Δεν φτιάχνονται πια ταινίες δράσης σαν το John Wick 3

Ούτε σαν τα προηγούμενα δύο, φυσικά

Μόλις λίγα λεπτά μετά το αφηγηματικό τέλος του προηγούμενου John Wick, βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα της ταινίας να τρέχει πανικόβλητος, όντας πια αφορισμένος, αναθεματισμένος, επικηρυγμένος. Λίγο αργότερα, μπαίνει στην δημόσια βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης και καταλήγει να παίζει θανατηφόρο ξύλο με έναν δίμετρο κρεμανταλά χρησιμοποιώντας σαν όπλο επιλογής μια δερματόδετη έκδοση ρωσικών λαϊκών δοξασιών, αφού όπως μάθαμε πρόσφατα το αληθινό του πάθος είναι η συντήρηση παλαιών βιβλίων. Ναι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία: βλέπουμε μια ταινία John Wick.

Ανάθεμα κι αν υπάρχει άλλο franchise δράσης μέσα σ’ αυτήν την δεκαετία που διανύουμε που να μοιάζει τόσο μοναδικό όσο το John Wick και ταυτόχρονα να επικοινωνεί υπόγεια με μια τόσο μεγάλη κι εκλεκτιστική γκάμα κινηματογραφικών αναφορών. Με την τρίτη του ταινία που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες, ο πρώην κασκαντέρ και νυν σκηνοθέτης Chad Stahelski πρόσφερε άλλη μια προσθήκη στην μεγάλη παράδοση των μεγάλων, καθαρόαιμων action franchises του ένδοξου χολιγουντιανού (και όχι μόνο) παρελθόντος.

Μέσα σ’ αυτές τις τρεις ταινίες, ο John Wick έχει κάνει τα πάντα. Πρώτον, έχει δολοφονήσει τους αντιπάλους του με κάθε δυνατό τρόπο που θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπινος νους. Δεύτερον, έχει αξιοποιήσει τόσα διαφορετικά κινηματογραφικά σύμβολα που καθίσταται ζαλιστικό να χαρτογραφήσει το αισθητικό σύμπαν του franchise – κάτι που εν μέρει κάνει ο ίδιος ο Stahelski σ’ αυτήν εδώ την συνέντευξη. Υπάρχει ο φρενήρης ρυθμός του σινεμά δράσης του Χονγκ Κονγκ, από την υπερκινητικότητα του Bruce Lee μέχρι το χαοτικό neo-noir coolness του πρώιμου John Woo. Υπάρχει ο διστακτικός ατομικισμός του Die Hard αλλά κι ο λυρικός μοναχικός δρόμος του αγγελικού εγκληματία όπως τον γνωρίσαμε στο Le Samurai, το The Driver και το Ghost Dog. Υπάρχει η πανέξυπνη ειρωνεία του John Carpenter και το κοφτερό χιούμορ του Shane Black. Υπάρχουν τα επιβλητικά set pieces των spaghetti westerns κι η συνολική σκιά του Matrix που πέφτει πάνω από τον John Wick. Αν όλα αυτά δεν είναι ένας εκρηκτικός συνδυασμός, τότε τι είναι;

Συνολικά, η επιτυχία του John Wick παραμένει ακόμα και σήμερα εντυπωσιακή. Το 2014 δεν περίμενε κανένας κάτι τέτοιο, και σήμερα είναι ένα από τα πιο πετυχημένα franchises της δεκαετίας, πράγμα ιδιαιτέρως σπάνιο πλέον για τίτλους που δεν βασίζονται σε προϋπάρχον υλικό. Αν θέλαμε να αποδώσουμε κάπου αυτήν την επιτυχία, τότε μάλλον θα εντοπίζαμε τρία κυρίαρχα πράγματα. Πρώτον, έχει τον Keanu Reeves ακριβώς όπως αγαπάμε να τον βλέπουμε. Δεύτερον, πρόκειται για ταινίες με πραγματικά ασταμάτητη δράση, η οποία είναι χορογραφημένη και φωτογραφημένη με εξαιρετικό τρόπο – πράγμα πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο μπορεί να νομίζει κάποιος. Τρίτον, ο John Wick όχι μόνο αναγνωρίζει ειρωνικά αλλά κι αγκαλιάζει ολόψυχα τον βαθύτερο πυρήνα γελοιότητας που υπάρχει μέσα σ’ αυτό το είδος κινηματογράφου: τον άκρατο κι υστερικό παραλογισμό της ματσό χολιγουντιανής δράσης.

Οι ταινίες του Stahelski, λοιπόν, τραβάνε την λογική της χολιγουντιανής δράσης μέχρι τις ακραίες της συνέπειες, αναποδογυρίζοντάς την πάνω στο κεφάλι της, παίζοντας με την λεπτή κι επικίνδυνη ισορροπία ανάμεσα στο glorification και την σάτιρα. Αν τελικά ο John Wick βγαίνει κερδισμένος από αυτήν την αμφισημία, είναι γιατί το κινηματογραφικό του αποτέλεσμα είναι πέρα για πέρα ακαταμάχητο, φτιάχνοντας ένα υπερβολικό, υστερικό, σαχλό, goofy, campy σύμπαν που αγκαλιάζει πλήρως την υπερβολή του, η οποία λαμβάνει εναλλάξ τη μορφή ενός video game θανατερού πανζουρλισμού, μιας εξπρεσιονιστικής επιβλητικότητας κι ενός παλιομοδίτικου χολιγουντιανού μιούζικαλ. Αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν συχνά, αλλά αν τα κάνει κάποιος τότε αυτός είναι ο John Wick.

Η αλήθεια είναι πως έχει πλάκα ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο μοιάζει να αποτελεί καθρέφτη του σύγχρονου Χόλιγουντ ο John Wick. Αν καταδεικνύει κάτι με καθαρό τρόπο, αυτό είναι πως το υλικό των b-movies και των cult ταινιών του παρελθόντος γίνεται πλέον η πρώτη ύλη των mainstream επιτυχιών, μιας και αυτό το σαββατοκύριακο το John Wick 3 έγινε η πρώτη ταινία που εκθρόνισε το Avengers: Endgame στις ΗΠΑ. Ως γνωστόν, συχνά τα «σκουπίδια του παρελθόντος», αυτά που τέλος πάντων έμοιαζαν ξεγραμμένα, γίνονται ο θησαυρός του σήμερα, καθώς η pop κουλτούρα τρώει τις σάρκες τις αναπαράγοντας νοσταλγικά τον εαυτό της. Εν πολλοίς, έτσι μοιάζει ο μεταμοντέρνος μαζικός πολιτισμός του ύστερου καπιταλισμού κι ο John Wick είναι ένα από τα πιο διασκεδαστικά πράγματα που μπορεί να βρει κανένας στην έρημο του πραγματικού.

Όντας το σημαντικότερο χαρτί του franchise, ο Keanu Reeves βρίσκεται σε εξαιρετική καλλιτεχνική φόρμα ως John Wick. Για την ακρίβεια, ο Reeves αναπνέει με τρομερή άνεση μέσα στο φορμάτ που του ταιριάζει περισσότερο ώστε να ξεδιπλώσει την σχεδόν μοναδική στο Χόλιγουντ deadpan-action τέχνη του – κατά τον ίδιο τρόπο που αποτελούν σπουδαίους και μοναδικούς στο είδος τους καλλιτέχνες οι Nicolas Cage και Arnold Schwarzenegger. Αμφιβάλλουμε πολύ αν θα υπήρχε κανένας άλλος ηθοποιός ικανός να ζωντανέψει με τέτοιο τρόπο αυτό το σύμπαν στυλιζαρισμένης βίας, έλεγκαντ αισθητικής, λεκτικής αβρότητας, κουκουρούκου μυθολογίας, ανείπωτης σκληρότητας και παράλογης θρησκευτικότητας. Για την ακρίβεια, είναι πιθανό ότι με οποιονδήποτε άλλο ηθοποιό το αποτέλεσμα θα έβγαινε σκατά – γέρνοντας υπερβολικά είτε προς την πλευρά του macho μηδενισμού είτε προς την πλευρά της meta παρωδίας.

Μέσα στον κυνισμό αυτού του αέναου κύκλου βίας, η φιγούρα του Keanu Reeves αποτελεί έναν μικρό φάρο ευγένειας και καλοσύνης, παρόλο που ο ίδιος σκοτώνει αδιακρίτως εκείνους που τον καταδιώκουν. Στην ύστατη στιγμή της επιλογής, ανταλλάζει τον τραγικό μηδενισμό του θανάτου για την επιθυμία να ζήσει ώστε να συνεχίσει να θυμάται την αγάπη. Και μετά σκοτώνει μερικούς ακόμα. Ο John Wick σπέρνει το χάος χωρίς να το αγαπά – κι αυτό είναι το μυστικό της επιτυχίας του. Και καθώς με την τρίτη ταινία το σύμπαν του franchise βυθίζεται ακόμα περισσότερο σε έναν μυστικό παγκόσμιο πόλεμο που διεξάγεται από τις στρατιές της νύχτας, ο John Wick συνεχίζει την παράδοση φοβερού μοντάζ, τρομερών long-take σκηνών δράσης, απίστευτου set design. Είναι βαρβαρική ποίηση, με τα όλα της.

Αν έπρεπε να διαλέξουμε την καλύτερη προσθήκη του John Wick 3 στο franchise, τότε αυτή είναι μάλλον η ακόμα μεγαλύτερη παρουσία των σκυλιών στην ιστορία και τη δράση. Αν έπρεπε να διαλέξουμε το πιο αδύναμο σημείο του John Wick 3, τότε θα λέγαμε ότι εξαντλεί την μυθολογία του ως στοιχείο της πλοκής αντί να την κρατάει συνεχώς κοντά στην επιφάνεια ως υπαινικτική σκιά, όπως έκανε μέχρι τώρα. Επίσης, ΟΚ, θα μπορούσε να είναι τουλάχιστον ένα τέταρτο μικρότερο σε διάρκεια. Ίσως είναι το χειρότερο από τα τρία John Wick 3, αλλά μόνο επειδή τα άλλα δύο είναι τόσο μα τόσο καλές ταινίες δράσης – ανάμεσα στις καλύτερες της δεκαετίας μαζί με το Mad Max: Fury Road, τα δύο τελευταία Avengers και την περίπτωση του The Raid. Το John Wick: Chapter 3 – Parabellum είναι, σε τελική ανάλυση, μια παράλογη ταινία σε έναν παράλογο κόσμο.

Best of internet