. Κι αυτά είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα εξαιρετικής αφηγηματικής χρήσης της μουσικής στην ταινία, πράγμα πάντα εκκωφαντικά παρόν στο σινεμά του Korine.

Στο κέντρο της ταινίας, όμως, βρίσκεται το κυνήγι της ποιητικής έκφρασης, πράγμα που βρίσκεται σε φαντασμαγορική παραδοξότητα με τα γεγονότα που αφηγείται η ταινία αλλά και σε υπέροχη συμφωνία με την οπτική γλώσσα του Korine (μετουσιωμένη σε απίστευτη φωτογραφία από τον Benoit Debie). Πέρα από το κυνήγι της ποιητικής έμπνευσης που συνδέεται και με την ίδια την πλοκή της ταινίας (με το «συνδέεται» να είναι μια λέξη με πολύ χαλαρό ορισμό ούτως ή άλλως στην ταινία), το Beach Bum μοιάζει δοσμένο στο κυνήγι της μιας ποιητικής φιλοσοφίας που θέλει να αγκαλιάσει την κοινωνική εμπειρία ώστε να ενωθεί μαζί της σε μια ανώτερη σύνθεση. Είναι αυτός ο παλλόμενος προβληματισμός για τη σύνδεση ποίησης και πρακτικής ζωής που σπανίως βρίσκει κανείς να αναδύεται σε μια τέτοια κινηματογραφική αφήγηση. Μέσα από την κουκουρούκου ανεκδοτολογική ιστορία ενός παρταλο-ποιητή που θέλει να βρει τον εαυτό του χάνοντας τον εαυτό του, το Beach Bum μοιάζει με ένα επικό ρομαντικό ποίημα μεταμφιεσμένο σε white trash stoner κωμωδία. Ναι, το Beach Bum είναι ένα Künstlerroman που καπνίζεται σε μπονγκ. Γιατί αν δεν κάνεις την υψηλή τέχνη αρκετά χαμηλή ώστε να συνδυάζεται με μπάφους, τότε δεν έχει νόημα να την κάνεις καθόλου.

Αν δούμε τη νέα ταινία του Korine, λοιπόν, από την σκοπιά του προβληματισμού πάνω στην φύση της καλλιτεχνικής έκφρασης, θα είχε πλάκα να την αντιπαραβάλλουμε με το The House That Jack Built του παλιού του γνώριμου από το Dogme 95, του Lars Von Trier. Δυστυχώς μάλλον κανένας δεν θα δει το Beach Bum σαν πηγή προβληματισμού για τον καλλιτέχνη με τρόπο εφάμιλλο του «σοβαρού» έργου του Trier, αλλά η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μια ενδιαφέρουσα και πιθανώς ασυμφιλίωτη ένταση απέναντι σ’ αυτές τις δύο ενσαρκώσεις του ήρωα-καλλιτέχνη. Αν στον Trier ο καλλιτέχνης είναι ένας σκληρός αρχιτέκτονας με υλικό επιλογής τον ανθρώπινο πόνο, στον Korine ο καλλιτέχνης είναι ένας βαρκάρης που λικνίζεται επιπλέοντας ηδονικά πάνω στη θάλασσα των ανθρώπινων υγρών της αγάπης. Απέναντι στην ανδροπρεπή αριστοκρατική αντίληψη του καλλιτέχνη που έχει κυριαρχήσει τόσο πολύ πάνω στην κυρίαρχη δυτική παράδοση, ο Moondog προτείνει έναν ασταθή ανδρόγυνο δρόμο καλλιτεχνικής έκφρασης (με την δική του παράδοση κι αυτός) που θέλει να εκμηδενίσει την απόσταση ανάμεσα στην τέχνη και την ζωή, μέχρι να σταματήσει να έχει πια νόημα η λέξη καλλιτέχνης.

Κηρύσσοντας το μήνυμα της φετιχιστικής απόλαυσης και της καλοήθους παράνοιας, το Beach Bum δίνει μια αφοπλιστικά απλοϊκή και ριζοσπαστική απάντηση στο τι είναι αληθινή τέχνη. Τέχνη είναι να κάνεις αυτό που αγαπάς, αγωνιζόμενος ώστε να υπάρξουν οι συνθήκες που θα σου επιτρέψουν να το κάνεις και μοιραζόμενος αυτήν την αγάπη, τον αληθινό πλούτο των κοινωνικών σχέσεων, με τους άλλους ανθρώπους. Με ναρκωτικά πάντα.

Best of internet