Το «Avengers: Endgame» είναι πολύ μεγάλο για να χωρέσει στην οθόνη

Κι όμως η Marvel τα κατάφερε, ξανά

Τι κάνεις μετά από ένα γιγάντιο κινηματογραφικό μεγα-event; Όχι, αλήθεια – πού πας μετά; Εδώ που φτάσαμε, το ακόμα μεγαλύτερο μοιάζει μονόδρομος. Πιο μεγάλο, πιο εντυπωσιακό, πιο επικό, πιο μαζικό, πιο επικερδές. Από μια πλευρά, αυτή η κούρσα μεγιστοποίησης που έχει κυριεύσει την βιομηχανική κινηματογραφία του Hollywood μοιάζει αυτοκαταστροφική, κι η τάση για λιγότερες και μεγαλύτερες ταινίες εκ μέρους των στούντιο θα έχει σίγουρα αρνητικές επιπτώσεις στο μακροπρόθεσμο μέλλον του σινεμά. Έτσι κι αλλιώς, με την τάση σχεδόν κάθε μεγάλης χολιγουντιανής ταινίας να αποτελεί πολιτισμικό event που θα ξεπερνάει τους περιορισμούς του μέσου και θα γίνεται ένα γιγάντιο franchise (από κουκλάκια και videogames μέχρι sequels και spinoffs σε διάφορες πλατφόρμες), η σημερινή κατάσταση του pop κινηματογράφου αλλάζει την παραγωγή και την κατανάλωση ταινιών σε μεγάλη κλίμακα.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει πάντα η μεγάλη πρόκληση: πώς μπορείς ταυτόχρονα να φτιάξεις καλές ταινίες μέσα σ’ όλο αυτό; Ναι, αυτό είναι το καταστατικό ερώτημα του μαζικολαϊκού κινηματογράφου. Πώς καταφέρνεις να φτιάξεις καλό και ουσιαστικό σινεμά σε συνθήκες ακραίας βιομηχανοποίησης; Από την ωρίμανση του κινηματογράφου ως κατεξοχήν μαζικό προϊόν της πολιτιστικής βιομηχανίας πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την γέννηση της blockbuster φόρμουλας στα 70s κι από εκεί έως την ψηφιακή επανάσταση λίγο πριν το τέλος του 20ού αιώνα, το ζήτημα του πώς φτιάχνεις κάτι μεγάλο και κερδοφόρο και απολαυστικό και ουσιαστικό βρίσκεται στην καρδιά της ίδιας της τέχνης του σινεμά ως τέχνης για τις μάζες.

Όσοι είμαστε πέριξ (ή άνω) των 30, γνωρίζουμε ότι η επιτυχία του The Matrix και του Lord of the Rings επανέφερε αυτό το ζήτημα με νέους όρους από το 2000 και μετά. Ο λόγος ήταν πως η πρώτη ταινία του πρώτου κι οι τρεις ταινίες του δεύτερου απέδειξαν πανηγυρικά κι επικύρωσαν εκ νέου το γεγονός πως αυτά τα βιομηχανικά κινηματογραφικά μεγα-προϊόντα μπορούν να γίνουν επίσης αυθεντικά κινηματογραφικά επιτεύγματα τέχνης και τεχνικής. Λίγο καιρό αργότερα, λοιπόν, η Marvel αποφάσισε να βάλει μπροστά το (μάλλον) πιο φιλόδοξο κινηματογραφικό προϊόν ever: το δικό της κτηνώδες κινηματογραφικό σύμπαν. Και να ‘μαστε σήμερα, 11 χρόνια και 22 ταινίες αργότερα, να υποδεχόμαστε το Avengers: Endgame που κυκλοφόρησε αυτή τη βδομάδα στις αίθουσες για να γίνει η μεγαλύτερη ταινία του Marvel Cinematic Universe – δηλαδή το κατεξοχήν κινηματογραφικό μεγα-event της εποχής του.

Το εντυπωσιακό, πάντως, είναι πως η Marvel τα κατάφερε. Με τα σκαμπανεβάσματά του και κόντρα στις προσδοκίες (και με τη Disney από πίσω φυσικά), το γεγονός ότι υπάρχει και βγάζει νόημα το MCU είναι ένα φαραωνικό επίτευγμα τέχνης και τεχνικής. Παρόλα αυτά, δεν αρκεί μόνο η μεγάλη εικόνα – ακόμα κι αν το μέγεθός της (οικονομικό και όχι μόνο) προκαλεί ζάλη ή δέος. Πρέπει να είναι και καλές οι ταινίες. Δεν γίνεται αλλιώς. Αν το μέλλον του “event film” είναι μονόδρομος, τότε θα πρέπει οι απαιτήσεις για μια ικανοποιητική σχέση ποιότητας και ποσότητες να είναι ακόμα πιο αυστηρές. Σ’ αυτήν την δεκαετία που διανύουμε, η οποία χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από την τάση διάχυσης της ψυχαγωγίας σε streaming και πλατφόρμες αλλά και την την τάση συγκεντροποίησης σε γιγάντια μονοπωλιακά franchises, δύο ταινίες μπορούμε να σκεφτούμε που κατάφεραν να αποτελέσουν μεγαλειώδες μαζικό σινεμά και την ίδια στιγμή να μας αγγίξουν βαθιά. Το πρώτο ήταν το Mad Max: Fury Road, μια ταινία αριστουργηματική. Το δεύτερο ήταν το Avengers: Infinity War.

Το Infinity War, λοιπόν, με είχε αφήσει εξαντλημένο – οπτικά, ηχητικά, συναισθηματικά. Ήταν αυτό που λέμε larger than life. Ήταν escapism με την βαθιά έννοια. Ήταν μια φαντασιωτική φυγή από το τετριμμένο με όχημα μια γλώσσα που μιλάει εξίσου την διάλεκτο του τετριμμένου και της φαντασίωσης. Ήταν γαμάτο, μην τα πολυλογούμε. Πέρα απ’ αυτό, όμως, κατάφερε να είναι ικανοποιητικό κινηματογραφικά γιατί, μεταξύ άλλων, είχε αληθινό επίδικο, διακύβευμα, αίσθηση επιτακτικότητας. Είχε μια αίσθηση απειλής και κινδύνου που ερχόταν από δύο πλευρές και την οποία επισημαίναμε τότε στο κείμενό μας: «Πρώτον, η απειλή του θανάτου είναι για πρώτη φορά τόσο κοντά στους κινηματογραφικούς ήρωες της Marvel. Όχι με τον κυνικά μπλαζέ και αδιάφορο τρόπο που μέχρι τώρα αναπαριστώνταν ολόκληρες γενοκτονίες αναλώσιμων κινηματογραφικών πληθυσμών, αλλά με την απειλή του χαμού για τους ίδιους τους superheroes – την απειλητική αίσθηση ότι κι αυτοί οι ίδιοι, σε τελική ανάλυση, περισσεύουν. Δεύτερον, η ατμόσφαιρα του αληθινού κινδύνου βρίσκεται, ανέλπιστα, στον ίδιον τον συναισθηματικό κόσμο του Thanos, την σχέση με τις δύο θετές κόρες του, τις συγκρούσεις που προκύπτουν γύρω από την αγάπη, την θυσία, το καθήκον».

Ήταν σημαντικό στοίχημα το αν θα καταφέρει το Endgame να αποτελέσει ταυτόχρονα άξιο διάδοχο αυτής της συναισθηματικής έντασης και ικανοποιητικό φινάλε αυτής της φάσης του MCU. Είναι ουσιαστικά ερωτήματα αυτά που περιστοίχιζαν την ταινία, για μένα τουλάχιστον: τι συμβαίνει με τις παράπλευρες απώλειες στην οθόνη; πώς τις διαχειρίζεσαι αφηγηματικά και συναισθηματικά; αφήνεις χώρο και χρόνο στην επεξεργασία της απώλειας ή υποτάσσεσαι στις ανάγκες της πλοκής και της δράσης; δουλεύει, εν τέλει, το χαρακτηριστικό ύφος της Marvel (με τα πομπώδη λογύδρια και τα εφηβικά αστεία) σε έναν κόσμο μετά το Infinity War; Σ’ έναν βαθμό, ΟΚ, ξέρεις ότι είναι Disney και στο τέλος όλα θα πακεταριστούν με έναν χαρούμενο φιόγκο. Από την άλλη, η δύναμη τέτοιων ταινιών βρίσκεται στην ικανότητά τους να αναστέλλουν την δυσπιστία σου: δεν θα πάνε όλα καλά, όχι πάντα – αλλά έχει σημασία πώς θα μεταχειριστείς το αμετάκλητο, τις οδυνηρές συνέπειες, το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου, την απώλεια. Για την ακρίβεια, σε τελική ανάλυση, είναι τέτοια μικρά πράγματα που σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Ε, χοντρικά, το Endgame τα κατάφερε – κι αυτό είναι εντυπωσιακό. Δεν θα μπούμε σε λεπτομέρειες γιατί θέλουμε να αποφύγουμε να κάνουμε spoilers (όπως έχει γίνει ήδη σαφές τόση ώρα), αλλά το Endgame κατάφερε να αποδείξει πρώτα και κύρια πως η καρδιά του βρίσκεται στο σωστό μέρος, παρά το γεγονός πως αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά προϊόντα που έχουν φτάσει ποτέ στην οθόνη, γεμάτο κατά τ’ άλλα με τις κοινοτοπίες του και το fan service του κλπ. Η ταινία των αδερφών Russo δείχνει ταυτόχρονα συναισθηματική ωριμότητα στην μεταχείριση των χαρακτήρων και των ιστοριών τους αλλά και επιχειρηματική ευφυΐα στο στήσιμο ενός βιώσιμου μέλλοντος για το MCU. Είναι μια εντυπωσιακή ισορροπία που φτιάχνει ένα ικανοποιητικό φινάλε. Φυσικά, όπως και στο Infinity War, τα ισχυρότερα σημεία της ταινίας είναι εκεί που γίνονται αληθινά ανθρώπινες οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, όταν οι υπεράνθρωποι ανθρωποποιούνται – όπως στην περίπτωση του Peter Parker με τον Tony Stark ή του Thanos με την Gamora και τη Nebula. Υπάρχει, όμως, απρόσμενη ομορφιά και μικροσκοπικά πράγματα, σαν το κλείσιμο του ματιού στο παρελθών των Russo με τα cameos από το Community.

Είναι προφανές πως η ταινία έχει κι αδυναμίες, πολλές εκ των οποίων οφείλονται στην δεδομένη ατολμία της Marvel/Disney για αληθινό κινηματογραφικό ρίσκο προκειμένου να μην διαφύγει ούτε το παραμικρό ποσοστό κέρδους. Ως εκ τούτου, κάποια πράγματα στο Endgame μοιάζουν να απευθύνονται κλασικά στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή του μαζικού σινεμά. Αν μια αδυναμία πάντως βαραίνει περισσότερο, τότε αυτή είναι για μένα το φτώχεμα του Thanos ως χαρακτήρα, ο περιορισμός του σε έναν αρκετά στερεοτυπικό κι επιφανειακό supervillain (κλασική παθογένεια της Marvel) χωρίς το παραμικρό βάθος. Πρόκειται, βέβαια, για πισωγύρισμα σε σχέση με την προηγούμενη ταινία κι είναι ο βασικός λόγος που κατ’ εμέ το Infinity War παραμένει καλύτερο. Όσον αφορά την πορεία του MCU από το 2008 μέχρι σήμερα, όμως, το Endgame λειτουργεί εντυπωσιακά αποτελεσματικά ως αποδόμηση και επανασυναρμολόγηση του σύμπαντος με νέους όρους (τέλος της μεγάλης ενιαίας αφήγησης, στροφή στις ελάσσονες μικρές αφηγήσεις) προκειμένου να καθορίσει το ύφος και το πνεύμα της νέας εποχής του υπερηρωικού κινηματογραφικού κόσμου της Marvel.

Χρειάζεται να πούμε, εν τέλει, ότι το Endgame είναι διασκεδαστικό; Ότι οι 3 ώρες του κυλάνε σα να πρόκειται για 15 λεπτά; Ότι αξίζει να το δεις και μία και δύο φορές στο σινεμά; Αυτά τα ξέρετε ήδη – κι εγώ ήδη ετοιμάζομαι για δεύτερη επίσκεψη μέσα σε τρεις μέρες. Το θέμα μου, όμως, είναι άλλο. Το Infinity War και το Endgame δε μας άρεσαν απλώς γιατί έμοιαζαν larger than life. Μας άρεσαν γιατί θέλουμε, έχουμε ανάγκη κάτι larger than life. Κάποιοι μπορεί να απορρίπτουν επί της αρχής τέτοιες ταινίες, να μην βρίσκουν τίποτα δικό τους μέσα στο υπερηρωικό pop σινεμά. Καλώς, κανένα πρόβλημα, είναι κρίμα να τσακωνόμαστε για τα γούστα μας. Έχει σημασία, βέβαια, να τα αναλύουμε. Για μένα, ο ενθουσιασμός για μια ταινία σαν αυτή νιώθω ότι πηγάζει από την ανάγκη για σύνδεση με κάτι μεγάλο, κάτι μεγαλύτερο από εμάς. Κατά καιρούς προβάλουμε την ανάγκη μας για υπερβατικότητα πάνω σε πράγματα που μοιάζουν τυχαία ή συμπτωματικά – το κάψιμο της Παναγίας των Παρισίων, την πρώτη φωτογραφία μαύρης τρύπας, το Avengers: Endgame. Αυτό το τελευταίο, λοιπόν, είναι ένα μεγα-προϊόν που μας συνδέει με μια μυθολογία του καλού και του κακού, με μια ηθική της απώλειας και της λύτρωσης. Μοιάζει αντιφατικό, αλλά ίσως αυτή η αντίφαση να βρίσκεται στον πυρήνα των πραγμάτων που κάνουμε, όπως ο Καρλ Μαρξ μίλαγε πριν από ενάμιση αιώνα για την διπλή, αντιφατική φύση των εμπορευμάτων: από την μία ικανοποιούν πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες κι από την άλλη δεν αποτελούν παρά αντικείμενα προς ανταλλαγή έναντι μιας τιμής.

Ή απλά ψάχνω μια θεωρητική εξήγηση για να δικαιολογήσω στον εαυτό μου πώς βρέθηκα να με παίρνουν τα ζουμιά μια Τρίτη πρωί σε δημοσιογραφική προβολή ταινίας περιτριγυρισμένος από αγνώστους.

Best of internet